Δύο σύγχρονα θεατρικά έργα, που παρουσιάζονται αυτόν τον καιρό σε αθηναϊκές σκηνές, αντλούν την πρώτη ύλη τους από τη δεξαμενή μιας θεματικής που έχει αρχίσει να απασχολεί όλο και πιο έντονα τη σύγχρονη θεατρική συγγραφική παραγωγή. Και δεν είναι άλλη από τη διαφορετικότητα. O λόγος για τον Άσχημο (2006), του Μάριους φον Μάγιενμπουργκ, που ανεβαίνει σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λάλου στο Τempus Verum-Εν Αθήναις και τις Φυλές (2010) της Νίνα Ρέιν που ανεβαίνουν σε σκηνοθεσία Τάκη Τζαμαργιά στο Θέατρο Σταθμός (για το Ποιος σκότωσε τον σκύλο τα μεσάνυχτα;, αυτό το εμβληματικό έργο βασισμένο στον ίδιο θεματικό πυρήνα, σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου στο Καρέζη, έχω αναφερθεί).

Ο Άσχημος του Μάγιενμπουργκ, ενός από τους πιο διακεκριμένους σύγχρονους Γερμανούς δραματουργούς, είναι ένα ωραίο κείμενο που κατακεραυνώνει μια άσχημη πραγματικότητα: την ομοιογενή αντίληψη του ωραίου που έχει κατακλύσει το δυτικό κόσμο, τη σύνδεση του ωραίου με τον καταναλωτισμό, την ομοιομορφία που αλώνει την προσωπική ταυτότητα.

Το έργο (το έχουμε πρωτοδεί το 2008 από το Εθνικό σε σκηνοθεσία Θανάση Σαράντου), ξεκινά ως φάρσα για να εξελιχθεί σε υπαρξιακό εφιάλτη θεάτρου του παραλόγου. Ο Λέτε είναι ένας επινοητικός μηχανικός. Τρυφερός σύντροφος. Και άσχημος. Φοβερά άσχημος. Αλλά δεν το ξέρει. Το αντιλαμβάνεται όταν ο διευθυντής του, τον αντικαθιστά σε μια παρουσίαση της νέας του πατέντας.

«Το πρόσωπό σου δεν πουλάει», του λέει. Ο Λέτε, που ποτέ δεν είχε παρατηρήσει την ασχήμια του, ξαφνιάζεται. Ρωτά τη γυναίκα του. Κι εκείνη του επιβεβαιώνει ότι είναι απερίγραπτα άσχημος. Αποφασίζει λοιπόν να αλλάξει πρόσωπο. Η πλαστική εγχείρηση πετυχαίνει. Και είναι πια ακαταμάχητος. Όλος ο κύκλος του, του φέρεται πια διαφορετικά. Οι γυναίκες συνωστίζονται γύρω του. Και όλοι θέλουν να του μοιάσουν. Να είναι και εκείνοι το ίδιο όμορφοι με αυτόν. Ο γιατρός «πουλάει» τη δική του…πατέντα, με την οποία έφτιαξε το νέο πρόσωπο του Λέτε και, σταδιακά, μια κοινωνία ολόκληρη μοιάζει να αποκτά το ίδιο πρόσωπο. Λέτε …παντού. Ακόμη και η ίδια η γυναίκα του δεν αντιλαμβάνεται καν εάν τον απατά, αφού βλέπει το πρόσωπο του άντρα της σε κάθε άντρα. Ο Λέτε διαμαρτύρεται στο γιατρό. Ζητά απεγνωσμένα να του φέρει πίσω το πρόσωπό του. Ζητά να γίνει ξανά ο Λέτε. Ο παλιός Λέτε. Αλλά αυτό δεν είναι εφικτό.

