Πάνω σε ένα ξύλινο τραπέζι ένα βιβλίο με έξι ανεξάρτητες μεταξύ τους ιστορίες του φαρ ουέστ και έγχρωμες εικόνες με μια συνοδευτική λεζάντα – απόσπασμα στην αρχή της κάθεμιάς τους. Οι αδελφοί Κοέν θα ξεφυλλίσουν την πρώτη και την τελευταία σελίδα κάθε ιστορίας, αφηγούμενοί μας τις ενδιάμεσες με το σινεμά τους. Στη σελίδα της εισαγωγής του βιβλίου, διαβάζουμε ότι τις ιστορίες τις αφηγήθηκε κάποιος καουμπόι ένα βράδυ μπροστά στη φωτιά μιας πρόχειρης κατασκήνωσης, ενώ τριγύρω από τη φωτιά οι ακροατές των ιστοριών λέρωναν από τον ενθουσιασμό τα παντελόνια τους. Η Άγρια Δύση της «Μπαλάντας του Μπάστερ Σκραγκς» είναι ένας χώρος, όπου μπορείς να χάσεις τη ζωή σου ανά πάσα στιγμή. Με τον πιο προβλεπόμενο τρόπο αν είσαι κομπάρσος, με τον πιο απρόβλεπτο αν είσαι πρωταγωνιστής. Ο θάνατος παραμονεύει στο κάθε επόμενο δευτερόλεπτο. Και είναι ένας θάνατος που σε όλες τις ιστορίες σηματοδοτεί κάτι πέρα από αυτή καθαυτή την προσωρινότητα της ύπαρξης, πέρα από αυτή καθαυτή την υπαρξιακή του διάσταση. Κι όλα αυτά ενώ η ταινία κάθε άλλο παρά ζοφερή είναι, κάθε άλλο παρά βαθυστόχαστη θέλει να δείξει, κάθε άλλο παρά προσπαθεί να χρησιμοποιήσει τη φόρμα του γουέστερν ως πρόσχημα. Ως όχημα ίσως, ναι. Αλλά ως ένα όχημα που οι Κοέν οδηγούν μαεστρικά, απολαμβάνοντας πρώτα οι ίδιοι όλα του τα εξαρτήματα και όλη τη διαδρομή. Η μπαλάντα τους θα ήταν απολαυστικότατη ακόμη και ως γουέστερν που είχε μόνο πρώτο επίπεδο. Το ότι αυτό το ψυχαγωγικότατο σινεμά αποτελείται από υποδειγματικά λιτές παραβολές, οι οποίες μπορούν να μνημονεύονται εφεξής κάθε φορά που θέλουμε να μιλήσουμε για τον κόσμο της σόου μπίζνες ή για την «εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο», είναι αυτό που κάνει τους αδελφούς Κοέν να είναι οι αδελφοί Κοέν.

Στην πρώτη ιστορία, το “Τhe Ballad of Buster Scruggs” που δίνει και τον τίτλο σε όλη την ταινία, παρακολουθούμε την ιστορία του ομώνυμου ήρωα, καουμπόι που γυρνά την άγρια δύση τραγουδώντας και σκοτώνοντας. Καταζητείται νεκρός ή ζωντανός και η επικήρυξη λέει ότι είναι μισάνθρωπος. Εκείνος αγανακτεί με τον χαρακτηρισμό. Αδιανόητα γρήγορος πιστολέρο, αδιανόητα ευρηματικός, αδιανόητα σίγουρος για τον εαυτό του και τις ικανότητές του, αλλά δικαίως. Ταυτόχρονα η ιστορία είναι και δεν είναι δική του. Είναι δική του, αλλά όχι στον βαθμό που είναι ο ένας και ο μόνος. Είναι δική του στον βαθμό που υπήρξε ο ένας και ο μόνος. Για όσο. Δεν υπάρχουν μοναδικοί ήρωες στην άγρια δύση, δεν υπάρχουν μοναδικοί ήρωες πουθενά. Σε οποιονδήποτε τομέα η κορυφή είναι παροδική. Κι ο κάτοχός της προσωρινός. Και η ιστορία του μπορεί να είναι μόνο η ιστορία της δικής του κατάκτησης. Και δίπλα στη μεμονωμένη μικρή του ιστορία, υπάρχει η μεγαλύτερη εικόνα της μεγαλύτερης ιστορίας, της ιστορίας που δεν τελειώνει, της ιστορίας που υπάρχει εναλλαγή ηρώων, εποχών, ζωών, θανάτων.

