Μετά τη συγκλονιστική Εκάβη στις Τρωάδες του Θόδωρου Τερζόπουλου, η Δέσποινα Μπεμπεδέλη θα υποδυθεί τη Σάρα στη Θυσία του Αβραάμ στο Ηρώδειο, την Κυριακή 7 Οκτωβρίου.

Πολιτογραφημένη Κύπρια, η Δέσποινα Μπεμπεδέλη γελά καθώς ομολογεί ότι όσο περνούν τα χρόνια, όλο και λιγότεροι γνωρίζουν ότι έχει γεννηθεί στη Νέα Σμύρνη και όχι στη Μεγαλόνησο. «Το ξέρουν όσοι έχουν απομείνει από τη γενιά μου. Αλλά οι νεότεροι λένε “η Κύπρια ηθοποιός”, ακόμα και οι δημοσιογράφοι έτσι το γράφουν. Το σπίτι μου δεν υπάρχει πια, στη θέση του είναι ένα βενζινάδικο, αλλά κάθε φορά που έρχομαι στην Αθήνα πηγαίνω στη Νέα Σμύρνη για προσκύνημα. Εκεί γεννήθηκα, εκεί βαφτίστηκα, εκεί παντρεύτηκα, στην Αγία Παρασκευή. Και θέλω να σας πω με υπερηφάνεια ότι ακόμα και σήμερα έρχονται όλες οι συμμαθήτριές μου και με βλέπουν στο θέατρο και συναντιόμαστε με μεγάλη συγκίνηση». Παιδί του πολέμου, μοναχοπαίδι στην οικογένεια, με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη και τη Μυτιλήνη, η Δέσποινα Μπεμπεδέλη κληρονόμησε την ωραία φωνή του πατέρα της που πάντα ονειρευόταν να γίνει κλασικός τραγουδιστής. Κάθε Κυριακή έψελνε στην Αγία Παρασκευή και ανελλιπώς παρακολουθούσε τη θεατρική ζωή της πρωτεύουσας που προσπαθούσε να επιστρέψει μετά τον πόλεμο στους κανονικούς ρυθμούς της.

«Ο πατέρας μου ήταν πουκαμισάς, η μητέρα μου μοδίστρα και η εποχή ήταν δύσκολη, οι άνθρωποι, ειδικά οι νέοι όπως ήταν οι γονείς μου, προσπαθούσαν να ορθοποδήσουν. Η ψυχαγωγία τους ήταν το θέατρο. Ήταν μια ιεροτελεστία και κοινωνική θα έλεγα, φορούσαν τα καλά τους, τα ωραία τους ρούχα και όπου μπορούσαν έπαιρναν και εμένα μαζί τους. Θέλω να σας πω ότι δεν με άφησαν ποτέ να μη δω παράσταση του Εθνικού Θεάτρου».

Σας επηρέασαν αυτές οι παραστάσεις στις κατοπινές σας αποφάσεις; Τις θυμάστε;

Όταν ήμουν στο δημοτικό είδα όλα αυτά τα ιερά τέρατα όπως τους αποκαλούμε σήμερα, την Αρώνη, τη Μανωλίδου, τον Γιώργο Παππά. Αυτό όμως που με μάγευε ήταν ότι η σκηνή μεταμορφωνόταν από παλάτι σε δάσος, αυτός ήταν ένας άλλος κόσμος, πρωτόγνωρος και πολύ εντυπωσιακός. Πηγαίναμε και στο Εθνικό και στο ελεύθερο θέατρο, τους είδα όλους και το λέω μέχρι και σήμερα ότι αυτούς που βλέπουμε ακόμα στις ταινίες, στην τηλεόραση τους έχω δει ζωντανά.

