Το Αθέατο Μουσείο υποδέχεται «έναν Θηβαίο αυλητή στην Αθήνα». Η επιτυχημένη δράση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου παρουσιάζει την επιτύμβια στήλη του φημισμένου αυλητή Ποτάμωνα, που έζησε ως μέτοικος στην Αθήνα τον 4ο αι. π.Χ. Μαζί του απεικονίζεται κι ο γέρων πατέρας του Ολύμπιχος, επίσης μουσικός και μαθητής του Πινδάρου.

Ο «Θηβαίος αυλητής» αναδύθηκε τη Δευτέρα 9 Οκτωβρίου στην «αίθουσα του βωμού» (αιθ.34) για να παραμείνει εκεί ως την Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2016. Στις 31 Οκτωβρίου και 21 Νοεμβρίου ημέρα Δευτέρα και στις 13 και 27 Νοεμβρίου ημέρα Κυριακή, ώρα 13.00, αρχαιολόγοι του Μουσείου υποδέχονται τους επισκέπτες στο χώρο της έκθεσης και συνομιλούν μαζί τους για την τέχνη του αυλού και τους σπουδαίους μουσικούς της αρχαιότητας, που έζησαν ημέρες δόξας κι αναγνώρισης και θάφτηκαν με τιμές και απλότητα μακριά από τον τόπο τους.

Η στήλη του «Θηβαίου αυλητή στην Αθήνα» (ΕΑΜ Γ 1962/Φωτογραφικό Αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου)

Η στήλη του «Θηβαίου αυλητή στην Αθήνα» (ΕΑΜ Γ 1962/Φωτογραφικό Αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου)

Μεταξύ 750 π.Χ. και 400 π.Χ., οι αρχαίοι Έλληνες συνέθεταν τραγούδια, τα οποία συνοδεύονταν από λύρα, αυλό και διάφορα κρουστά όργανα. Περισσότερο από 2.000 χρόνια μετά, οι σύγχρονοι μελετητές βρήκαν τελικά τον τρόπο να ανακατασκευάσουν και να παρουσιάσουν αυτά τα τραγούδια, όπως υποστηρίζουν με 100% ακρίβεια. Πριν μερικά χρόνια ο David Creese, ένας κλασικιστής από το Πανεπιστήμιο του Newcastle  έπαιξε σε ένα οκτάχορδο κανονάκι τον Επιτάφιο του Σείκιλου που έζησε γύρω στο 200π.Χ. και ο οποίος είναι γνωστός για το αρχαιότερο παγκοσμίως γνωστό τραγούδι, του οποίου σώζονται πλήρως και οι στίχοι και η μουσική.Οι στίχοι του Επιτάφιου του Σείκιλου λένε:

Όσο ζεις, να λάμπεις
Μη λυπάσαι καθόλου
Η ζωή είναι σύντομη
Ο χρόνος οδηγεί στο τέλος

Ιστορίες αρχαίων μουσικών οργάνων

Η στήλη του «Θηβαίου αυλητή στην Αθήνα» (ΕΑΜ Γ 1962/Φωτογραφικό Αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου)

Η στήλη του «Θηβαίου αυλητή στην Αθήνα» (ΕΑΜ Γ 1962/Φωτογραφικό Αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου)

Η ύδραυλις του Κτησιβίου ή το πρώτο πληκτροφόρο μουσικό όργανο της ιστορίας
Πρόκειται για το πρώτο παγκοσμίως πληκτροφόρο μουσικό όργανο που εφηύρε ο Κτησίβιος τον 3ο αι. π.Χ. Αποτελούνταν από δύο αντλίες παροχής αέρα (τύπου εμβόλου-κυλίνδρου), τον «πνιγέα» για τη διατήρηση σταθερής πίεσης αέρα, το πληκτρολόγιο και τους μουσικούς αυλούς. Οι κύλινδροι ήταν τοποθετημένοι εκατέρωθεν του «πνιγέα» και διέθεταν αντεπίστροφες βαλβίδες που ελέγχονταν αυτόματα από δύο ορειχάλκινα δελφίνια, ενώ τα έμβολά τους κινούνταν παλινδρομικά με τη βοήθεια χειρομοχλών. Ο πνιγέας αποτελούνταν από ένα κυλινδρικό δοχείο με νερό εντός του οποίου ήταν βυθισμένη και πακτωμένη σε μικρή απόσταση από τον πυθμένα μια ανάστροφη χοάνη. Στη χοάνη συνέκλιναν οι δύο αγωγοί παροχής αέρα των κυλίνδρων ενώ ένας άλλος αγωγός οδηγούσε τον αέρα με σταθερή πίεση στο συλλέκτη του πληκτρολογίου (καθότι ο πλεονάζων αέρας διέφευγε από τον πυθμένα της χοάνης και έτσι εξασφαλιζόταν η σταθερότητα των μουσικών φθόγγων που εξαρτιόνταν πλέον μόνο από το μήκος των αυλών).

