Δυο αδέλφια ληστεύουν τράπεζες. Σε μικρές κωμοπόλεις του Δυτικού Τέξας. Μόλις ανοίξουν το πρωί. Για να μην έχουν κόσμο. Δε θέλουν να παίρνουν λεφτά από δεσμίδες. Μόνο τα χαρτονομίσματα που δεν έχουν γίνει ακόμη δεσμίδες και καταγραφεί, ώστε να μπορούν να εντοπιστούν μόνο τα ψιλολόγια που βρίσκονται στα συρτάρια των ταμείων. Ο μεγάλος αδελφός το έχει ξανακάνει το σπορ της ληστείας τραπεζών στο παρελθόν, έχει κάνει και φυλακή κάμποσα χρόνια, την έχει την παρανομία και τη βία στο μεδούλι του. Αλλά, όπως θα παρατηρήσει κάποιος τρίτος στη διάρκεια της ταινίας, τα χρόνια που μπορούσες να ληστεύεις τράπεζες και να ζεις από αυτό ξοδεύοντάς τα, ανήκουν για τα καλά στο παρελθόν. Και πράγματι, οι ληστείες είναι σχεδιασμένο να είναι για λίγες μέρες και μέχρι να μαζευτεί το συνολικό ποσό που ψάχνουν. Γιατί είναι ο μικρός αδελφός που ζήτησε αυτή τη φορά από τον μεγάλο να το κάνουν, είναι ο μικρός αδελφός που υπήρξε ως τώρα νομοταγής, που του το ζητάει, γιατί θέλει να σώσει το οικογενειακό ράντσο από την κατάσχεση που θα συμβεί σε λίγες μέρες. Αν όμως είναι οικογενειακό το ράντσο και τους ανήκει γενιές ολόκληρες, πώς υποθηκεύθηκε και γιατί να κατασχεθεί; Υπάρχουν σύγχρονες τραπεζικοί μέθοδοι για όλα.

Hell or High Water

Να κλέβεις την τράπεζα που θα σου πάρει την περιουσία και να την πληρώνεις με τα δικά της τα λεφτά. Εκτός από σωτηρία σου, είναι και εκδίκηση; Είναι και βγάλσιμο της γλώσσας στο σύστημα; Και ναι και όχι. Γιατί όταν ο κόσμος έχει δομηθεί να λειτουργεί με έναν τρόπο, το περισσότερο που μπορείς να ελπίζεις, είναι να βρεις τρόπο να πας κι εσύ καλά μέσα σε αυτόν τον κόσμο. Την τράπεζα και να την κλέψεις, πάλι στο τέλος δε θα βγει και τόσο χαμένη, πάλι τα πράγματα μέσω του τραπεζικού συστήματος θα πρέπει να λειτουργήσουν. Στην καλύτερη περίπτωση να καταφέρεις να βγεις κι εσύ κερδισμένος. Η τράπεζα χαμένη δε γίνεται να βγει, δεν εξαρτάται από τις δικές σου δυνάμεις, οι τράπεζες είναι πολύ μεγάλες για να αποτύχουν, πολύ μεγάλες για να ληστευθούν.

Hell or High Water

Δυο ρέιντζερ προσπαθούν να εντοπίσουν τους δυο ληστές. Ο ιεραρχικά ανώτερος είναι λευκός, ο βοηθός του είναι μισός Ινδιάνος. Καθώς έχουν σταθεί σε μια ακόμη μικρή κωμόπολη στην καταδίωξη των ληστών, ο βοηθός θα πει: «Οι πρόγονοί μου είχαν αυτή τη γη για αιώνες, μέχρι που ήρθαν οι πρόγονοι αυτών εδώ των κατοίκων και τους την πήραν. Και τώρα η γη αλλάζει πάλι χέρια. Από τους Ινδιάνους στους λευκούς εποίκους και τώρα από τους απογόνους τους στις τράπεζες». Οι μικρές ληστείες και οι μικρές παρανομίες απέναντι στις μεγάλες: η ληστεία της γης που δέσποζαν κάποτε οι Ινδιάνοι και τώρα η ληστεία των τίτλων ιδιοκτησίας και το πέρασμά της από τους ανθρώπους στις τράπεζες. Οι τράπεζες είναι ο μεγάλος κακός του «Πάση Θυσία». Όταν οι ρέιντζερ μεταβαίνουν σε μια ακόμη κλεμμένη τράπεζα για να ψάξουν για ίχνη κι εμφανίζεται ένας κουστουμαρισμένος κύριος, ο διευθυντής του υποκαταστήματος, ο λευκός ρέιντζερ λέει: «Να κάποιος που μοιάζει ότι θα μπορούσε να κάνει κατάσχεση σε μια περιουσία».