Φαντάζομαι κάπου εκεί αποφασίσατε να γίνετε ηθοποιός;

Όχι ακριβώς. Ήμουν καλή μαθήτρια και είχα πάρει μια υποτροφία από το Γαλλικό Ινστιτούτο που τότε διηύθυνε ο Οκτάβιος Μερλιέ. Έτσι περίπου, είχε αποφασιστεί να γίνω καθηγήτρια γαλλικών. Και για να μιλήσω ειλικρινά την ιδέα να γίνω ηθοποιός μου την έβαλαν οι ίδιοι οι καθηγητές μου στο σχολείο, κάτι που ήταν σπάνιο, δεν έλεγαν -ειδικά στις μαθήτριες- «να σπουδάσεις θέατρο», ήταν ένα ταμπού τότε ακόμα. Έτσι πήρα το δρόμο μου, πήγα στη σχολή του Πέλου Κατσέλη και είχα αυτό τον σπουδαίο δάσκαλο που μου έμαθε ελληνικά, το ρυθμό και το κάλλος της γλώσσας, το σεβασμό στο λόγο. Και κάπου εκεί ήρθε στη ζωή μου ο Μίκης Θεοδωράκης που με πήρε για να τραγουδήσω το «τραγούδι του νεκρού Αδερφού» και ο Κάρολος Κουν που με ζήτησε από τον Πέλο Κατσέλη για μια παράσταση.

«Σήμερα, όταν τα νέα παιδιά γράφονται στη σχολή πρέπει να τους βάλουμε στο κεφάλι ότι σπουδάζουν πρώτα από όλα θέατρο»

Κάθε φορά που σας ακούω να τραγουδάτε σκέπτομαι αν μετανιώσατε που δε γίνατε τραγουδίστρια και γίνατε ηθοποιός.

Ήθελε ο Μίκης να μείνω στο τραγούδι αλλά ο Κουν μια μέρα με έβαλε στο γραφείο του και μου είπε να διαλέξω ανάμεσα στο τραγούδι και το θέατρο. Πήγα στον πατέρα μου πολύ «ζεματισμένη», τον ρώτησα και μου είπε ότι έπρεπε να αποφασίσω μόνη μου. Δε μετάνιωσα για την απόφασή μου γιατί εκτός όλων των άλλων αξιώθηκα και είπα μοναδικά τραγούδια στο θέατρο.

Στο Θέατρο Τέχνης άλλαξε όλη η ζωή σας, η διαδρομή σας, δεν είναι έτσι;

Αλήθεια είναι. Ήταν ευλογία να σε δεχτεί ο Κουν εκείνη την εποχή. Εκεί γνώρισα την ομάδα των Κυπρίων ηθοποιών που είχαν έρθει από την Κύπρο για να συμπληρώσουν τις σπουδές τους στο Θέατρο Τέχνης, τον Χαραλάμπους, τη Γαϊτανοπούλου και βέβαια και τον Στέλιο Καυκαρίδη, με τον οποίο αγαπηθήκαμε και όταν επέστρεψαν στην Κύπρο τον ακολούθησα. Αυτά έγιναν πριν από 54 χρόνια.

Αυτή δεν ήταν μια δύσκολη απόφαση; Εννοώ να αλλάξετε χώρα;

Στην ουσία όχι, γιατί αυτά τα παιδιά ήθελαν να επιστρέψουν πίσω και να κάνουν θέατρο στην πατρίδα τους. Ήταν μια εξαιρετική περίπτωση και γενιά, ήταν μια σημαδιακή εποχή και ο Εύης Γαβριηλίδης οργάνωσε τη μετάβασή μας στην Κύπρο, εκεί μας περίμεναν, τα βρήκαμε όλα έτοιμα, δεν πήγαμε με μια βαλίτσα στο χέρι, να ψάχνουμε τι θα κάνουμε. Το 1968 που συνέβησαν αυτά, ιδρύθηκε το περίφημο θεατράκι του ΡΙΚ (Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου). Εμείς, εκεί, ήμασταν μια ομάδα αληθινά ομοιογενής που προερχόμασταν από μια γερή θεατρική μήτρα και κάναμε σημαντικές δουλειές. Στη συνέχεια το 1971 φύγαμε γιατί ιδρύθηκε ο ΘΟΚ (Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου). Ξέρετε ακούγεται σαν αστείο σήμερα, αλλά στην Κύπρο τότε οι ηθοποιοί που υπήρχαν δεν μπορούσαν να επανδρώσουν τα θέατρα. Το σκέφτομαι πολύ συχνά αυτό σήμερα, με την κρίση να μαστίζει το χώρο και βλέποντας την αγωνία όχι μόνο των νέων ηθοποιών, αλλά και των ηθοποιών όλων των ηλικιών.

