Το «Μαζί ή Τίποτα» ξεκινά σχεδόν τόσο πυρακτωμένα όσο το «Μαζί Ποτέ». Κάμερα στο χέρι, κάμερα που κουνιέται σχεδόν υπερβολικά, μάλλον βιντεοκάμερα κάποιου φίλου του ζευγαριού, ένας γάμος που γίνεται εντός των φυλακών. Εκείνος -ο φυλακισμένος- δεν μοιάζει με δέκα γενιές Γερμανός, εκείνη -η ελεύθερη- μοιάζει με δέκα γενιές Γερμανίδα. Στο επόμενο πλάνο μετά τον γάμο, θα τη δούμε να περπατά στο δρόμο με ένα αγοράκι. Θα πάνε να βρούνε τον μπαμπά του, που δεν είναι φυλακή πια, αλλά διατηρεί ένα μικρό γραφείο. Θα τον αφήσει στον μπαμπά του. Θα γυρίσει σε λίγες ώρες να πάρει σύζυγο και γιο για να πάνε σπίτι. Αλλά όταν γυρίσει θα βρει την περιοχή αποκλεισμένη και παντού αστυνομικά. Το γραφείο έχει ανατιναχτεί από βόμβα. Oι τίτλοι της ταινίας θα πέσουν και θα παρακολουθήσουμε σε τρία κεφάλαια ό,τι ακολουθεί την έκρηξη και τη διαχείριση της τραγωδίας.

Το πρώτο κεφάλαιο έχει τίτλο «H Οικογένεια» και ασχολείται κυρίως με το στάδιο του πένθους, το δεύτερο κεφάλαιο έχει τίτλο «Η Δικαιοσύνη» και ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά με τη δίκη που διεξάγεται κατά των συλληφθέντων για τη βόμβα και το τρίτο κεφάλαιο με τίτλο «Η Θάλασσα» ακολουθεί την πορεία της ηρωίδας και τις αποφάσεις που παίρνει μετά την έκβαση της δίκης. Και ενώ στα δύο πρώτα κεφάλαια, μπορεί να μην παρακολουθούμε κάποιο αριστούργημα, αλλά έχουμε, αν μη τι άλλο, μια ταινία που και στα πόδια της πατάει πολύ γερά και καταφέρνει να σε εμπλέξει συναισθηματικά, στο τρίτο και τελικό κεφάλαιο ο Φατίχ Ακίν, αντί να εκμεταλλευτεί όλο αυτό που έχει χτίσει και να μας ρίξει σε ακόμη βαθύτερα νερά, αστοχεί εντυπωσιακά, εντυπωσιακά αν μη τι άλλο για το σκηνοθετικό του μέγεθος. Και όχι, η αστοχία του δεν έγκειται στη θεματική που εξετάζει, δεν έγκειται στο είδος των αποφάσεων της ηρωίδας του. Η αστοχία του έγκειται στο πόσο αμήχανα, άνευρα, εύκολα, γυμνά σεναριακά και πλαδαρά σκηνοθετικά αντιμετωπίζει το ζήτημα, σχεδόν ξεπετώντας το.

Μέσα σε όλα τα άλλα, το «Μαζί Ποτέ» έχει την ατυχία να βγαίνει σε μια σεζόν που υπάρχουν ταινίες με τις οποίες τέμνεται και η σύγκριση με τις οποίες δεν μπορεί παρά να λειτουργεί εις βάρος του. Έτσι, ενώ νιώθεις και με το παραπάνω το βάρος της αδιανόητης τραγωδίας την οποία βιώνει η Κάτια, η ηρωίδα, ο Ακίν δεν φτάνει στην καρδιά της υπαρξιακής οδύνης και του συθέμελου σπαραγμού που προκαλεί με το «Χωρίς Αγάπη» ο Αντρέι Ζβιάνγκιτσεφ. Το ότι το «Μαζί ή Τίποτα» κέρδισε τη Χρυσή Σφαίρα από το «Χωρίς Αγάπη» ήταν μια δυνατή παραφωνία και η μη συμπερίληψή του «Μαζί ή Τίποτα» στην πεντάδα των υποψηφίων για το όσκαρ καλύτερης ταινίας δείχνει πολύ περισσότερο ταιριαστή. Επίσης ο προβληματισμός περί αυτοδικίας έρχεται σε μια περίοδο που δεν γίνεται να μην πάει το μυαλό στις «Τρεις Πινακίδες έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι». Ο Μάρτιν ΜακΝτόνα όμως αφενός έφτιαξε ένα έργο πολύ πιο σύνθετο και πολύ πιο πλούσιο, στον αντίποδα του γραμμικού σχήματος έγκλημα – μη απόδοση δικαιοσύνης – σκέψεις για αυτοδικία και αφετέρου έχει κατορθώσει να σε βάλει ως θεατή σε μια πανοπτική θέση, όπου μπορείς να πάρεις τη μια ή την άλλη θέση, αλλά γνωρίζοντας ότι οι ήρωες που παρακολουθείς στην οθόνη είναι κάτι πολύ περισσότερο από ανθρώπους που τους πνίγει το δίκιο, ο πόνος και η ανάγκη για δικαιοσύνη κι εκδίκηση. Τέλος, ενώ το «Μαζί ή Τίποτα» είναι τελείως διαφορετικό θεματικά από την «Ψυχή και το Σώμα» της Ίλντικο Ενιέντι, υπάρχει συμπτωματικά μια σκηνή σχεδόν πανομοιότυπη. Είναι πολύ δυνατές οι πανομοιότυπες σκηνές και στις δύο ταινίες (άλλωστε είναι τόσο αβανταδόρικες και σχεδόν εκβιαστικές συναισθηματικά που δεν θα μπορούσαν παρά να είναι πολύ δυνατές), πάντως κι εδώ στη συνολική αίσθηση, η «Ψυχή και το Σώμα» το αρκετά απλό και όχι ακριβώς πρωτότυπο πράγμα που ήθελε να πει το είπε με τρόπο αφοπλιστικά όμορφο, ενώ το «Μαζί ή Τίποτα»» το αρκετά απλό και όχι ακριβώς πρωτότυπο πράγμα που ήθελε να πει, το λέει ως ένα σημείο όπως θα έπρεπε και στο τέλος χάνεται.

