Κανονικά αυτή θα ήταν μια εξαιρετική περίοδος για τη ζωή του Eμάντ και της Ράνα. Ζευγάρι στη ζωή, ζευγάρι και στη σκηνή, όπου είναι έτοιμοι να ανεβάσουν σε μια ημιεπαγγελματική παράσταση τον «Θάνατο του Εμποράκου» του Άρθουρ Μίλερ. Στην κανονική του δουλειά ο Εμάντ είναι καθηγητής σε γυμνάσιο αρρένων. Διαμορφώνει τα μυαλά των νέων Ιρανών, τους μιλά για λογοτεχνία, τους κάνει κινηματογραφικές προβολές στην αίθουσα, τους καλεί να έρθουν στο θέατρο. Όσο για τη λογοκρισία, μπορεί να χρειαστεί να κοπούν κάποιες ελάχιστες σκηνές από το έργο του Μίλερ, μπορεί να κοπούν τα λογοτεχνικά βιβλία που προσπαθούσε να δώσει στους μαθητές του, αλλά και πάλι αυτός είναι εκεί και το παλεύει, από το δικό του φωτεινό και φωτισμένο μετερίζι.

The Salesman

Ακόμη κι όταν στο ξεκίνημα της ταινίας ο Εμάντ και η Ράνα θα αναγκαστούν να ξεσπιτωθούν γιατί η πολυκατοικία τους κινδυνεύει με κατάρρευση (όχι, δεν έχει γίνει σεισμός, ο Φαραντί κλείνει το όμορφο μονόπλανό του που δείχνει τους κατοίκους της πολυκατοικίας να τρέχουν πανικόβλητοι μέσα στη νύχτα, με ένα τζάμι που ραγίζει και έξω από αυτό, στο βάθος, μια μπουλντόζα που σκάβει τα θεμέλια δίπλα στην πολυκατοικία για να χτιστεί μια άλλη, καθώς η Τεχεράνη είναι σε φάση οικοδομικού οργασμού και αναμόρφωσης), αντιμετωπίζουν το γεγονός όχι μίζερα, αλλά με ψυχραιμία και χωρίς να αφήσουν την κατάσταση να τους πτοήσει. Έτσι, όταν ένας συνάδελφός τους στις πρόβες τούς λέει ότι μόλις ξενοικιάστηκε ένα διαμέρισμά του, εγκαθίστανται με κέφι και οι προσδοκίες.

Μια ταινία που το τελευταίο μέρος της δύσκολα μπορεί να το ξεχάσει κανείς

Η προηγούμενη ένοικος όμως κρατάει σε ένα δωμάτιο τα πράγματά της και παρά τις υποσχέσεις της δεν πάει να τα πάρει. Εκεί λοιπόν, πάνω σε αυτό το δωμάτιο, θα στήσει κι αυτή τη φορά ο Φαραντί το συνηθισμένο μοτίβο του με το αστυνομικού τύπου μυστήριο και το σασπένς μέσα από το οποίο θα παγιδεύσει την προσοχή μας και θα καταφέρει να μας δώσει μια ακόμη ακτινογραφία της κοινωνίας; Σε αντίθεση με το πόσο διαδεδομένες είναι οι βωμολοχίες σε κοινωνίες όπως η ελληνική ή η αμερικάνικη, φαίνεται ότι στο Ιράν είναι τόσο έντονη η αίσθηση της συστολής, που κανείς δεν θα πει με το όνομά του, αλλά μόνο με ευφημισμούς, ότι η προηγούμενη ένοικος ήταν πόρνη που δεχόταν τους άντρες στο διαμέρισμα. Αλλά το ζευγάρι δεν το γνώριζε αυτό. Θα το μάθει μετά την εισβολή. Ποια εισβολή; Το ζευγάρι έχει μόλις εγκατασταθεί στο νέο σπίτι, η γυναίκα περιμένει τον άντρα της να γυρίσει, δεν ρωτάει ποιος είναι όταν χτυπάει το θυροτηλέφωνο, αφήνει την πόρτα του σπιτιού μισάνοιχτη, μπαίνει στο μπάνιο.

Όταν γυρίσει στο σπίτι ο Εμάντ δε θα βρει τη γυναίκα του πουθενά, θα βρει αίματα στο μπάνιο, αίματα στις σκάλες. Η γυναίκα του είναι στο νοσοκομείο. Στο κεφάλι της τώρα αντί για μαντίλα έχει γάζες. Τι ακριβώς της συνέβη; Οι γείτονες την βρήκαν γυμνή και ματωμένη. Εκείνη δεν θυμάται τίποτα. Μόνο ότι κάποιος της χάιδεψε τα μαλλιά. Αμέσως μετά λιποθύμησε και χτύπησε; Ο άντρας επιχείρησε να τη βιάσει; Μήπως τα κατάφερε κιόλας; Ο άντρας στον πανικό του επάνω άφησε πίσω ένα σωρό προσωπικά αντικείμενα. Η αστυνομία θα μπορούσε βέβαια να επέμβει. Αλλά πόσο εύκολο είναι για μια γυναίκα -στην Τεχεράνη αλλά και παντού- να περιγράφει τέτοια περιστατικά; Οι ερωτήσεις θα άρχιζαν. Γιατί άφησες την πόρτα ανοικτή; Πες μας ακριβώς τι σου έκανε. Τι θα πει δεν θυμάσαι;

