Ευγενής, προσηνής, σπουδαίος δημιουργός, ιδεολόγος, ο Κώστας Γαβράς θεωρεί τον εαυτό του τυχερό που βρέθηκε στη Γαλλία, σε μια κοινωνία που του επέτρεψε να κάνει όσα ήθελε σε αντίθεση με την Ελλάδα.

«Απλά είχα την τύχη να έχω δίπλα μου σπουδαίους ηθοποιούς, να αναπτύξω στη Γαλλία εξαρχής σχέσεις με πασίγνωστους καλλιτέχνες, με πολιτικούς που μοιραζόμασταν απόψεις», είπε στην παρουσίαση της αυτοβιογραφίας του.

Υπότιτλος του βιβλίου του «Πήγαινε εκεί όπου είναι αδύνατο να πας», ένας υπότιτλος που εκφράζει απόλυτα τη διαδρομή του. Από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου, από τον πρόλογο, ο Κώστας Γαβράς ξεκινά την αφήγησή του με τρόπο κινηματογραφικό. Το υποβλητικό Παρίσι, οι εικόνες που τον εντυπωσιάζουν και χρησιμοποιεί αργότερα στις ταινίες του, οι αλλιώτικες συμπεριφορές, μια εποχή που τίποτα δεν ήταν αυτονόητο.

Η αφήγηση έχει αξία ιστορική και πολιτικοκοινωνική καθώς μας μεταφέρει σε δεκαετίες που υπήρξαν το επίκεντρο σημαντικών παγκόσμιων γεγονότων αλλά και στα παρασκήνια, τα μυθικά παρασκήνια του κόσμου του κινηματογράφου και της τέχνης μέσα στον οποίο παρελαύνουν προσωπικότητες με παγκόσμια ακτινοβολία, ηθοποιοί, σκηνοθέτες, συγγραφείς-μύθοι και ηγέτες που έμειναν στην ιστορία.

Ο διασημότερος Έλληνας σκηνοθέτης με απλότητα και μακροθυμία περιγράφει την αθλιότητα μιας εποχής στην Ελλάδα που κάθε δρόμος ήταν κλειστός για τα παιδιά των αριστερών. Ο Γαβράς γεννήθηκε στα Λουτρά Ηραίας Αρκαδίας στις 12 Φεβρουαρίου 1933. Η οικογένειά του έζησε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο σε ένα χωριό της Πελοποννήσου και μετακόμισε στην Αθήνα μετά τον πόλεμο. Ο πατέρας του ήταν μέλος του κομμουνιστικού κόμματος και φυλακίστηκε κατά τη διάρκεια του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου. Η συμμετοχή του πατέρα του στο κομμουνιστικό κόμμα τον απέκλειε από το να φοιτήσει σε κάποιο πανεπιστήμιο στην Ελλάδα. Ήταν οι γονείς του αυτοί που κατάλαβαν πως η μόνη λύση ήταν η φυγή στο εξωτερικό.

«Εκείνη την εποχή, για μένα ή για κάποιον του περιβάλλοντός μου, το να εγκαταλείψεις την Ελλάδα δε σήμαινε “ένα μικρό θάνατο”, όπως λέει ο ποιητής, αλλά το να ξαναγεννηθείς. Σήμαινε να φύγεις από τη μιζέρια, όχι την οικονομική μιζέρια που το πολύ πολύ να τη συνηθίσεις, αλλά την άλλη, αυτή στην οποία κάθε ελπίδα ή μελλοντικά σχέδια είναι αδιανόητα και όπου η μόνη επιτρεπόμενη προοπτική είναι η καθημερινή επιβίωση. Το να φύγεις ήταν να πας προς το φως, προς την εκπλήρωση ενός ονείρου, ακόμα και αν αυτό το όνειρο παρέμενε απροσδιόριστο. Στην πραγματικότητα, το όνειρο ήταν να φύγεις. Το να ανακαλύψεις, να μάθεις, ήταν το όνειρο μέσα στο όνειρο», γράφει.

