Στο Black Box του Επί Κολωνώ, κάθε Σάββατο και Κυριακή, η Μαρία Αιγινίτου στήνει μια Εδέμ, άφαντη, απροσπέλαστη, έναν τόπο στον οποίο δεν μπορεί να φτάσει κανένας. «Η καημένη, η άδεια μου Εδέμ», είναι ο τίτλος της παράστασης που μεταφέρει στη σκηνή μια εκδοχή της συλλογής «Είκοσι Αστικά Μονόπρακτα» της Δώρας Τσόγια.

Ιστορίες, εικόνες και στιγμιότυπα της πόλης, μοναχικοί άνθρωποι, περιπλανώμενοι ονειροπόλοι, μπερδεύονται σε ένα σκηνικό παιχνίδι με τέσσερις ηθοποιούς επί σκηνής, να μεταμορφώνονται, να ματαιώνονται να ονειρεύονται σε μια μεγαλούπολη με έκδηλα τα σημάδια της οικονομικής και της ηθικής κρίσης. Μιλήσαμε με τη Μαρία Αιγινίτου για την ιδέα να ζωντανέψει το παζλ μια περίπλοκης εικόνας και να εμβαθύνει στην κατάσταση και τις σχέσεις που ζούμε και διακρίνουμε γύρω μας.

« Οι άνθρωποι πάντα διαβάζουμε, βλέπουμε ή ακούμε αυτό που αναγνωρίζουμε, αυτό που μας είναι οικείο»

Αποφασίσατε να σκηνοθετήσετε ένα έργο σπονδυλωτό, σε σκηνές κινηματογραφικές για τη σύγχρονη Ελλάδα συνεπώς και την κρίση. Πείτε μου τη μεγαλύτερη παγίδα που υπάρχει σε ένα τέτοιο εγχείρημα.

Η μεγαλύτερη παγίδα που διαρκώς είχα στο μυαλό μου να αποφύγω ήταν να μην προκύψουν  εύκολοι συσχετισμοί, συνειρμοί ή νουθεσίες πάνω στο θέμα της κρίσης. Φύσει συναισθηματικός άνθρωπος, έχω διαρκώς την ανάγκη να ανασύρω την καυστική πλευρά του εαυτού μου. Πώς χτίζεις όμως ισορροπώντας ανάμεσα στις σκοτεινές στιγμές που ζήσαμε, άλλοτε παραπλεύρως κι άλλοτε ευθέως; Πώς μπορείς να πάρεις την απόσταση που χρειάζεσαι όταν το τραύμα είναι ακόμη νωπό και ποιος θέλει να του το υπενθυμίζουν; Από την άλλη, είμαι πεπεισμένη πως το γελοίο υπάρχει στην ανθρώπινη φύση και δυσκολεύομαι να το παραβλέψω. Η αγωνία μου είναι πάντα πως θα καταφέρω να συνυπάρξουν αρμονικά οι αντιθετικές τάσεις του ανθρώπου.

Τι είναι αυτό που συχνότερα παρατηρούμε αυτά τα χρόνια και αξίζει να δραματοποιηθεί; Η οικονομική κρίση ή η κρίση στις σχέσεις μας;

Μελετώντας την Ιστορία του νεοελληνικού κράτους είναι φανερό πως υπήρξαμε πάντοτε εξαρτημένοι οικονομικά. Η ηθική χρεοκοπία μου φαινόταν πάντα βαρύτερη της οικονομικής. Οι σύγχρονες κοινωνίες πάσχουν από την έλλειψη ηθικής ακεραιότητας, εντιμότητας, ανιδιοτέλειας, αξιοπρέπειας, ανθρωπιάς. Οι μηχανισμοί που κυβερνούν, μετατρέποντας τα πάντα σε κέρδος, ελάχιστο περιθώριο αφήνουν στον άνθρωπο να συμμετέχει στη ζωή. Ζούμε πια μέσα από οθόνες υπολογιστών, έξυπνων συσκευών με προέκταση του χεριού μας το πληκτρολόγιο ή την οθόνη. Και πάλι όμως, δεν επιλέγω να παρουσιάσω την πραγματικότητα όπως είναι, ούτε όπως θα ήθελα να είναι. Η απόπειρα να συνδεθούμε με το διπλανό μας είναι εκείνη που κάθε φορά με κεντρίζει, ο τρόπος που επιλέγουμε να στηριχτούμε ο ένας στον άλλον. Στις ανθρώπινες σχέσεις εστιάζει πάντα το θέατρο.