Το πληκτρολόγιο της ανακατασκευασμένης υδραύλεως αποτελείται από 24 πλήκτρα που ελέγχουν ισάριθμες ορειχάλκινες βαλβίδες παροχής αέρα σε 24 ανισομήκεις αυλούς (όπως η ύδραυλις του Δίου) οι οποίοι παράγουν δύο πλήρεις οκτάβες εξαιρετικής ακουστικότητας. Η επαναφορά των πλήκτρων-βαλβίδων επιτυγχάνεται με τη βοήθεια ελαστικών ράβδων από σφενδάμι. Η ύδραυλις αποτελεί τον πρόγονο του σύγχρονου εκκλησιαστικού οργάνου.

 Η καταγραφή της επιτύμβιας στήλης στον παλαιό κατάλογο της Συλλογής Γλυπτών του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου

Η καταγραφή της επιτύμβιας στήλης στον παλαιό κατάλογο της Συλλογής Γλυπτών του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου

Το μονόχορδο του Πυθαγόρα
Πρόκειται για όργανο μελέτης των μουσικών διαστημάτων σε σχέση με τις αναλογίες των μηκών των χορδών που τις παράγουν. Αποτελούνταν από ένα μακρόστενο ηχείο, μία χορδή που τεντωνόταν πάνω από ένα διαβαθμισμένο κανόνα και ένα μετακινούμενο καβαλάρη (που επέτρεπε τη διαίρεση του μήκους της χορδής σε διάφορες μετρήσιμες αναλογίες). Ονομαζόταν και Πυθαγόρειος κανών προς τιμήν του εφευρέτη του.

Η (διονυσιακή) βάρβιτος
Πρόκειται για έγχορδο όργανο συνοδευτικό των συμποσίων και των διονυσιακών τελετουργιών. Είχε ηχείο από όστρακο χελώνας όπως η λύρα. Οι βραχίονές της όμως ήταν πολύ μεγαλύτεροι με πιο μακριές χορδές (5 έως 7) και επομένως διέθετε χαμηλότερη έκταση και ήχο γλυκύτερο και βαρύτερο από εκείνον της λύρας. Οι ευθείς ξύλινοι βραχίονές της απέκλιναν στη βάση τους για να συγκλίνουν στην κορυφή με ένα καμπύλο τελείωμα που δεχόταν το ζυγό. Η ελαστικότητα των βραχιόνων επέτρεπε την ανεπαίσθητη εγκάρσια μετακίνηση του ζυγού δημιουργώ-ντας έτσι έναν κυματιστό ήχο.

Ο βαρβιτιστής ισορροπούσε σχεδόν όρθια τη βάρβιτο στο αριστερό μέρος του σώματός του πιέζοντάς την κάθετα στην κοιλιά του (με τη βοήθεια ενός ιμάντα που περνούσε από τον αριστερό βραχίονα του οργάνου και τον καρπό του αριστερού χεριού του). Με τα ελεύθερα δάκτυλα του αριστερού χεριού του πίεζε ή τραβούσε τις χορδές της ενώ με το δεξί χέρι τις έπληττε με τη βοήθεια του «πλήκτρου». Ο Ανακρέων, η Σαπφώ και ο Αλκαίος καθιέρωσαν τη βάρβιτο («βάρμον») μεταξύ του 6ου και 5ου π.Χ. αιώνα.