Ο Κώστας Γαβράς έφτασε στο Παρίσι μια μέρα του 1955, με ένα απαίσιο ψιλόβροχο και μέσα σε μια μέρα όπως λέει μεγάλωσε κατά δεκαπέντε χρόνια. Ήταν φοβισμένος, άσημος και άφραγκος. Δεν μιλούσε καλά τη γλώσσα. Όλα τα προγνωστικά ήταν εναντίον του. Ήταν μόλις 22 ετών, σε μια νέα χώρα από την οποία αφομοίωνε εντυπωσιασμένος τα κομμάτια μιας άγνωστης σε αυτόν κουλτούρα της καθημερινότητας. Διέξοδος στις πολλές δυσκολίες που αντιμετώπιζε ήταν οι προβολές στην παρισινή Ταινιοθήκη. Εκεί θα ανακαλύψει τη μαγεία του κινηματογράφου και θα αποφασίσει να ξεκινήσει σχετικές σπουδές. Είναι το μέρος μέσα στο οποίο γεννήθηκε ο σκηνοθέτης Κώστας Γαβράς.

Διάσημος και καταξιωμένος δημιουργός σήμερα, πρόεδρος της Cinémathèque Française, με όλα τα μεγάλα κινηματογραφικά βραβεία στα χέρια του, ο Γαβράς έζησε μια πολυκύμαντη ζωή, έκανε μια συναρπαστική διαδρομή. Είναι εντυπωσιακό στοιχείο της αφήγησης η έλλειψη θυμού, ακόμα και για τη λογοκρισία που επιβλήθηκε από την Εκκλησία στο περίφημο φιλμάκι της ιστορίας της Ακρόπολης που προβάλλεται στο Μουσείο. Ο Γαβράς δεν ξεχνάει ποτέ την Ελλάδα, για την οποία μιλά με τα καλύτερα λόγια.

«Έχουμε μια καταπληκτική χώρα, ο ελληνισμός της δε σ’ εγκαταλείπει ποτέ», είπε βαθιά συγκινημένος στην κατάμεστη αίθουσα της Ταινιοθήκης της Ελλάδας στην παρουσίαση του βιβλίου του στην Αθήνα.

Δε χρειάζεται να αναρωτηθεί κανείς για τους λόγους που ο Γαβράς αποφάσισε να γράψει την αυτοβιογραφία του. Εκτός από το ότι μας παραδίδει το χρονικό μιας ολόκληρης εποχής στη Γαλλία μέσα από το βλέμμα ενός «ξένου», μας επιτρέπει να μπούμε στο μυαλό ενός σκηνοθέτη, στις ιδέες, τις εικόνες, τα γεγονότα, τις συναντήσεις και τις αναγνώσεις που τον επηρέασαν για να διαμορφώσει τη μοναδική εικόνα ενός κόσμου που μας παραδίδει μέσα από τις ταινίες του.

«Σ’ αυτό το βιβλίο ήθελα να δείξω πώς έγινε κάθε φιλμ»

«Έγραψα αυτό το βιβλίο για δύο διαφορετικούς σημαντικούς λόγους. Ο πρώτος ότι οι ιστορικοί και μυθιστοριογράφοι του κινηματογράφου λένε πως είμαι ένας πολιτικός σκηνοθέτης σε τέτοιο σημείο που να νομίζουν ότι σηκώνομαι κάθε πρωί και σκέφτομαι έτσι. Δεν είναι έτσι. Σ’ αυτό το βιβλίο ήθελα να δείξω πώς έγινε κάθε φιλμ. Εξηγώ πώς γεννήθηκε κάθε ταινία, οι συνθήκες που δημιουργήθηκε και γιατί και πώς μερικά φιλμ δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ γιατί δεν έφτασαν στο αποτέλεσμα που ήθελα. Υπήρξαν φορές που ενώ είχα γράψει το σενάριο, έφτασα σε ένα σημείο που η διαφορά με τους παραγωγούς έγινε τόσο μεγάλη ώστε αποφάσισα να μην το κάνω», είπε στην παρουσίαση του βιβλίου στη Θεσσαλονίκη.

