Δεν είναι μόνο φετινό το φαινόμενο κάποιες από τις καλύτερες παραστάσεις της σεζόν να αφορούν το ανέβασμα λογοτεχνικών κειμένων. Δεν ξέρω πού ακριβώς μπορεί να οφείλεται αυτή η επιτυχημένη αναμέτρηση· ίσως η λογοτεχνία να έχει τόσο περάσει στο DNA μας, ως σταθερό σημείο αναφοράς της κουλτούρας μας ήδη από τα σχολικά χρόνια, ή ίσως κάθε παράσταση να προκύπτει από τον πόθο του εκάστοτε σκηνοθέτη να ασχοληθεί με ένα πραγματικά αγαπημένο του ανάγνωσμα, ώστε να δημιουργείται ας πούμε «αβίαστα» η σκηνική μεταφορά της· ίσως η αναμέτρηση με τη λογοτεχνία να απελευθερώνει τους δημιουργούς από το «δέος» που εγείρουν (κάποια από) τα θεατρικά έργα ή η ανάγκη αντιμετώπισης των λογοτεχνικών κωδίκων να ενεργοποιεί τη δημιουργικότητα. Σίγουρα, πίσω από κάθε απόπειρα κρύβονται διαφορετικά εναρκτήρια ερεθίσματα, και, ανάλογα, δεκάδες μπορεί να είναι οι λόγοι επιτυχίας. Πάντως, αυτή τη στιγμή σε δυο θεατράκια της Αθήνας, η «Μαζώχτρα» του Αργύρη Εφταλιώτη και η «Οικογένεια μπες-βγες» του Γιάννη Ξανθούλη προσφέρουν πολύτιμες στιγμές θεατρικής ευφορίας. Η αναφορά στα μικρά θέατρα δεν είναι τυχαία: οι παραστάσεις μεγαλουργούν βασισμένες στο ελάχιστο κύτταρο του θεάτρου, το ανθρώπινο υλικό Ούτε μεγάλες σκηνές, ούτε πολυδάπανες παραγωγές, μόνο ο λόγος των συγγραφέων, η σκηνοθετική ευφυΐα, μια χούφτα ηθοποιοί, μετρημένα στο ένα χέρι σκηνικά αντικείμενα, φαντασία και δουλειά.

μαζώχτρα
«Η Μαζώχτρα» στο Μικρό Γκλόρια

Ο Κώστας Παπακωνσταντίνου ανεβάζει τη «Μαζώχτρα» και οι τρεις όλοι κι όλοι ηθοποιοί παίζουν μια ιστορία που εμπλέκει πολύ περισσότερα πρόσωπα, ένα ολόκληρο χωριό και δυο μαχαλάδες. Απόλυτος οδηγός του Παπακωνσταντίνου είναι η ίδια η νουβέλα του Εφταλιώτη, που μεταφέρεται χωρίς διασκευή και χωρίς την όποια παρέμβαση στο (εξαίσιο) γλωσσικό ιδίωμά της, αλλά η παράσταση δεν θα ήταν αυτή που είναι χωρίς τη συγκεκριμένη σκηνική οπτική (και υποκριτική εκτέλεση, προφανώς). Δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με μια «τεχνικά» άψογη μεταφορά ενός κειμένου στο σώμα τριών ηθοποιών, αλλά με σκηνική ποίηση· η γλώσσα του Εφταλιώτη, άψογα ειπωμένη από τους ηθοποιούς, είναι μια πραγματική αισθητική όαση. Την ώρα που τόσοι δημιουργοί στέκονται με αμηχανία μπροστά στο λόγο, εδώ τα λόγια του συγγραφέα γεμίζουν τη σκηνή και επιδρούν τόσο που, τελικά, λειτουργούν σαν τον τέταρτο ηθοποιό της παράστασης. Φαίνεται πως η μορφή που έχει πάρει η αναζήτηση του Παπακωνσταντίνου (ήδη από την εποχή των «Χαλασοχώρηδων») σχετικά με την αντιμετώπιση της αφήγησης πάνω στη σκηνή τον δικαιώνει απόλυτα: χωρίς να καταργείται ή να αντικαθίσταται αλλά και χωρίς να χρειάζεται την παρουσία αφηγητή, η αφήγηση εντάσσεται στη δράση χωρίς να τη διακόπτει και παίζεται μέσα στον ρόλο. Έτσι, και ο λόγος αναδεικνύεται και η παράσταση αποκτά μια ιδιαίτερη σκηνική σφραγίδα. Σημαντικό να ειπωθεί πως η παράσταση δεν παραμελεί τη θεατρικότητα, αντιθέτως· ένα συνεχές παιχνίδι είναι ανάμεσα στο δείχνουμε ότι παίζουμε και στο «γινόμαστε» τα δραματικά πρόσωπα. Οι τρεις ηθοποιοί παίζουν θέατρο και το χαίρονται.

