Υπάρχουν δύο βασικοί λόγοι που κάνουν την επικείμενη εμφάνιση της Αμελίτα Μπαλτάρ στο Ηρώδειο να μοιάζει τρόπον τινά ιστορικής σημασίας. Καταρχάς, θα ερμηνεύσει την «Μαρία του Μπουένος Άιρες», την διάσημη τάνγκο οπερέττα του Άστορ Πιατσόλα, σε λιμπρέτo του Οράσιο Φερέρ, με την οποία έκανε το ντεμπούτο της ως τάνγκο ερμηνεύτρια τον Μάη του 1968 στο Μπουένος Άιρες, ακριβώς μισό αιώνα πίσω. 

Το έργο που ήταν η αφορμή της γνωριμίας τους, της επιτυχημένης επαγγελματικής τους κοινής πορείας αλλά και της μακρόχρονης ερωτικής τους σχέσης, θα παρουσιαστεί για πρώτη φορά παγκοσμίως χορογραφημένη από τους Alejandro Aquino & Natalia Hills, με την διάσημη Μπαλτάρ να ερμηνεύει επί σκηνής κι άλλες άριες τάνγκο του γνωστού και ως «El Gran Ástor» (Ο Μέγας Άστορ).

Ο δεύτερος -λίγο πιο συναισθηματικός- λόγος έχει να κάνει με το ίδιο το Ηρώδειο, αφού εκεί, τον Ιούνιου του 1990, ο Πιατσόλα θα δώσει την τελευταία συναυλία της ζωής του, η οποία μάλιστα θα ηχογραφηθεί ζωντανά με μαέστρο τον στενό του φίλο Μάνο Χατζιδάκι και την περίφημη Ορχήστρα των Χρωμάτων. Ένα μήνα αργότερα, ο Πιατσόλα θα πάθει θρόμβωση στο Παρίσι, θα πέσει σε κώμα και θα πεθάνει μετά από δύο χρόνια στο Μπουένος Άιρες.

Για την μούσα του Άστορ, η οποία μια μέρα πριν την εμφάνισή της στην Αθήνα έχει τα γενέθλια της και κλείνει τα 78, όλα τα παραπάνω μπορεί να είναι απλώς συμπτώσεις ή περισσότερο ιστορίες μιας ζωής σχεδόν 8 δεκαετιών, οι οποίες έγραψαν μέσα της αλλά δεν θέλει πια να σκαλίζει και πολύ. Έτσι τουλάχιστον καταλάβαμε από την σύντομη ηλεκτρονική επικοινωνία που είχαμε μαζί της, ενόψει της παράστασης της στο Ηρώδειο.

Είναι, όμως, σχεδόν αδύνατον να μιλήσεις για εκείνη, την διάσημη φωνή του τάνγκο από την Αργεντινή που φέτος συμπληρώνει αισίως 56 ολόκληρα χρόνια πετυχημένης καριέρας, ως άξια συνεχιστής της Libertad Lamarque ή της Tita Merello, χωρίς να τη ρωτήσεις για τον Πιατσόλα. 

Κι αυτό γιατί οι δυο τους, από εκείνο το βράδυ της πρώτης τους γνωριμίας στο Nuestro Tiempo του Μπουένος Άιρες όπου εκείνη τραγουδούσε αργεντίνικη παραδοσιακή μουσική με το συγκρότημά της «Sombras» κι εκείνος εκστασιασμένος θα της προτείνει να πρωταγωνιστήσει στη «Μαρία» ανοίγοντας της την πόρτα σ’ έναν νέο μουσικό κόσμο που έμελλε να την καθιερώσει, μέχρι τα χρόνια που ακολούθησαν με τις περιοδείες τους στην Λατινική Αμερική, την μετακόμισή τους στην Ευρώπη έως το πρωινό εκείνο του 1975, που η Αμελίτα θα μαζέψει τα πράγματά της απ’ το σπίτι και οι δρόμοι τους θα χωρίσουν για πάντα, ένωσαν τις ζωές τους τόσο έντονα, που δεν χωράει να μιλήσεις για τον έναν δίχως μια αναφορά στον άλλον. 