Ο άλλος λόγος που έγραψε ήταν για τα πολλά εγγόνια του. «Νομίζω είναι ανιαρό ο παππούς να λέει τις ιστορίες του. Έγραψα το βιβλίο για να τους εξηγήσω τη ζωή μου. Γεννήθηκα σε ένα μέρος τελείως διαφορετικό από το δικό τους. Τους πήγα στο χωριό που έχω γεννηθεί για να δουν το σπίτι του παππού και το δωμάτιο που είχαμε γεννηθεί. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν πώς μπορεί να γίνει αυτό, γεννημένα όλα στα νοσοκομεία».

Ο νεαρός που δραπέτευσε από την Ελλάδα και έγινε ένας παγκοσμίου κύρους σκηνοθέτης όταν μιλά για το αποτέλεσμα της δουλειάς του λέει «…εκείνο που δεν ξέρετε είναι τι γίνεται πίσω για να φτάσουμε σε αυτό το αποτέλεσμα. Είναι μια τεράστια δουλειά, αλλά δεν είναι ανάγκη και να το ξέρετε. Πρόκειται για μια τεράστια συνεχή προσπάθεια και χρειάζονται απίστευτες γνώσεις τεχνικές».

Η ταινία που εκτίναξε τη φήμη του ήταν το περίφημο «Ζ», μια ταινία βασισμένη στο βιβλίο ενός άγνωστου τότε συγγραφέα, του Βασίλη Βασιλικού, που του δίνει ο αδελφός του, μια ταινία που έγινε σύμβολο του αντιδικτατορικού αγώνα. Ο Γαβράς ανακαλεί την εποχή των γυρισμάτων, λίγο μετά το γαλλικό Μάη, τις «παράνομες αφισοκολλήσεις» για να προμοτάρει την ταινία, όταν οι τοίχοι της παρισινής πρωτεύουσας γέμιζαν με ένα μυστηριώδες Ζ. Mε την έξοδο της ταινίας στις αίθουσες οι προτάσεις, γαλλικές και αμερικανικές, ακολουθούν η μία την άλλη. Η Ομολογία, η Κατάσταση Πολιορκίας, Ο Αγνοούμενος εκτοξεύουν τη φήμη του στα ύψη, τον φέρνουν στα Όσκαρ αλλά και σε σύγκρουση με εκπροσώπους διαφορετικών ιδεολογιών, κάνουν σταρ, όπως ο Ντάστιν Χόφμαν ή ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ να ζητούν συνεργασία μαζί του και τον οδηγούν σε κάθε γωνιά του πλανήτη, συχνά μαζί με ηγέτες όπως ο Αλιέντε ή ο Αραφάτ και συγγραφείς όπως ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές.

Σκηνή από το Ζ

Πενήντα χρόνια αργότερα, ο Γαβράς ετοιμάζει τη νέα του ταινία βασισμένη στο βιβλίο του Γιάνη Βαρουφάκη, μια ιδέα που γεννήθηκε μέσα από μία σειρά γεγονότων και σημειώσεων που κράτησε ο ίδιος από τότε που ξέσπασε η κρίση στην Ελλάδα. Έκτοτε παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις και κυρίως την αντιευρωπαϊκή στάση που έχουν οι ιθύνοντες στις Βρυξέλλες για το ελληνικό θέμα. «Παρακολουθούσα τα γεγονότα και έβλεπα την καταστροφή να πλησιάζει», είπε όταν παρουσίασε την αυτοβιογραφία του στις Βρυξέλλες.

Ο ίδιος χαρακτηρίζει την αυτοβιογραφία του, αυτό το εξαιρετικό μυθιστορηματικό αφήγημα με τη φράση του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές στην πρώτη σελίδα του βιβλίου: «Δεν είναι ζωή αυτή που ζήσαμε. Αλλά αυτή που θα θυμόμαστε ότι ζήσαμε ώστε να τη διηγηθούμε».

Info:

Κώστας Γαβράς: Αυτοβιογραφία, Πήγαινε εκεί όπου είναι αδύνατο να πας | Μεταφραστής: Ωρίων Αρκομάνης | Εκδόσεις Gutenberg