οικογένεια μπες βγες
«Οικογένεια Μπες-Βγες» στο Θέατρο 104

Σε διαφορετικό ύφος, και λόγω έργου, -και εδώ αυτός είναι ο οδηγός-, αλλά με παρόμοια «χειροποίητα» υλικά, ανεβάζει ο Θανάσης Ζερίτης με τους 4Frontal την «Οικογένεια Μπες-Βγες». Η δική του σκηνική δημιουργία είναι φρενήρης, βλάσφημη και σαρκαστική, όπως η πρώτη ύλη της. Ούτε αυτή η ομάδα είναι πρωτάρα στο είδος· σχετικά πρόσφατα ήταν που ανέβασε το διήγημα της Κιτσοπούλου «Ο Μουνής» (τότε ο Ζερίτης έπαιζε τον κεντρικό ήρωα). Τώρα καταφεύγει και πάλι σε ένα κείμενο που, με το δικό του ύφος, το παράδοξο story, την αστραφτερή γλώσσα και το ανίερο, διεστραμμένο χιούμορ, αποδομεί την «αγία ελληνική οικογένεια» – και σε ένα δεύτερο επίπεδο τη «μαμά Ελλάδα» (μάλιστα, τουλάχιστον δεκαπέντε χρόνια πριν τη Λένα Κιτσοπούλου). Εξίσου απολαυστικά μεταφέρεται το κείμενο από το χαρτί στο σανίδι, από τις τέσσερις νεαρές ηθοποιούς που αναλαμβάνουν το εγχείρημα, περνώντας από τη αφήγηση στη δράση και από ρόλο σε ρόλο. Εδώ, τα πρόσωπα είναι τονισμένα με γροτέσκ υπερβολή, σχηματικά και δισδιάστατα σε σημεία, όπως και η όψη που μοιάζει με καρτουνίστικη· το (μαύρο) χιούμορ, που φτάνει στη σαρκαστική διαστροφή, αναδεικνύεται στο έπακρο· η ένταση είναι υψηλή, οι ρυθμοί καταιγιστικοί. Το κρυφοκοίταγμα στο σπίτι της οικογένειας Πουστοδούλου, το γεμάτο ψέματα, βρώμικα μυστικά και πτώματα κρυμμένα στην ντουλάπα, είναι ένα απολαυστικό θεατρικό ταξίδι μέσα από παραμορφωτικό καθρέφτη.

Μακάρι οι δυο παραγωγές να συνεχίσουν το ταξίδι τους εντός και εκτός Αθηνών. Το αξίζουν και με την ευελιξία τους το μπορούν.

* «Μικρό πράμα, θα πεις, με μεγάλη όμως πονεσιά δουλεμένο»: από την αφιέρωση της «Μαζώχτρας» του Εφταλιώτη στον Αλέξανδρο Πάλλη

Info παραστάσεων:

«Η Μαζώχτρα» @ Θέατρο 104

«Οικογένεια Μπες – Βγες» @ Θέατρο 104