Μέσα στο Θέατρο Skrow με αφορμή την καινούρια σκηνοθεσία του Βασίλη Μαυρογεωργίου «Η Αρχή του Αρχιμήδη» του Ζουζέπ Μαρία Μιρό, για να μιλήσουμε με τον σκηνοθέτη και τους ηθοποιούς για το πώς αντιμετώπισαν το νόημα του έργου και κυρίως τη ματιά τους πάνω στους ρόλους τους. Κι ενώ το έργο θίγει ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα με το που μπήκα το βάλαμε για λίγο στην άκρη και μόνο σοβαρά δεν πήρανε τις φωτογραφίες που τους έβγαζα.

Μιχάλης Συριόπουλος

«Είναι πολύ μεγάλη χαρά η συγκεκριμένη συνεργασία, η δικιά μου ομάδα που αποτελείται από τη Μαρία Φιλίνη και τον Σεραφείμ Ράδη που έχουμε κάνει πολλές δουλειές στο παρελθόν και με κάποιο τρόπο μπολιάστηκαν και ο Γιάννης Σοφολόγης με τον Μιχάλη Συριόπουλο που είναι δυο εξαιρετικοί νέοι ηθοποιοί, και δουλέψαμε με πολύ ωραίο τρόπο και βγάλαμε ένα πολύ ωραίο αποτέλεσμα κατά τη γνώμη μου. Για μένα το έργο είναι οι ηθοποιοί και συνήθως μέσα από τη δουλειά το αφήνω πάνω τους να το διασκεδάσουν, άλλωστε για μένα το θέατρο είναι η τέχνη του ηθοποιού», μου λέει ο Βασίλης Μαυρογεωργίου όταν τον ρωτάω για την ομάδα.

Ας πάμε όμως στο ίδιο το έργο για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Το κείμενο είναι του 2011, ένα εξαιρετικά σύγχρονο έργο που σαν γροθιά στο στομάχι σε αφυπνίζει για όλα τα προβλήματα της κοινωνίας της γενιάς μας. Παιδεραστία, φασισμός, ομοφυλοφιλία, η σχέση μας με το διαδίκτυο και κυρίως πόσο μπορει ν αλλάξει ένας άνθρωπος κάτω από το πρίσμα του φόβου και πως μια υπόνοια μπορει να δημιουργήσει μια αλυσιδωτή αντίδραση και να ξυπνήσει όλες τις αρχέγονες συμπεριφορές που κρύβουμε μέσα μας.

Ο Τζόρντι είναι δάσκαλος σε μια ομάδα κολύμβησης παίδων, αγκαλιάζει και δίνει ένα φιλί σε ένα αγοράκι που κλαίει γιατί φοβάται το νερό και δε θέλει να κολυμπήσει χωρίς σωσίβιο. Μια τρυφερή κίνηση ενθάρρυνσης ενός καλού δασκάλου. Μια απρεπής κίνηση με υποβόσκουσα σεξουαλική πρόθεση.

Μια κίνηση που θα αποτελέσει αφορμή μιας αλληλουχίας εκρηκτικών συζητήσεων και καταστάσεων για να έρθουν στην επιφάνεια καχυποψίες, προκαταλήψεις και φόβοι.

Πώς αντιδράς όμως όταν θα σου χτυπήσει την πόρτα το πρόβλημα; Πόσο λεπτά είναι τα όρια ανάμεσα στο φιλελευθερισμό και το φασισμό όταν το πρόβλημα μπορεί να έχει να κάνει με το παιδί σου, τον φίλο σου, τον υπάλληλο σου, αλλά κι εσένα τον ίδιο;

«Το κείμενο μου το έδωσε η Μαρία Χατζηεμμανουήλ που κάνει μεταφράσεις από τα Ισπανικά και κάνει εξαιρετική δουλειά σε πολλά έργα, μέσα λοιπόν από μια πληθώρα έργων εντόπισα αυτό το έργο με τράβηξε κατ ευθείαν», μου λέει ο Βασίλης Μαυρογεωργίου.