Μετανιώσατε που δεν κάνατε καριέρα στην Ελλάδα;

Σας το απαντώ αμέσως, δεν μετάνιωσα, γιατί στην Κύπρο εγκλιματίστηκα γρήγορα, ήμουν ανάμεσα σε φίλους, δεν ήμουν ένα ξένο σώμα που έπρεπε να παλέψω, μιλούσα ίδια γλώσσα και οργανώθηκε και η οικογενειακή μου ζωή. Δεν μετάνιωσα γιατί στον ΘΟΚ από πολύ νωρίς έκανα μεγάλα πράγματα και στο αρχαίο δράμα και στο κλασικό ρεπερτόριο και δεν ξέρω ποιος ή ποια σκηνοθέτης ή θεατρώνης ή ακόμα και Εθνικό Θέατρο θα μου εμπιστευόταν στα 34 χρόνια μου να παίξω «Μάνα κουράγιο» για παράδειγμα. Στην Κύπρο μπήκα στο μεγάλο στίβο από νωρίς, εδώ μπορεί να προχωρούσαν πιο αργά ή να μην ήταν όπως είναι τώρα η διαδρομή μου. Άλλωστε την Ελλάδα την επισκέπτομαι συχνά και εδώ έκανα πράγματα σποραδικά αλλά σημαντικά, μια παράλληλη καριέρα. Με φώναξαν για εξαιρετικούς ρόλους και πολύ φωτεινά πράγματα μπήκαν στο βιογραφικό μου. Και στο θέατρο και στην τηλεόραση.

Αν σας ρωτήσω τι ήταν αυτό που έχτισε το ύφος της υποκριτικής σας;

Οι δάσκαλοι που είχαμε, πρώτα από όλα. Ο Κουν, ο Σεβαστίκογλου, ο Τριβιζάς. Στη συνέχεια στον ΘΟΚ κουβαλήσαμε ως ομάδα πια την πειθαρχία και την αυτοπειθαρχία. Η μελέτη που ήταν μια κληρονομιά από το Τέχνης και η συλλογικότητα που αναπτύξαμε μεταξύ μας. Έτσι με μια ματιά καταλαβαίναμε αν κάτι δεν πήγαινε καλά, υπήρχε μια συνεννόηση υψηλού επιπέδου και δε χρειαζόταν να υπεραναλύουμε τα πράγματα και να ξεκινάμε από την αρχή. Ίσως γι’ αυτό το λόγο όταν βλέπω σήμερα κάποιες παραστάσεις αρχαίου δράματος με ξενίζουν πολύ.

Πώς το εννοείτε αυτό;

Εννοώ ότι για να αλλάξεις κάτι, πρέπει να το έχεις μελετήσει πολύ, σε βάθος. Αυτό δε βλέπω, αυτός είναι και ο λόγος που αρνούμαι κάποιες προτάσεις, δεν μπορώ να επικοινωνήσω αυτό που μου ζητούν.

Η διδασκαλία, σας αρέσει;

Νομίζω υπάρχει το σπέρμα της δασκάλας μέσα μου, άλλωστε αν δε γινόμουν ηθοποιός θα γινόμουν δασκάλα.