Και χάνεται όταν έρχεται στην Ελλάδα. Γιατί το τρίτο κεφάλαιο διαδραματίζεται στην Ελλάδα. Στα δύο πρώτα που διαδραματίζονται στη Γερμανία και στο αγαπημένο του Ακίν, Αμβούργο, δεν θα εμφανιστεί ίχνος ήλιου. Ο ουρανός ή θα είναι μουντός, ή θα βρέχει, θα βρέχει, θα βρέχει. Και σε μια σκηνή που η Κάτια μόνη σπίτι κοιτάζει το παράθυρο, οι σταγόνες της βροχής που πέφτουν στο παράθυρο καθρεφτίζονται στο πρόσωπό της σαν δάκρυα. Ήλιο θα δούμε στην Ελλάδα. Κι αυτόν όχι πολύ, κι αυτόν τόσο όσο. Η μόνη φορά που ο ήλιος είναι πραγματικά ευφρόσυνος είναι σε βιντεάκια που η Κάτια βλέπει από το ευτυχισμένο της παρελθόν με τον άντρα και τον γιο που έχασε, με τον άντρα και τον γιο που ήταν κάποτε στην παραλία, στη θάλασσα, στον ήλιο, με τον άντρα και τον γιο που της δολοφόνησαν.

Γιατί να τους δολοφονήσουν όμως; Ποιος δολοφονεί έτσι έναν άνθρωπο και δη με το μικρό παιδί του; Τι κίνητρα μπορεί να βρίσκονται πίσω από κάτι αποτρόπαιο; Προσωπικά ή απρόσωπα; Οι αστυνομικοί αρχίζουν την έρευνα γεμάτοι όλων των ειδών τις υποψίες. Ο άντρας της ήταν Κούρδος. Ήταν ενεργός πολιτικά; Ήταν φανατικός μουσουλμάνος; Ήταν άραγε μπλεγμένος με εθνικό-απελευθερωτικά θέματα των Κούρδων; Έπαιζε ισλαμισμός και ISIS; Ο άντρας μου ήταν αγνωστικιστής, τους απαντά. Αλλά δεν είχε φυλακιστεί για εμπόριο ναρκωτικών; Και το σπίτι που ζούνε παραείναι πολυτελές. Μήπως είναι ξεκαθάρισμα λογαριασμών μεταξύ εμπόρων; Μήπως τελικά δεν ήταν και τόσο πρότυπο επανένταξης στην κοινωνία; Αλλά και η Κάτια προσπαθεί να καταλάβει τι και γιατί. Ρωτάει τον δικηγόρο του αν είχε όντως ξεκόψει από το εμπόριο. Ναι, φυσικά και είχε. Ρωτάει μήπως του πουλούσαν προστασία για το γραφείο κι εκείνος δεν την αγόρασε. Όχι, θα μπορούσε να αντιμετωπίσει μόνος του όσους πουλούσαν προστασία. Δεν βγάζει νόημα το έγκλημα. Ποιος σκοτώνει έτσι;

