Τον Ιούλιο του 2017, εκατό χρόνια μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, η κρατική ρωσική τράπεζα Sberbank αγόρασε ένα αρχείο της αλληλογραφίας των Ρομανόφ για 70.000 ευρώ (84.000 δολάρια) από έναν ιδιοκτήτη του οποίου το όνομα δεν ήρθε στη δημοσιότητα. Πρόκειται για μια συλλογή ανέκδοτων εγγράφων της αυτοκρατορικής οικογένειας Ρομανόφ, που είχαν πάρει μαζί τους στη Δύση προκειμένου να τα διασώσουν τα εναπομείναντα μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας. Τα αρχεία περιλαμβάνουν επιστολές, φωτογραφίες και σκίτσα, τα οποία βρίσκονταν σε ιδιωτική συλλογή στο Λονδίνο. Τώρα, εκτίθενται στο μουσείο Τσάρσκογιε Σελό, στην πρώην θερινή κατοικία των Τσάρων, στην περιφέρεια της Αγίας Πετρούπολης.

«Πλέον όλοι οι φίλοι μας ετοιμάζονται να έρθουν εδώ όπου δεν υπάρχει πια ούτε χαρά ούτε θλίψη», γράφει στην τελευταία του επιστολή, τον Φεβρουάριο του 1918 ο μεγάλος δούκας Νικολάι Μιχαήλοβιτς, θείος του Τσάρου Νικολάου Β’. Μερικούς μήνες μετά θα επαληθευόταν από την εκτέλεσή του με εντολή των νέων μπολσεβίκικων αρχών.

Η επιμελήτρια Ιρίνα Ρασπόποβα δήλωσε ότι τα αρχεία αυτά έχουν τεράστιο ενδιαφέρον για τους ερευνητές, καθώς «εκθέτουν την καθημερινότητα της αυτοκρατορικής οικογένειας».

Η αλληλογραφία είναι γραμμένη στα ρωσικά, στα γαλλικά και στ’ αγγλικά σε χαρτί κιτρινισμένο από τον χρόνο και φέρει τα μονογράμματα των μελών των Ρομανόφ ή το όνομα των ξενοδοχείων όπου διέμεναν κατά τη διάρκεια των ταξιδιών τους. Τα αρχεία περιλαμβάνουν επίσης το σκίτσο ενός πύργου που είχε σχεδιάσει ένα παιδί της αυτοκράτειρας Μαρία Φιόντοροβνα, συζύγου του Αλεξάνδρου Γ΄, μια κάρτα που είχε σχεδιάσει για τη γιορτή του Πάσχα η σύζυγος του Νικολάου Β’ και είχε στείλει στη νύφη της.

Ανάμεσα στα 200 γραπτά περιλαμβάνονται κυρίως η αλληλογραφία του τσάρου Νικολάου Β΄, της συζύγου του Αλεξάνδρας Φιόντοροβνα, του πατέρα του Αλεξάνδρου Γ’ και άλλων μελών της οικογένειας Ρομανόφ από το 1860 έως το 1928.

Η συλλογή με τις επιστολές και τα τηλεγραφήματα αφήνει να φανεί σε ποιο βαθμό είχε διαταραχθεί η ζωή των Ρομανόφ από τα γεγονότα του 1917, που οδήγησαν στην άνοδο των μπολσεβίκων στην εξουσία και στη δολοφονία του τσάρου Νικολάου Β΄και της οικογένειάς του. «Συνεχίζουμε να κατεβαίνουμε έναν κατήφορο και δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε τι μας περιμένει», γράφει ο μεγάλος δούκας Νικολάι Μιχαήλοβιτς το 1918, μερικούς μήνες πριν από την εκτέλεσή του με εντολή των νέων μπολσεβίκικων αρχών.

Ο θείος του Νικολάου Β΄, περιγράφει στις επιστολές το επαναστατικό κλίμα που κυριαρχούσε τότε στην Αγία Πετρούπολη, η οποία θα παραμείνει η πρωτεύουσα της μπολσεβίκικης Ρωσίας έως το 1924, γράφοντας για τον Λένιν, τον Τρότσκι και τις έρευνες που διεξάγονταν στο παλάτι του.

«Όλες οι σχέσεις διακόπηκαν με τους επαναστάτες. Δεν ακούω ακόμη κανόνι αλλά είναι αναπόφευκτο. Είναι πιθανό οι μπολσεβίκοι να νικήσουν», γράφει στις 25 Οκτωβρίου 1917 (7 Νοεμβρίου με το νέο ημερολόγιο), ημέρα της εφόδου στα Χειμερινά Ανάκτορα και της ανάληψης της εξουσίας από τους μπολσεβίκους οι οποίοι συνέλαβαν την προσωρινή κυβέρνηση.

«Πλέον όλοι οι φίλοι μας ετοιμάζονται να έρθουν εδώ όπου δεν υπάρχει πια ούτε χαρά ούτε θλίψη», γράφει στην τελευταία του επιστολή, τον Φεβρουάριο του 1918.