Γιατί θέλουν σήμερα τα παιδιά να γίνουν ηθοποιοί, ως δασκάλα τους τι καταλαβαίνετε;

Θα απαντήσω γυρίζοντας στο παρελθόν. Στη γενιά μου, όταν αποφάσιζε κάποιος να γίνει ηθοποιός γινόταν για να κάνει θέατρο. Αυτή ήταν η αναφορά μας, αυτά που είχαμε δει στο θέατρο και το θέατρο όπως το είχαμε ακούσει στο ραδιόφωνο. Όσους ρωτήσετε άκουγαν το Θέατρο της Δευτέρας στο ραδιόφωνο, από εκεί γεννιόταν η επιθυμία να γίνουν ηθοποιοί. Δεν έμπαιναν οι ηθοποιοί για παράδειγμα στα περιοδικά της εποχής, παρά σπανίως, οπότε δε μας ενδιέφερε αυτό, δε μας έφερνε δουλειές. Πηγαίναμε λοιπόν να σπουδάσουμε και είχαμε αυτή τη συγκεκριμένη αντίληψη για το θέατρο. Σήμερα, όταν τα νέα παιδιά γράφονται στη σχολή μας πρέπει να τους βάλουμε στο κεφάλι ότι σπουδάζουν πρώτα από όλα θέατρο. Δε θέλουμε να ξεκινήσουν από την τηλεόραση και να μη ξέρουν στη συνέχεια πού να βάλουν τα χέρια και τα πόδια τους και τη φωνή τους. Καταλαβαίνω ότι είναι πολύ ελκυστικό ό,τι έχει να κάνει με τη δόξα και τη δημοσιότητα και μερικές φορές μπερδεύομαι και δεν καταλαβαίνω αν θέλουν να γίνουν πρόσωπα της τέχνης ή περσόνες.

Δηλαδή αν ερχόταν ένας νέος που θέλει να γίνει ηθοποιός τι θα του λέγατε;

Καταρχήν πρέπει να έχει ταλέντο. Και μαζί με αυτό να καλλιεργεί το πνεύμα του, γιατί χωρίς πνευματικότητα δεν αξίζει τίποτα. Το θέατρο σήμερα είναι μια επιστήμη, δεν μπορεί να βασίζεσαι σε αυτοσχεδιασμούς ή συναισθήματα μόνο. Δηλαδή αν ως ηθοποιός αισθάνεσαι ότι θέλεις να κλάψεις στη σκηνή πρέπει να κλαίει και ο θεατής; Για μένα ο ηθοποιός είναι ένας συνδυασμός ευαισθησίας και μυαλού. Ούτε μπορείς να είσαι τόσο «μέσα στο ρόλο» ώστε να μην καταλαβαίνεις τι συμβαίνει γύρω σου. Κάποιο κομμάτι του εγκεφάλου σου πρέπει να σε καθοδηγεί. Αλλιώς δεν μπορεί να κάνεις ρόλο. Χρειάζεται και ο αυτοέλεγχος και η πλημμυρίδα του εσωτερικού κόσμου.

Συγκινείται ο ηθοποιός; ρωτά ο Ντιντερό, εσείς τι λέτε;

Βέβαια συγκινείται, δεν είναι μηχανή, φτάνει η συγκίνηση να έχει το μέτρο του ρόλου. Ακόμα και το είδος της συγκίνησης που έχει κάθε συγκεκριμένος ρόλος διαφέρει, γιατί ο καθένας μας αντιδρά διαφορετικά. Όταν πηγαίνουμε θέατρο βλέπουμε σε αυτούς που θαυμάζουμε ικανότητα και ευφυΐα, την ατομικότητα του ηθοποιού μέσα στον άξονα του ρόλου. Αυτό είναι το πολύ ενδιαφέρον στο θέατρο γι’ αυτό και στην προχωρημένη Ευρώπη στα έργα που έχουν διπλή διανομή οι θεατές πηγαίνουν και τα βλέπουν και με τους δυο ηθοποιούς δεν λένε απλώς «είδα το έργο». Το θέατρο σού επιφυλάσσει σπουδαίες συναντήσεις και θα ήταν παράλειψη να μην πω την τελευταία μου σπουδαία συνάντηση με το Θόδωρο Τερζόπουλο στις Τρωάδες.  Η ματιά του ήταν συνταρακτική, μπήκα σε ένα ταξίδι αλησμόνητο και ένιωσα ότι όσο είναι ενεργός ένας ηθοποιός μαθαίνει. Αυτή δεν είναι η ουσία της τέχνης μας;

«Η  πιο βαθιά πληγή που άφησε η εισβολή είναι οι αγνοούμενοι, αυτά τα παιδιά που έφυγαν και δεν επέστρεψαν ζωντανά ή νεκρά»

Στη Θυσία του Αβραάμ που θα δούμε σε λίγες ημέρες στο Ηρώδειο υποδύεστε τη Σάρα. Θα ήθελα να σας ρωτήσω για το ρόλο της μάνας που αποχωρίζεται το παιδί της, τις αναλογίες αυτών των αποχωρισμών ακόμα και σήμερα.

