Το μαρτίνι παραδοσιακά φτιάχνεται με τζιν και βερμούτ (προαιρετικά γαρνίρουμε με μία ή δύο ή τρεις πράσινες ελιές – ο Φράνκλιν Ντέλανο Ρούσβλετ επέμενε ότι οι ελιές πρέπει να είναι δύο και λέγεται ότι είχε και σχετική συζήτηση με τον Στάλιν και τον Τσώρτσιλ στην Τεχεράνη). Όσο λιγότερο το βερμούτ, τόσο πιο dry το μαρτίνι. Το λεγόμενο perfect μαρτίνι φτιάχνεται με συνδυασμό ξηρού και γλυκού βερμούτ. Η βασική παραλλαγή του ποτού αντικαθιστά το τζιν με βότκα – ο Τζέιμς Μποντ πίνει και τις δύο εκδοχές (εγώ πίνω dry).

Τζέιμς Μποντ, πράκτωρ 007: Τα διαμάντια είναι παντοτινά (1971)

Τζέιμς Μποντ, πράκτωρ 007: Τα διαμάντια είναι παντοτινά, 1971

Όμως τα φιλμ του Μποντ δεν είναι η μόνη κινηματογραφική αναφορά στο μαρτίνι: στο θρυλικό φιλμ «Η διακριτική γοητεία της μπουρζουαζίας» ο Λουί Μπουνιουέλ έχει εντάξει μια σκηνή όπου μαθαίνουμε πώς φτιάχνεται το σωστό dry μαρτίνι και πώς δεν πρέπει να το πίνει κανείς (μονορούφι). Μάλιστα ο Μπουνιουέλ στην αυτοβιογραφία του («Η τελευταία πνοή», εκδ. Οδυσσέας) παραθέτει την προσωπική του σουρεάλ συνταγή για το μαρτίνι: επιμένει ότι το βερμούτ πρέπει να είναι Noilly Prat και ότι πρέπει να ραντίζουμε τον πάγο με λίγη Angostura (ή εναλλακτικά με λίγο αψέντι, όπως λέει ότι έμαθε κάποτε από το διευθυντή του MoMA της Νέας Υόρκης).

«Η διακριτική γοητεία της μπουρζουαζίας» του Λουί Μπουνιουέλ, 1972

«Η διακριτική γοητεία της μπουρζουαζίας» του Λουί Μπουνιουέλ, 1972

Για πολλούς από μας, το μαρτίνι δεν είναι απλά ένα κοκτέιλ – είναι ένα είδος μύθου, μια οιονεί θρησκεία. Μας ενδιαφέρει κατ’ αρχήν η αναλογία του τζιν με το βερμούτ: αρχικά ήταν 1:1 αλλά ο αγώνας είναι να φτάσουμε στην τέλεια ελαχιστότητα του βερμούτ. Aκριβώς όπως η αφηρημένη ζωγραφική αναζητά στην απόλυτη λιτότητα την έκφραση της ουσίας, έτσι και το μαρτίνι πρέπει να γίνεται διαρκώς ξηρότερο, μέχρι να βρει τη διαλεκτική του ισορροπία. Αλλά μας ενδιαφέρει και κάθε άλλη λεπτομέρεια σχετική με το ποτό: είμαστε ας πούμε εμμονικοί και με το πόσο παγωμένο πρέπει να είναι (κανονικά πρέπει να μουδιάζει το χείλος σου). Το μαρτίνι δεν είναι μόνο «το ελιξίριο της ησυχίας», όπως ειπώθηκε. Είναι μια εικόνα απόλυτης καθαρότητας, αφαίρεσης και (γιατί όχι;) άρνησης, είναι ο ορισμός της διαφάνειας και της απλότητας. Είναι μια εικόνα του κόσμου όπως θα έπρεπε να είναι – αλλά δεν είναι.