Όπως μας πληροφορεί η ίδια η ταινία, μεταξύ 2000 και 2007, εννιά (αν πρόσεξα σωστά) άνθρωποι δολοφονήθηκαν στη Γερμανία από ακροδεξιούς με ρατσιστικά κίνητρα. Μια βόμβα γεμάτη καρφιά εκρήγνυται και σκοτώνει έναν άντρα κι ένα μικρό παιδί, όχι επειδή ο συγκεκριμένος άντρας έκανε τίποτα στους θύτες, αλλά επειδή είναι ό,τι είναι: μη άριος Γερμανός. Δεν υπάρχει από πίσω της τίποτα προσωπικό, υπάρχει το ρατσιστικό σκοτάδι που αποπροσωποποιεί τους ανθρώπους, που μισεί τους ανθρώπους για το χρώμα τους, την καταγωγή τους, τη διαφορετικότητά τους. Kαι είναι προς μεγάλη τιμή του Ακίν που μέσα σε αυτό το πλαίσιο, δεν διστάζει να συνδέσει ευθέως τους Γερμανούς δολοφόνους της ταινίας του με τη Χρυσή Αυγή. Δεν αρκείται να κλείσει το μάτι, δεν αρκείται να φωτογραφίσει. Δείχνει το σύμβολό της, λέει το όνομά της με το όνομά της. Και η επιλογή του Γιάννη Οικονομίδη στο ρόλο του Έλληνα ομοϊδεάτη των δολοφόνων είναι εξαιρετικά επιτυχημένη και είναι ταυτόχρονα κρίμα που δεν του δίνεται λίγο περισσότερος χώρος στην ταινία.

Δραματουργικά υπάρχει η πολύ βάσιμη ένσταση ότι δεν μαθαίνουμε σχεδόν τίποτα για τους δολοφόνους. Ότι δεν μπαίνουμε ούτε στο παραμικρό μέσα στον τρόπο σκέψης τους. Ο Ακίν επιλέγει μάλλον συνειδητά να μην προσπαθήσει να τους καταλάβει καθόλου, επιλέγει μάλλον συνειδητά να τους δει ως σκέτα σύμβολα και μόνο. Αυτό μπορεί να είναι μείον για ένα καλλιτεχνικό έργο, ωστόσο πολιτικά η χειρονομία παραμένει πολύ ισχυρή. Και οτιδήποτε συμβάλλει με τον οποιοδήποτε τρόπο στην κατακραυγή και στην απονομιμοποίηση της Χρυσής Αυγής είναι ζωτικής σημασίας. Δεν έχουν παροπλιστεί, δεν έχουν ξεθυμάνει, συνεχίζουν να χτυπούν, συνεχίζουν να εγκληματούν, ο νεοναζιστικός εφιάλτης δεν ανήκει σε κανένα παρελθόν, φεύγοντας από το σινεμά δεν μπορείς να πεις στον εαυτό σου ότι ήταν απλά μια ταινία. 

Μια νέα γενιά ναζιστών, την οποία ο Ακίν όχι μόνο δεν μπορεί να καταλάβει, αλλά βάζει και τον Ούλριχ Τουκούρ στο ρόλο του πατέρα του βομβιστή να συμβολίζει κι αυτός την προηγούμενη γενιά Γερμανών, για την οποία ο νεοναζισμός ήταν κάτι αδιανόητο. Και ευστοχεί ιδιαίτερα όταν, στο κεφάλαιο της δίκης, χωρίς να το πει ποτέ εντελώς ρητά, αφήνει να φανεί ότι σε τέτοιου είδους υποθέσεις όσοι υπερασπίζονται ναζιστές δεν το κάνουν σχεδόν ποτέ μόνο ως μια ακόμη δικηγορική δουλειά, το κάνουν σχεδόν πάντα όντας τουλάχιστον συμπαθούντες αυτή την ιδεολογική πλευρά.

Αλλά αρκετά με τους θύτες, ας κλείσουμε με τα θύματα. Όσο η Κάτια (η εξαιρετική Ντάιαν Κρούγκερ) τριγυρνά στο δωμάτιο του δολοφονημένου παιδιού τους, είναι όλα τα πολύχρωμα αντικείμενα του προσωπικού του χώρου που κάνουν πιο αφόρητη την απώλεια. Κι όταν σκεπάζεται στο πάπλωμά του και τα μαξιλάρια του, μπορείς να μυρίσεις ακόμη τη μυρωδιά του μικρού αγοριού. Τα παιδιά ζουν σε δωμάτια πολύχρωμα, φορούν μπουφάν πολύχρωμα, σκεπάζονται σε παπλώματα πολύχρωμα. Τα τυχερά παιδιά τουλάχιστον, τα παιδιά τα μη βομβαρδισμένα. Μετά τις βόμβες όλα έχουν μόνο ένα χρώμα.