Η ίδια βέβαια, όταν θα της ζητήσω να με μεταφέρει στην ατμόσφαιρα της στιγμής που πρωτοσυναντήθηκαν και ο Πιατσόλα της ζήτησε να ηγηθεί του έργου, ρωτώντας την αν πράγματι επηρεάστηκε στη σύνθεση του από την γνωριμία τους ή αν η μουσική που πλέον θεωρείται κλασσική και έχει ακουστεί στις σημαντικότερες οπερατικές σκηνές και φεστιβάλ του πλανήτη (από το Houston Grand Opera το 1991 έως το Covent Garden το 2000) είναι εμπνευσμένη από την Ιγκλ Μάρτιν, την προηγούμενη σύντροφό του, θα αρκεστεί στο να μου πει: 

«Όταν τους γνώρισα, ο Πιατσόλα και ο Φερέρ είχαν ήδη γράψει σχεδόν όλο το έργο. Έλειπαν μόνο κάποιες λεπτομέρειες που συμπλήρωσαν, όταν συμμετείχα κι εγώ πλέον. Ο Πιατσόλα, αφού με γνώρισε και με άκουσε, μου τηλεφώνησε μέσα στην ίδια εβδομάδα και με κάλεσε να πρωταγωνιστήσω στο έργο. Εγώ μέχρι τότε τραγουδούσα φολκλόρ κι έπαιζα κιθάρα. Μετά ήρθε στη ζωή μου το τάνγκο. Τα υπόλοιπα αφορούν την προσωπική του ζωή».

Για την πρώτη τους γνωριμία έχουν ειπωθεί πολλά, τα περισσότερα από τα οποία εστιάζουν στην αρνητική πρώτη εντύπωση της Μπαλτάρ για τον λίγο παχουλό και άχαρο Άστορ, ο οποίος όπως αποκάλυψε ο Φερέρ σε παλαιότερη συνέντευξή του, εκείνη την περίοδο βίωνε μια μεγάλη κατάθλιψη, απογοητευμένος από την διάλυση του γάμου του αλλά και της ορχήστρας του. Εκείνο το βράδυ στο Nuestro Tiempo, εκείνος λένε ότι εντυπωσιάστηκε, όχι μόνο από τις φωνητικές της δυνατότητες, αλλά και από τα μακριά, καλλίγραμμα πόδια της. 

«Δεν ξέρω που το βρήκες αυτό», μου λέει, αναρωτώμενος πώς από μία τόσο αρνητική φημολογούμενη πρώτη εντύπωση μπορεί να οδήγησε σε μια μακροχρόνια σχέση.

«Όταν τον γνώρισα ήταν ένας κύριος, μεγαλύτερος μου, με κάποιο βάρος και λίγα μαλλιά. Δε θα ήθελα να μοιραστώ λεπτομέρειες για την προσωπική μου ζωή. Απλά θα σας πω ότι ζήσαμε μαζί έντονα χρόνια και πολυάριθμες περιοδείες στο εξωτερικό για χάρη της Αργεντινής μας, που είναι τόσο σπουδαία. Υπήρξε ένας σημαντικός σταθμός στη ζωή μου και στην καριέρα μου».

«Τώρα, μετά από 50 χρόνια, δεν θα μπορούσα να φανταστώ πώς θα ήταν η ζωή μου χωρίς εκείνον», συνεχίζει. «Πιθανότατα θα συνέχιζα να τραγουδάω, δεδομένου ότι το έκανα ήδη με επιτυχία. Όταν τραγουδάω σήμερα όλα τα τραγούδια που εκείνος μου έγραψε, τα αισθάνομαι ως μέρος της ζωής μου. Θα μπορούσα να σου πω ότι σχεδόν μου φαίνονται δικά μου».

«Ζήσαμε 7 χρόνια, από το 1968 μέχρι το 1975, με τα πάνω και τα κάτω τους, όπως συμβαίνει στη ζωή», μου λέει όταν της αναφέρω ότι ο ίδιος είχε δηλώσει πως το 1969, έτος κατά το οποίο ήταν ζευγάρι, ήταν η πιο παραγωγική χρονιά της ζωής του. 