«Δεν είχα ποτέ στη ζωή μου δοκιμάσει κάτι τόσο κρύο και καθαρό. Με έκανε να νιώσω πολιτισμένος»

Η δημοφιλία του μαρτίνι στις δεκαετίες του ’20 και του ’30 ήταν τεράστια (την εποχή της ποτοαπαγόρευσης το τζιν γενικά προωθήθηκε πολύ γιατί ήταν πιο εύκολο να παραχθεί παράνομα σε σύγκριση με το ουίσκυ). Τη δεκαετία του ’50 οι New York Times μιλούσαν για τη «φρενίτιδα των μαρτίνι» που κυριαρχούσε στο Μανχάταν. Η δημοφιλία του διατηρήθηκε αμείωτη έκτοτε – τόσο που έφτασε να δώσει το όνομά του στον τύπο ποτηριού στον οποίο πίνεται (martini glass) και η κατάληξη «-tini» άρχισε να συνοδεύει διάφορα ποτά που πίνονται στο ίδιο ποτήρι (π.χ. appletini).

Οι συγγραφείς επέδειξαν διαχρονικά μια μεγάλη αδυναμία στο ποτό. Ο αφηγητής στον «Αποχαιρετισμό στα όπλα» του Έρνεστ Χέμινγουεϊ πίνει δυο-τρία μαρτίνι και δηλώνει: «Δεν είχα ποτέ στη ζωή μου δοκιμάσει κάτι τόσο κρύο και καθαρό. Με έκανε να νιώσω πολιτισμένος». Ο Σόμερσετ Μωμ σχολίασε κάποτε το πόσο λάθος κάνει ο Τζέιμς Μποντ: το μαρτίνι πρέπει να πίνεται stirred και όχι shaken σύμφωνα με το μεγάλο συγγραφέα. Ο Γκορ Βιντάλ αποκάλεσε το μαρτίνι «ο Φρεντ Αστέρ σε ποτήρι» ενώ ο Νόελ Κάουαρντ πίστευε ότι έπρεπε το μαρτίνι του να είναι τόσο dry που να μην έχει καν βερμούτ: «βάζεις το τζιν στο ποτήρι και απλά το κουνάς προς την κατεύθυνση της Ιταλίας», έλεγε (η Ιταλία ήταν η βασική παραγωγός βερμούτ τότε).

Ernest Hemingway

Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά πώς ξεκίνησε το μαρτίνι. Από τις πολλές ρομαντικές εκδοχές του μύθου, μόνο μία είναι ευρωπαϊκή: λέγεται ότι στο Παρίσι του 18ου αιώνα ο μουσικός Ζαν Πωλ Εζίντ Μαρτινί συνήθιζε να πίνει ένα μείγμα τζιν και λευκού κρασιού.  Το ποτό έκανε τόση αίσθηση που όσοι το ζητούσαν, χρησιμοποιούσαν το όνομα του Μαρτινί για να το παραγγείλουν (το λευκό κρασί αντικαταστάθηκε αργότερα με βερμούτ).

Όλες οι άλλες αφηγήσεις, συμφωνούν ότι το μαρτίνι είναι αμερικανική εφεύρεση (μια από τις μεγαλύτερες σύμφωνα με τον Χ. Λ.Μένκεν): κάποιοι λένε ότι ένας χρυσοθήρας μπήκε στα μέσα του 19ου αιώνα στο μπαρ του Occidental Hotel, στο Σαν Φρανσίσκο, είπε ότι έφευγε για το Μαρτίνεζ της Καλιφόρνια και ζήτησε από τον μπάρμαν Τζέρι Τόμας να του φτιάξει κάτι «σπέσιαλ» πληρώνοντάς τον με ένα κομμάτι ακατέργαστου χρυσού. Ο μπάρμαν τού έφτιαξε ένα ποτό με τζιν, βερμούτ, μπίτερς και μαρασκίνο. Το όνομα μαρτίνι λοιπόν υποτίθεται προέρχεται από τον προορισμό του χρυσοθήρα, του οποίου κανείς δεν ξέρει το όνομα.