Η παράσταση του Λάλου επιχειρεί να προσεγγίσει το έργο ως γκροτέσκα φάρσα, αλλά αποτυγχάνει με θόρυβο: φωνές, μούτες, άσκοπος σαματάς και αποθέωση του κλισέ. Σε ένα έργο-κραυγή για την ανάγκη αποδοχής της διαφορετικότητας, η δημιουργικότητα της σκηνοθεσίας εξαντλείται στην αναπαραγωγή της κοινοτοπίας. Ο γιατρός ως κινησιολογική και φωνητική ενσάρκωση κάθε στερεοτυπικής απεικόνισης της ομοφυλοφιλίας, η σαντρέ-ξανθιά χαζή και άπιστη σύζυγος, μια, άθλιας αισθητικής, περούκα που, σε άσχετες στιγμές, βάζει και βγάζει ο Λέτε. Το γκροτέσκο ως ελαφρό, τηλεοπτικής ποιότητας, χαβαλέ, ηθοποιοί (Θανάσης Δόβρης, Βάσω Καβαλιεράτου, Συμεών Τσακίρης, Μιχάλης Βρεττός) που εκτίθενται σε μια παράσταση-τοπόσημο κακογουστιάς, μια παράσταση που δεν σε εμπλέκει με κανένα τρόπο στην απειλητική, φουτουριστική κοινωνία όπου οι άνθρωποι χάνουν ανεπιστρεπτί το ίδιο τους το πρόσωπο. Κρίμα.

Σε αντίθεση με τον Άσχημο, οι Φυλές της Νίνα Ρέιν σε σκηνοθεσία Τάκη Τζαμαργιά, σε πρώτη πανελλήνια παρουσίαση, έχουν μεγάλο ενδιαφέρον. Το έργο, ένα ερεθιστικό πρωτόλειο, -το δεύτερο έργο της Ρέιν- δείχνει ότι η δραματουργός έχει, αν μη τι άλλο, περγαμηνές. Μεγαλωμένη σε μια οικογένεια συγγραφέων (κόρη του ποιητή και κριτικού Κρέιγκ Ρέιν και της μεταφράστριας και ακαδημαϊκού Αν Πάστερνακ Σλέιτερ και μικρανιψιά του Μπόρις Πάστερνακ), η Ρέιν πειραματίζεται στις Φυλές, μεταξύ άλλων, με την ιδέα της αδυναμίας του λόγου να εκφράσει στην ολότητά του τον ψυχικό και συναισθηματικό κόσμο όλων των ανθρώπων.

«Η παράσταση που στήνει ο Τζαμαργιάς σε παίρνει μαζί της στο σύμπαν του έργου

Στο κέντρο του έργου μια δυσλειτουργική οικογένεια. Ο πατέρας (Κρίστοφερ) συγγραφέας και κριτικός, η μητέρα (Μπεθ) κι αυτή συγγραφέας, η κόρη (Ρουθ) δυνάμει τραγουδίστρια όπερας, ο ένας γιος (Ντάνιελ) διδακτορικός φοιτητής, ο άλλος γιος (Μπίλι) κωφός. Μια μποέμικη οικογένεια γεμάτη νευρώσεις, ματαιώσεις και με μοναδικό ταλέντο στην άσκηση συναισθηματικής βίας. Ο κωφός Μπίλι γνωρίζει να διαβάζει τα χείλη των ανθρώπων, αλλά δεν έχει μάθει ποτέ τη νοηματική. Δεν ήθελαν οι γονείς του. Από άποψη. Δεν ήθελαν να απομονωθεί σε μια «φυλή» ανθρώπων που κατηγοριοποιούνται ως «ανάπηροι». Ήθελαν να μπορεί να λειτουργεί «κανονικά».

