Έχω μπει στο τρόλεϊ. Στάση Αγγελοπούλου. Έχει κρύο και στριμώχνομαι ανάμεσα σε δυο κυρίες. Ξέρετε σε πόσες στάσεις είναι η Κλωναρίδου; με ρωτά η διπλανή μου. Δεν έχω ιδέα, της απαντώ και κοιτάζει δίπλα μου. Σε εννέα στάσεις, της απαντά η άλλη κυρία. Είναι καλοντυμένη και έχει στα μαλλιά της ένα μικρό κοκαλάκι με έναν κύκνο. Κάθεται με τα χέρια της σταυρωμένα, λεπτά, σχεδόν κοκαλιάρικα και λίγο σκασμένα. Από που είστε; τη ρωτά η πρώτη. Από την Αλβανία, απαντά. Τίποτα άλλο, ούτε ευχαριστώ, σιωπή. Κι εγώ δε μίλησα.

Αυτή η ερώτηση, «από που είσαι;», αυτό με πείραζε όλα αυτά τα χρόνια που έμενα εδώ, μου λέει η Ντρίτα. Καθόμαστε στα σκαλάκια δίπλα στη σκηνή, πριν αρχίσει η παράσταση «Καθαρή Πόλη». Είναι μια από τις πέντε καθαρίστριες που παίζουν στην παράσταση του Πρόδρομου Τσινικόρη και του Ανέστη Αζά. Σε λίγο θα αρχίσει η τελευταία παράσταση στην Αθήνα και θα μετά θα φύγουν για να παίξουν στο Μόναχο. Η Ντρίτα είναι η μάνα του σκηνοθέτη Ένκε Φεζολάρι, δούλεψε εδώ σαν σκυλί από το 1993, σπούδασε δυο παιδιά, γύρισε πίσω στην Αλβανία, όταν πριν από λίγα χρόνια απολύθηκε από το Εθνικό.

«Με τρώει ο καημός που η κόρη μου πήγε στον Καναδά. Δεύτερη φορά ξενιτιά. Τα παιδιά μου πιο καλά ξέρουν την ελληνική ιστορία παρά της Αλβανίας. Ο Ένκε διαβάζει για τον εμφύλιο, εδώ. Σκέφτομαι κάθε φορά που έρχομαι, ότι τόσα χρόνια στην Ελλάδα, δεν είδα ούτε τρία νησιά. Και που τόσα χρόνια δούλεψα και μια σύνταξη δεν έχω».

«Ήρθε ένας άνθρωπος στο καμαρίνι, μετά την παράσταση και είπε συγγνώμη που σας φερόμαστε έτσι»

Ακούω κάθε πρωί τη Βαρβάρα να σιγοτραγουδάει. Ο πατέρας μου την ακούει από την κρεβατοκάμαρά του και καταλαβαίνει ότι ήρθε στο σπίτι. Τι τραγουδάς; τη ρωτάει. Ένα πολωνέζικο κύριε Κώστα. Α, ναι, της απαντάει και πιάνει την εφημερίδα που του έχει φέρει. Κάθε πρωί η ίδια ερώτηση και μετά ρολάρει η μέρα. Δέκα χρόνια λένε το ίδιο πράγμα, σαν προσευχή.

«Όταν ήρθαμε από τη Μολδαβία πριν από 14 χρόνια, είχαμε χάσει μια φορά τα λεφτά μας. Το παιδί είχε μείνει πίσω στην πεθερά μου. Έκανα τέσσερα χρόνια να τη δω και τώρα πάλι είμαστε μακριά, δουλεύει στο Μπέρμιγχαμ. Η κυρία Λήδα με βοήθησε να τη φέρω εδώ και ένα ζευγάρι δάσκαλοι ηλικιωμένοι μου έμαθαν να γράφω και να διαβάζω. Δε θα γυρίσουμε πίσω. Εδώ είναι πια το σπίτι μας. Εκεί ήμουνα σολίστ στην ορχήστρα, κι εδώ –ντροπή μου- μια φορά στο Μέγαρο δεν κατάφερα να πάω. Αλλά πηγαίνω στις εκκλησίες και ακούω τις χορωδίες. Στη ρώσικη και στον Άγιο Παντελεήμονα. Και ποτέ δε φοβήθηκα, μόνο εκείνη τη φορά, που σκότωσαν το παιδί δίπλα στο σπίτι μου, στην Ηπείρου. Τότε δε βγαίναμε από τα σπίτια μας, χτύπαγαν ανθρώπους στο δρόμο, είπαν θα μας κάψουν ζωντανούς».

Όταν έφευγε η Βάγια ήμουνα δέκα χρόνων. Το κορίτσι του σπιτιού παντρευόταν. Την αγαπούσα τη Βάγια, μου έπλεκε κάθε μέρα τα μαλλιά κοτσιδάκια και κεφτεδάκια και μόνο εκείνη άντεχε να ανακατεύομαι στην κουζίνα της. Η μάνα μου της έμαθε γράμματα και εκείνη μου έμαθε τα τραγούδια που άκουγε στο ραδιόφωνο. Ακόμα τα μουρμουρίζω όταν είμαι μόνη μου. «Είναι κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια…». Κανένας άλλος στο σπίτι δεν άκουγε τα λαϊκά.