Στην πόλη Μαρτίνεζ λένε ότι τα πράγματα έγιναν αλλιώς: σύμφωνα με τον τοπικό θρύλο, κάποιος (πάλι χρυσοθήρας) μπήκε στο σαλούν του Χούλιο Ρισελιέ ένα βράδυ και ακούμπησε ένα κομμάτι χρυσό πάνω στον πάγκο. Ζήτησε ουίσκυ ίσης αξίας. Ο Χούλιο τού έδωσε ένα μπουκάλι. Ο χρυσοθήρας παραπονέθηκε ότι ο μπάρμαν τον ρίχνει λιγάκι και ο μπάρμαν δέχτηκε, εκτός από το ουίσκυ, να του φτιάξει τζάμπα και ένα ποτό με τζιν, βερμούτ και με μια ελιά που βρήκε πρόχειρη. Όταν ο χρυσοθήρας πήγε στο Σαν Φρανσίσκο και ζήτησε να του φτιάξουν το ίδιο ποτό, αυτό πήρε το όνομα της πόλης του.

Martini & Rossi

Στο Μανχάταν, όπου το μαρτίνι ήταν για χρόνια το δημοφιλέστερο ποτό, λένε ότι φτιάχτηκε πρώτη φορά λίγο πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο Knickerbocker Hotel: ο πολύς Ροκφέλερ ζήτησε από τον Ιταλό μπάρμαν του ξενοδοχείου, στο οποίο έμενε για ένα διάστημα, να του φτιάξει ένα κοκτέιλ για πριν το φαγητό. Ο μπάρμαν ανακάτεψε τζιν με βερμούτ και έβαλε την ελιά για ορεκτικό. Το όνομα του μπάρμαν ήταν Μαρτίνο ντι Άρμα ντι Τάτζια.

Άλλοι πάλι, λιγότερο ρομαντικοί, λένε ότι τα πράγματα έγιναν πολύ πιο απλά: ένα από τα δημοφιλέστερα βερμούτ στα τέλη του 19ου αιώνα ήταν αυτό της φίρμας «Martini & Rossi». Οι άνθρωποι παράγγελναν «τζιν με μαρτίνι» (εννοώντας τζιν με βερμούτ) και με τα χρόνια, έμεινε το δεύτερο μισό ως συνδηλωτικό του όλου.

Ο Γ. Χ. Ώντεν, που ανακάτευε το τζιν με το βερμούτ και το άφηνε για λίγες ώρες στο ψυγείο προτού το πιει (και έτσι δεν χρησιμοποιούσε πάγο) έλεγε ότι όσοι αγαπούν το μαρτίνι δεν βρίσκουν ποτέ σε μπαρ ένα μαρτίνι τόσο καλό όσο αυτό που φτιάχνουν μόνοι τους. Και είναι αλήθεια ότι το ποτό είναι εντελώς ιδιοσυγκρασιακό και εμείς οι φανατικοί του μαρτίνι δεν είμαστε ποτέ απόλυτα ικανοποιημένοι: Έχω πιει μαρτίνι παντού στην Αθήνα και κανένα δεν ήταν τέλειο (τα καλύτερα είναι αυτά που πίνω στο Alexander’s της Μεγάλης Βρετανίας, στο 9 της Κολοκοτρώνη και αυτό του Γιάννη Κοροβέση στο Borsalino – αν ρωτήσετε οποιονδήποτε άλλο φανατικό του μαρτίνι, αποκλείεται να συμπέσουν οι επιλογές μας). Αλλά ο κόσμος δεν έχει σύνορα. Έχω πιει μαρτίνι στις τέσσερις γωνιές του πλανήτη. Τα μόνα ιδανικά, άψογα μαρτίνι που ήπια μέχρι σήμερα ήταν στο American Bar του ξενοδοχείου Savoy στο Λονδίνο, στο μπαρ του Dukes Hotel πάλι στο Λονδίνο, στο Dead Rabbit στη Νέα Υόρκη, στο Hemingway Bar στο Ritz του Παρισιού και στο Harry’s Bar στη Βενετία.

Στο ποίημα «Συμμετρίες και ασυμμετρίες» ο Ώντεν ρωτάει: «Θα μπορούσε ποτέ μια τίγρης να πίνει μαρτίνι και να καπνίζει πούρα και να αντέξει όσο αντέχουμε εμείς;» – σκεφτείτε την απάντηση απολαμβάνοντας ένα μαρτίνι.