«Μελετώντας το ξανά και ξανά  καταλαβαίνεις ότι έχει μια πολιτική κατεύθυνση και πιάνει ένα ζήτημα το οποίο είναι πολυπρισματικό. Δηλαδή το πώς η κοινωνία αντιμετωπίζει έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να έχει κάνει ένα έγκλημα ή κατά πόσο θα ήταν ικανός να κάνει ένα έγκλημα ή στο τέλος αν υπάρχει η οποιαδήποτε υποψία ότι θα μπορούσε να πράξει το έγκλημα. Τον βάζει στο περιθώριο και η καχυποψία μετατρέπεται σε βία. Σε σχέση με ό,τι βλέπουμε να συμβαίνει στη χώρα μας αλλά και παγκοσμίως.

Έχουμε το πρόσφατο παράδειγμα της δολοφονίας του Ζακ Κωστόπουλου που δείχνει τη μαζική βία, που εμένα σαν άνθρωπο μου δημιουργεί οργή και δεν ξέρεις πώς να τα αντιμετωπίσεις αυτά τα πράγματα, δεν ξέρεις πώς μπορείς να τα ελέγξεις ειδικά όταν υπάρχουν άνθρωποι που παίρνουν το νόμο στα χέρια τους, και κάπως αισθάνθηκα ότι παρόλο που γράφτηκε το 2011 όχι μόνο δεν έχει λυθεί αλλά κάνει κύκλους και μεγαλώνει με τον καιρό».

Μαρία Φιλίνη

«Ο χαρακτήρας που κάνω είναι η Άννα», μου λέει η Μαρία Φιλίνη, «είναι η διευθύντρια του κολυμβητηρίου και ουσιαστικά την βλέπουμε την μέρα που προκύπτει το θέμα με τον Τζόρτνι, ότι έχει φιλήσει ένα παιδί στο στόμα, οπότε ουσιαστικά βλέπουμε δυο ώρες από τη ζωή αυτής της γυναίκας που προσπαθεί να διαχειριστεί αυτό το συμβάν.

Την βλέπουμε ν’ αλλάζει μέσα σ’ αυτές τις δύο ώρες. Βλέπουμε πως ο φόβος μπορει να επηρεάσει και να οδηγήσει σε λάθος αποφάσεις, να στραφεί ενάντια σ’ έναν άνθρωπο που μέχρι τώρα εκτιμούσε πολύ. Αυτό γίνεται περισσότερο γιατί η Άννα έχει χάσει ένα παιδί όταν ήταν 16, άρα ο φόβος ότι ένα παιδί μπορεί να πάθει οτιδήποτε και μπορεί να ευθύνεται η ίδια κουμπώνει στους φόβους της και γίνεται αυτή η μεταστροφή.

Η Άννα τη χάνει τη μάχη με το φόβο, μέσα στην ώρα που την παρακολουθούμε και αυτό για μένα είναι πολύ ενδιαφέρον, γιατί για μένα αυτό είναι και το νόημα του έργου, το πώς αφήνουμε το φόβο να κουμπώσει πάντα σε δικά μας θέματα και να ξυπνήσει συμπεριφορές που δεν θα περίμενε ποτέ κανείς. Βλέπουμε πώς η προστασία ξαφνικά μετατρέπεται σε κάτι βίαιο».

«Εγώ κάνω τον Νταβίντ», μου λέει ο Σεραφείμ Ράδης.

«Είναι ο γονιός ενός από τα παιδιά του κολυμβητηρίου, οπότε κυρίως υποστηρίζει την άποψη της ασφάλειας των παιδιών και σαφώς βλέπουμε το πώς ο φόβος του γονέα μπορεί να τον οδηγήσει σε συντηρητικές συμπεριφορές προς τους άλλους. Το στοιχείο του φόβου είναι αυτό που μας κάνει να έχουμε χαρακτηριστικά ανθρώπων που δεν θέλουμε, η άποψη του ,επειδή αναφέρεται στο παιδί του, είναι τόσο βασισμένη στην πραγματικότητα.

Σεραφείμ Ράδης

Ξέρεις είναι λίγο περίεργο γιατί δεν στηρίζω τη στάση του χαρακτήρα, παλεύω πολύ μέσα μου για να φτάσω εκεί και νομίζω ότι τα καταφέρνω, αλλά η αλήθεια είναι ότι σε επίπεδο καθημερινότητας πατάει στα πόδια του και νομίζω ότι κοινωνικά είναι πολύ λεπτά τα όρια του τι θα ορίσουμε φασιστική συμπεριφορά. Ο συγκεκριμένος πατέρας δεν πάει εκεί για τον τσαμπουκά πάει διερευνητικά και μέσα από τη διαδικασία και κυρίως λόγω φόβου η συμπεριφορά του αλλάζει».