Ο Μπίλι γνωρίζει τη Σύλβια. Μια κοπέλα από οικογένεια κωφών, που δεν είναι εκ γενετής κωφή, αλλά χάνει σταδιακά την ακοή της. Εκείνη του μαθαίνει τη νοηματική, τον γνωρίζει σε έναν άλλο κόσμο, σε μια άλλη «φυλή», αυτή των κωφών, που έχει κι εκείνη, όπως αποδεικνύεται, τη δική της ιεραρχία. Η κεντρική σύγκρουση του έργου αναπτύσσεται, όταν ο Μπίλι αποφασίζει να κάνει τη δική του επανάσταση και να ασκήσει το δικό του «βέτο» στην οικογένειά του: δεν θα τους ξαναμιλήσει, εάν δεν μάθουν κι εκείνοι τη νοηματική γλώσσα. Όλα αυτά τα χρόνια πάλευε να διαβάζει τα χείλη τους, πάλευε να μπει στο δικό τους κόσμο, τώρα κι εκείνοι θα πρέπει να προσπαθήσουν να εισχωρήσουν στο δικό του. Παράλληλα, στην πιο δυνατή σκηνή του έργου, χωρίζει με τη Σύλβια, που, καθώς αντιμετωπίζει το δικό της εφιάλτη της επικείμενης κώφωσης, δεν θέλει να περιτριγυρίζεται από κωφούς ανθρώπους.

Το έργο θίγει δύσκολα θέματα, θέτει διλήμματα, αλλά παραφορτώνει, όχι πάντα πειστικά, την οικογένεια του Μπίλι με προβλήματα –για παράδειγμα, κάποια στιγμή και ο αδελφός του αρχίζει να τραυλίζει, η αδελφή του παραπαίει από ανασφάλεια, η μάνα επίσης–, σπαταλώντας πολύτιμο δραματουργικό χρόνο στις πρώτες σκηνές του έργου, στην έκθεση (exposition), με συνέπεια η κεντρική σύγκρουση να έρθει πολύ αργά και το έργο να κλείσει αδέξια. Ωστόσο, κατορθώνει να κινητοποιήσει τη σκέψη, θέτοντας ταυτόχρονα και σε επίπεδο μορφής μια πρόκληση: την ενσωμάτωση της νοηματικής γλώσσας στο θεατρικό κείμενο. Για να μπορέσει, μάλιστα, να γράψει το έργο η Ρέιν, χρειάστηκε να διδαχτεί και η ίδια τη νοηματική.

Η παράσταση που στήνει ο Τζαμαργιάς σε παίρνει μαζί της στο σύμπαν του έργου. Χωρίς, όμως, να μετατοπίζει το, ανεστίαστο δραματουργικά, κέντρο βάρους του. Κάτι τέτοιο βέβαια θα σήμαινε «πείραγμα» του κειμένου, ώστε να υπάρχει μια πιο στοχευμένη δραματουργική προσέγγιση. Για παράδειγμα, η οπτική του πατέρα να μην μάθει νοηματική ο Μπίλι φαίνεται να πηγάζει από μια άρνηση αποδοχής της διαφορετικότητας του παιδιού του. Πόσο πιο δυνατή όμως θα ήταν μια συνειδητή απόφαση που βασίζεται στην αποδοχή της διαφορετικότητας και την έμμεση καταγγελία της ανάγκης των ανθρώπων να αυτο-γκετοποιούνται;

Οι ηθοποιοί (Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, Μανώλης Μαυροματάκης, Δημήτρης Κουρούμπαλης, Μάνος Καρατζογιάννης, Βασιλική Τρουφάκου, Ελένη Μολέσκη) υποστηρίζουν το εγχείρημα ικανοποιητικά. Ξεχωρίζει η Βασιλική Τρουφάκου σε μια σημαντική ερμηνεία, που μας μεταφέρει τον τρόμο ενός ανθρώπου μετέωρου στο λυκόφως της κώφωσης. Η στιγμή που εκφράζει απενοχοποιημένα την ανάγκη της να μην είναι όλο το περιβάλλον της κωφό, εντυπώνεται στον θεατή. Μια έντιμη, ζεστή παράσταση, που, παρά τις ενστάσεις, ρίχνει το σπόρο της στο χωράφι της σύγχρονης θεατρικής παραγωγής.

Info παραστάσεων:

Ο Άσχημος | 13 Δεκεμβρίου 2018 – 21 Απριλίου 2019 | Tempus Verum – Εν Αθήναις

Φυλές | 25 Ιανουαρίου – 01 Μαρτίου 2019 | Θέατρο Σταθμός