Η κιθάρα του Ορφέα
Πρόκειται για εντυπωσιακό έγχορδο όργανο που ονομάζεται και «θρακική» κιθάρα καθότι πρωτοεμφανίζεται στην αγγειογραφία στα χέρια των μυθικών Θρακών τραγουδιστών Ορφέα και Θάμυρι. Αποτελούνταν από ένα μικρό πεταλοειδές ξύλινο ηχείο (ανάστροφου σχήματος από αυτό της φόρμιγας) χωρίς προεξοχές για τους βραχίονες. Οι τελευταίοι ήταν λεπτοί και λυγηροί σαν αυτούς της βαρβίτου με διαφορετικές όμως καμπυλότητες για την ανεπαίσθητη κίνησή τους και τη δημιουργία ενός κυματιστού ήχου. Οι χορδές της ήταν συνήθως επτά, μέσης τονικότητας, καθότι το μήκος τους ήταν ενδιάμεσο από αυτό της λύρας και της βαρβίτου. Ξεκινούσαν από το χορδοστάτη, περνούσαν από τον καβαλάρη («μαγάδιον») και προσδένονταν επί του ζυγού με τη βοήθεια είτε δερμάτινων κορδονιών, είτε ελεύθερων ή σταθερών ξύλινων πείρων. Η προσεκτική περιστροφή του «δερματο-σωρού» ή του ξύλινου πείρου κάθε χορδής επέτρεπε το χόρδισμά της.

Ο όρθιος ή καθιστός εκτελεστής ισορροπούσε όρθια την κιθάρα στο αριστερό μέρος του σώματός του πιέζοντάς την κάθετα στην κοιλιά του (με τη βοήθεια ενός ιμάντα που περνούσε από τον αριστερό βραχίονα του οργάνου και τον καρπό του αριστερού χεριού του). Με τα ελεύθερα δάκτυλα του αριστερού χεριού του πίεζε ή τραβούσε τις χορδές της ενώ με το δεξί χέρι τις έπληττε με τη βοήθεια του «πλήκτρου».

Η (ομηρική) φόρμιγξ
Πρόκειται για το περίφημο έγχορδο όργανο των αοιδών των Ομηρικών επών. Ο ίδιος ο Όμηρος τη χαρακτηρίζει γλυκόφωνη και καθαρόφωνη. Αποτελούνταν από ένα μικρό πεταλοειδές ξύλινο ηχείο με δύο ευθείς μικρούς βραχίονες που συνδέονταν ελαστικά με τις απολήξεις του ηχείου επιτρέποντας την ανεπαίσθητη πλευρική μετακίνησή τους δημιουργώντας έτσι έναν κυματιστό ήχο. Οι χορδές της ξεκινούσαν από το χορδοστάτη, περνούσαν από τον καβαλάρη (μαγάδιον) και προσδένονταν με θηλιές σε δερμάτινες λουρίδες με κόμπους τυλιγμένες επί του ζυγού. Η προσεκτική περιστροφή του «δερματοσωρού» κάθε χορδής επέτρεπε το χόρδισμά της. Ο καθιστός εκτελεστής με το αριστερό χέρι κρατούσε τη φόρμιγγα πλαγιαστή στον αριστερό μηρό του και με το δεξί χέρι έπληττε τις τρεις έως επτά (συνήθως τέσσερεις) χορδές της με τη βοήθεια του «πλήκτρου».

Το Αθέατο Μουσείο είναι η δράση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου που προβάλλει επιλεγμένες αρχαιότητες από τον κόσμο των αποθηκών. Κάθε δύο μήνες ένα αντικείμενο παρουσιάζεται στους επισκέπτες για πρώτη φορά και ξεδιπλώνει την αφήγηση της άγνωστης ιστορίας του.

Info: Δευτέρα 31 Οκτωβρίου & 21 Νοεμβρίου, Κυριακή 13 & 27 Νοεμβρίου στις 13:00 | Για την παρακολούθηση της παρουσίασης είναι απαραίτητη η προμήθεια εισιτηρίου και η δήλωση συμμετοχής κατά την προσέλευση. Θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας | Πληροφορίες: τηλ. +30 213 214 4891

Σχετικά άρθρα:

150 χρόνια Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, από την Αργυρώ Μποζώνη

«Οδύσσειες» για τα 150 χρόνια του Αρχαιολογικού Μουσείου, από την Αργυρώ Μποζώνη