Πώς ξεχωρίσατε τα επεισόδια και πώς θελήσατε να τα αποδώσετε και να τα παρουσιάσετε;

Πειράζοντας λίγο τη βελόνα του χρόνου, οδηγώντας την πότε στο παρελθόν και πότε στο μέλλον, πρόσθεσα ένα στρώμα σκουριάς, ένα στρώμα σκόνης δημιουργώντας μία χρονική απόσταση από τον θεατή. Ο χρόνος άγνωστος λοιπόν. Το ίδιο και ο χώρος. Ένα παγκάκι μπορεί να βρίσκεται σε μια πλατεία, σε μία αποβάθρα, σ’ ένα κοιμητήριο, σ’ ένα πάρκο ή έξω από ένα νοσοκομείο. Οι άνθρωποι πάντα περαστικοί. Εκεί έξω, στο δημόσιο χώρο ζουν τα σύντομα τους δράματα – σύντομα μιας και δεν προλαβαίνουν ποτέ να ολοκληρωθούν μπροστά στα μάτια μας – κι έχει ήδη ξεκινήσει η επόμενη ιστορία, όπως ακριβώς συμβαίνει μέσα σ’ ένα όνειρο. Μπορούμε δηλαδή να πούμε πως δεν ξεχώρισα τα επεισόδια, αντιθέτως τα ένωσα γύρω από έναν αόρατο μα πολύ ισχυρό ιστό.

Ποια είναι τα πρόσωπα για τα οποία νιώθετε συμπάθεια μέσα σ’ αυτήν την παράσταση και ποια σας συγκινούν περισσότερο;

Συμπάθεια νιώθω για όλα τα πρόσωπα που εμφανίζονται στα μονόπρακτα. Είτε αναζητούν ένα εισιτήριο για το μετρό, είτε αναζητούν τον ίδιο τους τον εαυτό που ραγίζει σε αμέτρητα κομμάτια, όλοι τους έχουν μια ζεστασιά και μία παιδιάστικη αφέλεια. Μου προκαλεί ξεχωριστή συγκίνηση ένας κύριος που πηγαίνει καθημερινά και ταΐζει τα ζώα του πάρκου. Δεν μαθαίνουμε τίποτα γι’ αυτόν, παρά μόνο ότι έχει μία γυναίκα. Με συγκινεί και η γυναίκα που ψάχνει για τη σκυλίτσα της μία εβδομάδα μετά τον θάνατο του άντρα της. Η σύνδεση των ανθρώπων με πλάσματα άδολα και αγνά, αυτό με συγκινεί. Ίσως σ΄αυτήν τη σχέση γεννιέται αυθεντικά η αγάπη.

Στις σκηνοθεσίες σας τι είναι αυτό που σας ενδιαφέρει να αναδείξετε περισσότερο, ένα μεγάλο έργο, χαρακτήρες ή ένα νόημα, ένα μήνυμα;

Τα έργα με ενδιαφέρουν κάθε φορά. Έχω την εντύπωση πως ένα ζωντανό κείμενο ή αν θέλετε ένα μεγάλο έργο, αναδεικνύει όλα τα πρόσωπα και τις σχέσεις των ηρώων του. Δεν είναι η δουλειά μου να αναδείξω κανένα μήνυμα, κανένα νόημα. Αυτό θα το κάνει το ίδιο το κείμενο, ο κάθε θεατής για λογαριασμό του. Αν επιθυμήσει να ανακαλύψει κάτι κρυμμένο, υπάρχει εκεί. Οι άνθρωποι πάντα διαβάζουμε, βλέπουμε ή ακούμε αυτό που αναγνωρίζουμε, αυτό που μας είναι οικείο, αυτό που αντιλαμβανόμαστε. Γιατί δεν βαρεθήκαμε τόσα χρόνια τον Σαίξπηρ, τον Μπέκετ, τον Τσέχωφ;

Πώς ανακαλύψατε αυτά τα κείμενα;

Το καλοκαίρι του 2016 πήρα μέρος σ’ ένα εργαστήρι γραφής στο Θέατρο Τέχνης, με εισηγητή τον Ανδρέα Φλουράκη. Εκεί με αφορμή τα έργα του Σαίξπηρ και αντλώντας υλικό από αυτά, γράψαμε σύντομες σκηνές και μονολόγους. Το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς είχα τη χαρά να τα παρουσιάσω, με τη μορφή αναλογίου σε συνεργασία με τον Ανδρέα, γιορτάζοντας τα 400 χρόνια του Σαίξπηρ. Εκεί συνάντησα την Δώρα Τσόγια και είχαμε την ευκαιρία να γνωριστούμε στην πράξη, μέσα από τη δουλειά, που είναι η πιο απαιτητική και η πιο ουσιαστική μορφή γνωριμίας. Εκείνο το φθινόπωρο κυκλοφόρησαν τα Είκοσι αστικά μονόπρακτα από της εκδόσεις Άγρα.

Info παράστασης:

Η καημένη, η άδεια μου Εδέμ | 12 Ιανουαρίου – 24 Φεβρουαρίου 2019| Θέατρο Επί Κολωνώ