Hell or High Water

Δυτικό Τέξας. Απέραντες πεδιάδες, με απομονωμένες μικρές κωμοπόλεις, χρειάζεται να οδηγείς για ώρες μέχρι να φτάσεις σε κάποια μεγάλη πόλη. Στα «Νυκτόβια Πλάσματα» του Τομ Φορντ, που παίζονται επίσης αυτόν τον καιρό, ξανά στο Δυτικό Τέξας ένας ήρωας υμνεί την έλλειψη σήματος στο κινητό μέχρι να διαπιστώσει ότι αν σου συμβεί κάτι εκεί, παραείσαι απομονωμένος, παραείσαι ολομόναχος. Έτσι και στο «Πάση Θυσία», όταν οι ρέιντζερς συναντούν αληθινούς καουμπόις με τα κοπάδια τους και μια μεγάλη φωτιά που καίει στο βάθος, ο βοηθός ρωτάει τον επικεφαλής αν πρέπει να αναφέρουν το περιστατικό. Εκείνος του απαντάει ότι η φωτιά θα κάψει ό,τι είναι να κάψει και μετά θα σβήσει, ότι και να το ανέφεραν δεν υπάρχει κανείς που θα μπορούσε να ασχοληθεί. Συνθήματα στον τοίχο που λένε ότι -σε αντίθεση με τις τράπεζες- δεν υπήρξε bailout για τους στρατιώτες που υπηρέτησαν στο Ιράκ, πινακίδες για δάνεια, τηλεευαγγελιστές, ούτε ένας μαύρος στο οπτικό μας πεδίο, εδώ είναι Δυτικό Τέξας, μαύροι δεν υπάρχουν. Όπως στα γουέστερν σχεδόν όλοι οπλοφορούν και δεν το έχουν και σε τίποτα να αρχίσουν να πυροβολούν ή και να οργανώνουν αυτοσχέδια αποσπάσματα που θα κυνηγούν τους κακούς.

Hell or High Water

Τα ρατσιστικά αστεία του ενός ρέιντζερ προς τον άλλο, του Τζεφ Μπρίτζες προς τον Τζιλ Μπέρμιγχαμ, είναι συνεχή. Ο Μπρίτζες περνά τις τελευταίες μέρες του στη δουλειά, γιατί συνταξιοδοτείται (ο αστυνομικός που περνά τις τελευταίες μέρες πριν τη σύνταξη αντιμέτωπος με μια υπόθεση είναι από τα πιο χρησιμοποιημένα κλισέ, αλλά χαλάλι). «Όταν πάρω τη σύνταξη είναι αυτά τα πειράγματα που θα σου λείψουν», λέει στον βοηθό που ενοχλείται.

Το «Πάση Θυσία» είναι μια ταινία που λειτουργεί ως καλοκουρδισμένο σύνολο

Και νομίζω το πώς θα τοποθετηθεί κανείς απέναντι σε αυτά τα «πειράγματα» είναι κάτι που δεν σου υπαγορεύει η ταινία, αλλά κάτι που θα εξαρτηθεί από το πώς βλέπεις γενικά τον κόσμο. Θυμήθηκα τη σκηνή στο «Gran Torino» που ο Κλιντ Ίστγουντ πηγαίνει το νεαρό Ασιάτη στο κουρείο και ανταλλάσσει με τον κουρέα του ρατσιστικά στερεότυπα. Αλλά και πάλι εκεί τα αστεία είναι μεταξύ λευκών. Εδώ υπάρχει διπλή εξουσία. Του προϊσταμένου προς τον υφιστάμενο και του καουμπόι προς τον Ινδιάνο, με όλο το ιστορικό της βάρος. Βλέπει τον βοηθό του ως κατώτερο; Όχι. Αλλά θεωρεί ότι έχει το δικαίωμα, ότι δικαιούται να τον πειράζει διαρκώς, ότι το να τον πειράζει διαρκώς με ρατσιστικά αστεία είναι αθώο και μη προσβλητικό. Σε μια από τις ληστείες, ένας ηλικιωμένος πελάτης βλέπει πίσω από τις μάσκες τους και διακρίνει από την προφορά τους ότι οι ληστές είναι λευκοί. Σαν αυτόν δηλαδή. «Τι ντροπής πράγματα είναι αυτά που κάνετε, δεν είστε καν Μεξικάνοι». Μέσα σε αυτό το περιβάλλον πρέπει να δει κανείς και τα αστεία του Μπρίτζες. Σε ένα περιβάλλον ρατσιστικής φόρτισης η αθωότητα είναι μάλλον αυταπάτη.