Αροσίτσα σημαίνει δροσοσταλιά στα Βουλγάρικα. Εκεί πέρα ήταν νηπιαγωγός και εδώ με παιδιά δούλεψε. Εσωτερική. «Ήρθε ο άντρας μου και έπρεπε να μείνω στο σπίτι μας. Το είπα τότε στην κυρία και μου είπε ότι δεν μπορεί να ακουμπάω τα παιδιά της, αφού κοιμάμαι με τον άντρα μου». Από όλα όσα πέρασα αυτά τα χρόνια, αυτό με πλήγωσε πιο πολύ. Ούτε τα χρόνια που ζούσα εδώ παράνομα, ούτε τίποτα. Ήρθε και με βρήκε μετά από έξι μήνες να γυρίσω πίσω με διπλά λεφτά. Δε γύρισα ποτέ. Αλλά, ακόμα και αν το ξεχάσω αυτό, από τις ενοχές μου δε θα γλυτώσω ποτέ. Που μου είπε η κόρη μου «μάνα, δεν ήσουνα εδώ όταν ήμουνα άρρωστη, όταν σε χρειαζόμουνα». Λιώνω από τις τύψεις. Ήμουνα πολύ καιρό χωρίς τα παιδιά και αυτός ο χρόνος δε γυρνάει πίσω. Και ας μη λένε τίποτα, εγώ το ξέρω, δε το ξεχνάνε.

Άκουγα όταν είχε βγει εκείνο που έλεγε η Μοσχολιού «Μιλώ για τα παιδιά μου και ιδρώνω» και άκουγα την ανάσα της μέσα στο τραγούδι. Και όταν απομαγνητοφωνούσα άκουσα την ίδια ανάσα της Αροσίτσας. Έκανε μια παύση, και η αναπνοή έβγαινε σαν πόνος μαζί με τη φωνή της.

«Τώρα θα πάμε να παίξουμε στη Γερμανία και δεν ξέρω αν είναι όνειρο και θα ξυπνήσω»

«Ήρθαν να με δουν οι φίλες και η θεία μου. Πρώτη φορά σε ακούμε να τραγουδάς μου είπε, όσα χρόνια είσαι εδώ. Ποτέ δεν έχω τραγουδήσει, μόνο στην παράσταση. Ίσως επειδή εδώ δεν ένιωσα ποτέ ότι είναι πατρίδα μου, κι ας μην έχω κανένα πίσω πια, ούτε το σπίτι μου δεν υπάρχει». Η Φρίντα είναι έξυπνη, μικροκαμωμένη και γελαστή. Ούτε φαίνεται πως είναι 37 και μάνα ενός 6χρονου αγοριού. Αρχιτέκτονας στις Φιλιππίνες, σπούδασε επτά χρόνια και έφυγε για να γλυτώσει από τη φτώχεια. «Ίδρωσα να σπουδάσω και τώρα βλέπω το πτυχίο και μαραζώνω. Ποτέ δε θα είναι καλύτερα εδώ, είμαστε οι Φιλιππινέζες, μόνο για υπηρέτριες κάνουμε. Κάθε μέρα ονειρεύομαι να φύγω και κάθε βράδυ κλαίω στον ύπνο μου που δεν πρόλαβα να δω τη μάνα μου ζωντανή. Πέθανε η μάνα μου και δεν την πρόλαβα, ένα χρόνο μετά μου το είπαν».

– Έχεις σκεφτεί να φωνάξεις κάποια, με το μικρό της όνομα;

– Ποτέ κυρία

Διαβάζω ότι ένας σεκιουριτάς πήγε να βγάλει από το βαγόνι έναν Αφγανό και σκέφτομαι ότι αν το έκαναν στη Μέιμπελ θα τον είχε βγάλει καρότσι από το βαγόνι.

Η Μέιμπελ είναι σχεδόν δίμετρη, ήρθε πριν 23 χρόνια στην Ελλάδα, νύφη. Αγάπησε ένα μάγειρα, τον άντρα της και αποφάσισε να έρθει στην κρύα Ελλάδα από τη Νότια Αφρική. «Χιόνιζε, όταν έφτασα, αλλά όλα μου φάνηκαν καλύτερα και ας σκέφτομαι να γυρίσω πίσω. Δύσκολα δεν ήταν γιατί με αγάπησαν τα πεθερικά μου. Ακούω φοβερές ιστορίες από τα άλλα κορίτσια και λέω «ήσουνα τυχερή». «Και στο παιδί μου αυτό έμαθα, να στέκεται στα πόδια της από μικρή. Πουθενά δε μπορεί να είναι χειρότερα αν έχεις ζήσει το άπαρτχάιντ. Ο μόνος φράχτης σου είναι η γλώσσα. Να μη μπορείς να πεις αυτά που πιστεύεις, αυτά που σκέφτεσαι». Σηκώνεται και ισιώνει την ποδιά της, το κοστούμι της, και γελώντας μπαίνει στα καμαρίνια. Σε μισή ώρα, η τελευταία παράσταση.

Ιnfo: Καθαρή Πόλη | Εθνικό Θέατρο – Πειραματική Σκηνή | 22 Δεκεμβρίου 2016 – 8 Ιανουαρίου 2017

Η παράσταση “Καθαρή Πόλη” ανέβηκε στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών έως τις 14/2/16

Διαβάστε επίσης: «Όχι καθαροί πια», κριτική από την Τώνια Καράογλου

Φωτογραφίες άρθρου: Χριστίνα Γεωργιάδου