Σε αυτό το λαϊκό θρησκευτικό ορατόριο, όπως το παρουσιάζουμε, εκτός από το γενικό θρήνο και τη σύγκρουση της Σάρας με τον Αβραάμ που τον επιτιμά, για την απόφαση να θυσιάσει το παιδί του, υπάρχει και η παράκλησή της προς το θεό που είναι επιθετική, τον παρακαλεί επιτακτικά να αλλάξει σκοπό. Έχει αναλογίες με όλες τις μάνες που βλέπουν το παιδί τους σήμερα να πηγαίνει σε έναν πόλεμο. Δε θέλω να υποτιμήσω καθόλου τους πατεράδες αλλά το φίλτρο της μάνας είναι πολύ ισχυρό, το ξερίζωμα του παιδιού από τη μάνα είναι μια κορυφαία στιγμή. Και οι αντιδράσεις σε αυτή την κορυφαία στιγμή διαφοροποιούνται. Γιατί υπάρχει στο πίσω μέρος του μυαλού η σκέψη ότι μπορεί να μην ξαναδείς το παιδί σου και αυτό σε φέρνει σε άφατη απελπισία, σε τρέλα. Ξέρετε, στην Κύπρο, βίωσα την εισβολή, είδα τις μάνες να βλέπουν τα παιδιά τους να πηγαίνουν σαν πρόβατα στη σφαγή και αυτό τις έφερνε σε κατάσταση υστερίας, τρέλας, δεν τα άφηναν να φύγουν, ήταν αποφασισμένες να πληρώσουν το όποιο τίμημα, ακόμα και αυτό της λιποταξίας. Αυτές τις γυναίκες τις σκέφτομαι συνεχώς μέχρι και σήμερα, ήταν σαν λέαινες, και σας το λέω επειδή το ζω, η πιο βαθιά πληγή που άφησε η εισβολή είναι οι αγνοούμενοι, αυτά τα παιδιά που έφυγαν και δεν επέστρεψαν ζωντανά ή νεκρά. Και πολλά είναι τα δράματα που εξακολουθούν να συμβαίνουν μέχρι σήμερα.

Σκέφτεστε το μέλλον;

Σκέφτομαι ότι δε θα παίζω μέχρι τα ενενήντα. Ότι οι ευκαιρίες και οι προτάσεις που έχω είναι εξαιρετικές, οπότε όσο το μυαλό δουλεύει και θυμάμαι τα λόγια θα δέχομαι την πρόκληση. Το σώμα καταπονείται πια και στην ηλικία μου έχει μικρύνει το ρεπερτόριο, άλλωστε, το βλέπετε, εμένα δε μου αρέσει να «πειράζονται» οι άνθρωποι για να μοιάζουν νεώτεροι, παραμορφώνονται, δεν το καταλαβαίνουν, αυτού του είδους η φιλαρέσκεια δε με αφορά. Με ενδιαφέρει το παρόν, η υγεία, αυτό που θα διδάξουμε τους νεώτερους, ο σεβασμός που δε σβήνει ποτέ μέσα μας για τις ιδέες και τα πρόσωπα. Η πνευματική διαύγεια, η καθαρότητα, η πνευματικότητα, άλλωστε αυτά δεν είναι που μας έκαναν να ζήσουμε όλη μας τη ζωή μέσα στην τέχνη;

Info παράστασης:

Η Θυσία του Αβραάμ | Κυριακή 7 Οκτωβρίου στις 21:00 | Ωδείο Ηρώδου Αττικού