The Salesman

Και ο σύζυγος τι κάνει σε αυτήν την περίσταση. Στη γυναίκα του επιτέθηκαν, ναι, αλλά μήπως εμμέσως δεν έχουν επιτεθεί και σε αυτόν; Της λέει να αποφασίσει. Ή θα πάνε στην αστυνομία, ή, εφόσον δεν το θέλει, τότε πρέπει να ξεχάσουν το περιστατικό. Με άλλα ίσως λόγια, ή θα αποκαταστήσει την τιμή του επίσημα, καταγγέλλοντας και καταγράφοντας αυτά που συνέβησαν, ή η τιμή του θα πρέπει να σταματήσει να προσβάλλεται με τη διαρκή τραυματική υπόμνηση του γεγονότος.

Και κάπως έτσι ο Εμάντ φτάνει να ντρέπεται περισσότερο από τη Ράνα. Ή εν πάση περιπτώσει είναι εντελώς δυσδιάκριτο το πού τελειώνει η ενσυναίσθηση και ο πόνος για αυτό που υπέστη η γυναίκα του και πού ξεκινάει η εντελώς προσωπική του πληγή. Πείραξαν την Ράνα ή τη γυναίκα του;  Μιλώντας για το «Ένας Χωρισμός», λέγαμε πόσο πρωταρχική σημασία έδιναν όλοι οι ήρωες στην τιμή τους. Ευθιξία στο φουλ. Μπορούμε να το δούμε ακόμη και σε μια παράπλευρη λογομαχία εδώ: όταν ο Εμάντ κατηγορεί το συνάδελφό του ότι δεν τους προειδοποίησε πως στο διαμέρισμα πριν ζούσε μια πόρνη, εκείνος γίνεται έξαλλος. Τους το πρόσφερε γιατί δεν είχαν πού να κοιμηθούν, δεν έχει εισπράξει την επιταγή, μπορούν να φύγουν ό,τι ώρα θέλουν και δε θα ζητήσει καθόλου χρήματα.

The Salesman

Όταν θα μπούμε στο τελευταίο μέρος της ταινίας και το αστυνομικό μυστήριο λυθεί -αν και μόνο ως προς το δράστη, αφού το τι ακριβώς έγινε και ως πού προχώρησε θα παραμείνει γκρίζο και εξαιρετικά ντροπιαστικό για όλους τους εμπλεκόμενους- «Ο Εμποράκος» θα φέρει τον άντρα – θύμα ενώπιον του άντρα – θύτη. Και ο Εμάντ μοιάζει να έχει αποκολληθεί τελείως πλέον από την προστασία της γυναίκας του, μοιάζει να ενεργεί πια στο όνομά του και μόνο, μοιάζει να τον αφορά η δική του τιμή και μόνο. Και η εκδίκηση για κάποιον που πληγώθηκε τόσο η τιμή του, είναι να προσπαθήσει να απαντήσει με το ίδιο νόμισμα, στοχεύοντας ευθέως στην τιμή του άλλου. Και οι ρόλοι του θύτη και του θύματος αρχίζουν να μπλέκονται. Και η ντροπή, η μεγάλη ντροπή, η τεράστια ντροπή, εκπέμπεται από την οθόνη στους θεατές. Και νομίζω ότι ακόμη και όσοι βλέπουν την ταινία και δεν έχουν καταφέρει ως τότε να συντονιστούν μαζί της, είναι αδύνατο να μη συντονιστούν τότε, είναι αδύνατο να μην ντραπούν και αυτοί μαζί με τους ήρωες.

The Salesman

Ο Ασγκάρ Φαραντί πρέπει να είναι αυτή τη στιγμή παγκοσμίως ένας από τους πιο σημαντικούς σεναριογράφους. Έχει φτιάξει μια ευδιάκριτη σχολή, τα χαρακτηριστικά της οποίας έχουμε επανειλημμένως αναφέρει μιλώντας για το «Ένας Χωρισμός», για «Το Παρελθόν», για το «Πυροτεχνήματα την Τετάρτη» ή ακόμα και για τη «Mελβούρνη» του Νιμά Τζαβιντί. Δεν θεωρώ ότι «Ο Εμποράκος» είναι ένα βήμα μπροστά στη φιλμογραφία του. Αλλά και η απαίτηση από τους καλλιτέχνες που αγαπάμε να ξεπερνάνε διαρκώς τους εαυτούς τους είναι παράλογη και άδικη. Η σύνδεση με τον «Θάνατο του Εμποράκου» δε μου φαίνεται καλά εδραιωμένη και πάντως σε καμία περίπτωση δεν μπόρεσα να διακρίνω κάποια όντως γόνιμη συνομιλία του ενός έργου με το άλλο. Αλλά ακόμη και αν δεν έχουμε να κάνουμε με μια πλήρη και απόλυτα επιτυχημένη ταινία, έχουμε σίγουρα να κάνουμε με μια ταινία που το τελευταίο μέρος της δύσκολα μπορεί να το ξεχάσει κανείς.