«Νιώθαμε ευτυχισμένοι όταν επισκεπτόμασταν τη μητέρα του, το Μαρ ντελ Πλάτα, αλλά και όταν παρουσιάζαμε για πρώτη φορά τα τραγούδια μας». 

Το «Balada para un loco» είναι ίσως το πιο γνωστό τραγούδι που της έγραψαν ο Πιατσόλα με τον Φερρέρ, και κατάφερε να πουλήσει 200 χιλιάδες αντίτυπα μέσα στις πρώτες εβδομάδες της κυκλοφορίας του το 1969, αριθμό – ρεκόρ που για τα δεδομένα της Αργεντινής εκείνης της εποχής είχαν καταφέρει να χτυπήσουν μόνοι οι Beatles. 

Τη ρωτάω αν είναι αλήθεια ότι οι πρώτες παραστάσεις της «Μαρίας» ήταν αποτυχημένες, κυρίως εισπρακτικά. Ο Ντανιέλ Πιατσόλα, ο γιος του Άστορ, έχει δηλώσει παλαιότερα ότι το ανέβασμα του έργου ήταν μια μεγάλη οικονομική καταστροφή για τον πατέρα του, ο οποίος αναγκάστηκε να πουλήσει ακόμα και το αμάξι του για να αντιμετωπίσει τα χρέη.

«Αλήθεια είναι», μου λέει. «Το ευρύ κοινό δεν ερχόταν, αλλά ερχόταν ο κόσμος της τέχνης: ηθοποιοί, θεατρικοί σκηνοθέτες, καλλιτέχνες της ροκ, άνθρωποι που σήμερα είναι διάσημοι και τότε ήταν περίπου 20 χρονών. Δουλέψαμε σκληρά, μέρα με τη μέρα και όλο αυτό ήταν μια τεράστια ευθύνη για εμάς. Ήταν δύσκολο να δεχτεί το κοινό αυτό το πρωτοποριακό έργο, αλλά τελικά έγινε επιτυχία και αγαπήθηκε πολύ».

Σήμερα, στο κατώφλι των 78 της χρόνων, μου λέει πως είναι «μια φυσιολογική γυναίκα με πολύ χιούμορ και κάπως δύσκολο χαρακτήρα». Το χιούμορ αλλά και τη δυσκολία θα την αντιληφθώ στο έπακρο, όταν θα τη ρωτήσω για την καθημερινότητά της, τις σημερινές της ασχολίες, πέρα απ’ το τραγούδι. «Θα πρέπει να ρωτήσεις τα σκυλιά και τα γατιά μου!», θα μου απαντήσει αλληγορικά. 

Το ίδιο αλληγορική θα είναι και στην τοποθέτηση της για την δύσκολη πολιτική και κοινωνική κατάσταση της Αργεντινής. Της λέω ότι τον περασμένο Ιούνιο πολλές γυναίκες διαδήλωσαν στο Κογκρέσο της χώρας για να υπερασπιστούν το δικαίωμα στην έκτρωση και τη ρωτάω αν είναι υπέρ ή κατά της νομιμοποίησης των αμβλώσεων. 

«Επιφυλάσσομαι για την απάντηση. Είμαι Ευαγγελική Χριστιανή, μπορείτε λοιπόν να τη φανταστείτε», λέει. 

Όσο κι αν δεν θέλει να μιλήσει για την πολιτική, η «Μαρία του Μπουένος Άιρες» δεν είναι μόνο το πιο πολυπαιγμένο έργο του αργεντίνικου θεάτρου, αλλά κι ένα κείμενο βαθιά πολιτικό, που βουτά στα άδυτα του υποκόσμου της Αργεντινής, η οποία γεννιέται, πεθαίνει και ανασταίνεται σαν την τάνγκο ψυχή της πρωταγωνίστριας.

«Ζω στο παρόν και αφήνω το μέλλον στα χέρια του Θεού», μου λέει κλείνοντας την κουβέντα μας. Προς το παρόν, το άμεσο μέλλον θα τη βρει για πρώτη φορά στη ζωή της στην Αθήνα να τραγουδά στη σκηνή του Ηρωδείου.

Info: 

María de Buenos Aires του Astor Piazzolla με την Αmelita Baltar – Ωδείο Ηρώδου Αττικού – Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2018