«Το κείμενο ασχολείται κυρίως με τη φήμη και πώς αυτή διογκώνεται και μετατρέπεται σε οργή των πολλών δίχως καν να είμαστε σίγουροι για την αλήθεια, είναι φοβερό πως με την παραμικρή υπόνοια μιας φήμης το μυαλό μας πάει μόνο προς εκείνη την κατεύθυνση», μου λέει ο Γιάννης Σοφολόγης.

«Είμαι ο Έκτορ, προπονητής του κολυμβητηρίου και φίλος του Τζόρντι, είμαι ο κοινός νους με έναν τρόπο, γίνομαι δέκτης και παίρνω θέση αναλόγως στα πράγματα, ο Έκτορ είναι ένας άνθρωπος που δεν θέλει φασαρίες και θέλει να κάνει τη δουλειά του. Είναι ένα βαθιά ρεαλιστικό έργο στα όρια του νατουραλισμού αλλά με πολλά συγγραφικά ευρήματα που ουσιαστικά ο συγγραφέας προστάζει μια σκηνοθεσία».

Γιάννης Σοφολόγης

«Είναι η πρώτη φορά που κάνω μια σκηνοθεσία που περιέχει ρακόρ», προσθέτει ο Βασίλης Μαυρογεωργίου, «όταν ξεκίνησα να δουλεύω πάνω στο έργο δεν το είχα καταλάβει και ουσιαστικά μας δυσκόλεψε αρκετα, παίζει με σκηνοθετικές γωνίες και οι σκηνές επαναλαμβάνονται συνεχώς, ό,τι χρησιμοποιεί ένας ηθοποιός σε μια σκηνή πρέπει να υπάρχει στο ίδιο ακριβώς σημείο για παίξει η επόμενη σκηνή. Ξαφνικά ένα μπουκαλάκι, ένα τσιγάρο, γίνεται εφιάλτης.

Στην αρχή λοιπόν ήταν ένας εφιάλτης και είχα αρχίσει να το μετανιώνω, τώρα που δουλεύτηκε το τεχνικό είναι απολαυστικό».

«Εγώ τον Τζόρντι τον αγαπάω και τον καταλαβαίνω απόλυτα. Δυστυχώς είναι πολύ επίκαιρο το έργο και το δυστυχώς με κεφαλαία. Με τρομάζει πολύ ο φόβος στους ανθρώπους γιατί φέρνει το φασισμό και είναι πολύ επικίνδυνο. Θα έπρεπε να ανεβαίνουν συνέχεια τέτοια έργα», μου λέει ο Μιχάλης Συριόπουλος.

«Ο Τζόρντι είναι ένας προπονητής κολύμβησης, ένα παιδί που άργησε πολύ να μάθει να κολυμπάει και που δείχνει μέσα από το κείμενο ότι μεγάλωσε με φόβο, έχει κρυμμένα μυστικά για τα οποία δεν δίνει δικαιώματα αλλά το μέλημα του είναι να διώχνει τους φόβους των άλλων και να τους κάνει να περνάνε καλά. Όλα τα πράγματα όμως έχουν δυο όψεις, όπως για το πώς εκλαμβάνει κάποιος εξωτερικός παρατηρητης τις συμπεριφορές του».

«Τα βρήκα μπαστούνια με τον Τζόρντι γιατί έπρεπε ν αποδεχτώ πολλά πράγματα και να τα ξορκίσω, και μου φάνηκε πολύ αστείο όταν μου έδωσε το κείμενο ο Βασίλης και κατάλαβα ότι έπρεπε να κάνω έναν προπονητή που βγαίνει επί σκηνής χωρίς μπλούζα παρόλα αυτά απ΄ότι φαίνεται θα το κάνω.

Είναι πολύ ωραίο να σ’ εμπιστεύεται ο σκηνοθέτης σου αλλά και να σε βοηθάει ν’ αλλάξεις τελείως, κι εγώ λατρεύω τις διαφορετικές όψεις».

Info παράστασης:

H Αρχή του Αρχιμήδη | 1 Φεβρουαρίου – 21 Απριλίου 2019 | Skrow