Hell or High Water

Μια αίσθηση εντοπιότητας εντελώς διεστραμμένη. Ένας τοπικισμός διαστροφικός. Σε ένα βενζινάδικο θα γίνει τσαμπουκάς από έναν νεαρό που ακόμη δεν έχει πήξει το μυαλό στο κεφάλι του. Και αντίστοιχος τσαμπουκάς από αντίστοιχο νεαρό θα μπορούσε να γίνει και σε οποιοδήποτε άλλο μέρος. Αλλά δεν είναι μόνο ότι κάνει μανούρα από το πουθενά, ούτε καν δια ασήμαντον αφορμή, χωρίς καν αφορμή. Είναι κυρίως και αυτά που λέει. «Έρχεσαι στο μέρος μου και με κοιτάς έτσι;». Κι εδώ ένα δικαίωμα. Στον τόπο αυτόν τον απομονωμένο, δικαιούμαι να είμαι αφιλόξενος προς κάθε ξένο. Και μια ηλικιωμένη σερβιτόρα που σερβίρει δεκαετίες στο μαγαζάκι της, βλέπει τους μη ντόπιους να κάθονται και τους υπαγορεύει τι και πώς θα παραγγείλουν. Χωρίς μα και μου. Γιατί αυτά σερβίρουν εδώ. Άμα τους αρέσει.

Το «Πάση Θυσία» είναι μια ταινία που λειτουργεί ως καλοκουρδισμένο σύνολο. Όλα τα επιμέρους συστατικά του είναι αυτά που πρέπει να είναι. Δεν είναι μόνο το έξοχο σενάριο του Τέιλορ Σέρινταν (με καταγωγή από το Δυτικό Τέξας, σεναριογράφου του διαδραματιζόμενου πάλι εκεί γύρω Sicario). Είναι και η εντελώς λειτουργική σκηνοθεσία του Ντέιβιντ Μακένζι που έρχεται με τη φούρια του «Γροθιές στους Τοίχους».

Καιρό έχουμε να δούμε τόσες μαζεμένες καλές ερμηνείες

Όλη η ένταση από εκείνη την ταινία είναι πάλι εδώ κι όλη η αντιδιαστολή αυτής της έντασης με χαρακτήρες που η έντασή τους είναι πιο εσωτερικευμένη. Καιρό έχουμε να δούμε τόσες μαζεμένες καλές ερμηνείες. Ο Μπεν Φόστερ ως ο μεγάλος αδελφός είναι τόσο μεγάλο λάθος που δεν προτάθηκε στα όσκαρ. Δίπλα του ο Κρις Πάιν κολλάει και ανταποκρίνεται πλήρως, δείχνοντας ότι μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από ένα λαμπερό πρόσωπο. Στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας έχει το κεφάλι χαμηλωμένο και ανάμεσα στους ώμους. Είναι ένας άνθρωπος που, ενώ έχει ένα σχέδιο για να βγει από τη μιζέρια και το κυνηγάει, προέρχεται από βαθιά εσωτερικευμένη ήττα. Οι γονείς του σκληροί άνθρωποι, ο πατέρας βίαιος, η μάνα δεν πρέπει να ήταν και ο πιο τρυφερός άνθρωπος του κόσμου. Φτώχεια, παρακμή, ερήμωση. Δε σηκώνεις το κεφάλι από τη μια μέρα στην άλλη. Ο Τζεφ Μπρίτζες δίνει ρέστα παίζοντας με τις αποχρώσεις και καταφέρνοντας να μη στείλει στιγμή τον ήρωά του στο έστω και ελάχιστα γραφικό. Ο Τζιλ Μπέρμιγχαμ στέκεται επίσης εντελώς επάξια και συμπληρωματικά δίπλα του. Αλλά και όλοι οι δεύτεροι ρόλοι. Με τα ελάχιστα λόγια που θα πουν έχουν λόγο ύπαρξης, φτιάχνουν χαρακτήρα και μένουν στο μυαλό. Η φωτογραφία του Τζάιλ Νάτγκενς χρωματίζει τα πρόσωπα και τα τοπία, όπως και η μουσική του Νικ Κέιβ και του Γουόρεν Έλις.

Ο μεγάλος αδελφός έρχεται σε μια φάτσα με φάτσα λεκτική αντιπαράθεση με έναν Ινδιάνο. «Ξέρεις τι σημαίνει Κομάντσι; Εχθροί για πάντα», του λέει αυτός. «Εχθροί με ποιους;», ρωτάει ο Φόστερ. «Εχθροί με όλους». «Άρα ξέρεις τι με κάνει αυτό;». «Εχθρό». «Όχι, με κάνει Κομάντσι». Υπόκλιση. Ταινιάρα.

Hell or High Water