Στη δεύτερη ιστορία, το “Near Algodones”, που πρωταγωνιστεί ο Τζέιμς Φράνκο, την παράσταση κλέβει ο έξοχος καρατερίστας Στίβεν Ρουτ. Ο Φράνκο είναι ο επίδοξος ληστής τράπεζας και ο Ρουτ ο τραπεζίτης μονοπρόσωπης τράπεζας που βρίσκεται κυριολεκτικά στη μέση του πουθενά. Η ιστορία θα μπορούσε να μιλά για το αναπόφευκτο της μοίρας. Για τη μοίρα ως ειρωνεία. Αλλά είναι νόμιμη και η εντελώς αντίθετη ανάγνωση: στην επανάληψη του ίδιου θανάτου, μπορεί κανείς να δει τη ματαιότητα του όλου σκηνικού, μπορεί όμως κι αντίστροφα να δει το κάθε άλλο παρά μάταιο άνοιγμα ενός ελάχιστου παραθύρου ζωής, στο οποίο μπορεί να χωρέσει ένα όμορφο γυναικείο πρόσωπο. Αν η ζωή στο σύνολο της είναι το σύντομο διάλειμμα ανάμεσα στην ανυπαρξία πριν τη γέννηση και την ανυπαρξία μετά τον θάνατο, το σύντομο διάλειμμα ανάμεσα σε δύο θανάτους του ήρωα στο “Νear Algodones”είναι όσο μάταιο και μαζί όσο δικαιωμένο η ίδια η ζωή.

Στην τρίτη ιστορία, το “Meal Ticket”, πάλι την παράσταση από τον Λίαμ Νίσον κλέβει ο συμπρωταγωνιστής του Χάρι Μέλινγκ. Ο Νίσον είναι ο ιμπρεσάριος, που γυρνά με το βαγόνι του το Ουέστ προσφέροντας την εξής παράσταση, κάτι ανάμεσα σε φρικ σόου και σε επαφή με την αληθινή τέχνη: ένας νεαρός χωρίς χέρια και χωρίς πόδια απαγγέλει αποσπάσματα από κορυφαία έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και από τον λόγο του Λίνκολν στο Γκέτισμπεργκ. Ίσως η κορυφαία από τις έξι ιστορίες, ένα αριστούργημα συμπύκνωσης, όλη η βιομηχανία του θεάματος μέσα σε ελάχιστα λεπτά της ώρας, αλλά όχι μόνο αυτή, πολλά περισσότερα από αυτήν. Σπαρακτική, σαρκαστική, κοενική και λιντσική μαζί, μάθημα κινηματογραφικής οικονομίας, ας υποκλιθούμε στην ιδιοφυΐα των αδελφών.

Στην τέταρτη, το “Αll Gold Canyon”, βλέπουμε τον Τομ Γουέιτς στον ρόλο του γερασμένου, κοτσονάτου, εργατικού, καλόκαρδου χρυσοθήρα, που δουλεύει σαν σκυλί με μέθοδο και με γνώση, μπας και ανακαλύψει κάποια κοιτίδα. Συμπρωταγωνιστής του εδώ η φύση, που εκτός από ό,τι κρύβει πιθανόν μέσα της, στην επιφάνειά της δεν κρύβει τίποτα, η επιφάνειά της περιβάλλει τον ήρωα με ομορφιά και γαλήνη. Ο Γουέιτς δεν εργάζεται για κάποιο αφεντικό, δεν ανήκει στην εργατική τάξη με αυτήν την έννοια, αλλά μπορούμε να τον φανταστούμε να δουλεύει μια ζωή σκληρά για το ψωμί του και κάθε μπουκιά του να αντιστοιχεί σε δυσανάλογο κόπο. Πάνω του εμφανίζεται όχι κάποιο αφεντικό, όχι κάποιος έτοιμος να εκμεταλλευτεί τον δικό του κόπο, αλλά πάντως κάποιος που είναι έτοιμος να του κλέψει ό,τι εκείνος δούλεψε. Και σπάζοντας το νοηματικό πάτερν των υπόλοιπων πέντε ιστοριών, εδώ οι Κοέν είναι σαν να αγάπησαν τόσο πολύ τον ήρωά τους, ώστε να του απονέμουν χάρη.

Η πέμπτη, το «Τhe Gal Who Got Rattled», είναι η ιστορία ενός ρομάντσου. Ο Mπίλι Ναπ τον οποίο υποδύεται ο Μπιλ Χεκ είναι αναμφίβολα μια από τις φωτεινότερες φιγούρες ολόκληρης της φιλμογραφίας των Κοέν. Δεν τον κοιτάνε λοξά, δεν τον ειρωνεύονται, δεν έχει κάποιο εμφανές ελάττωμα χαρακτήρα, δεν είναι ξιπασμένος, δεν είναι ηλίθιος, δεν είναι διπρόσωπος, δεν είναι τεμπέλης, δεν είναι συμφεροντολόγος, είναι ευθύς, απλός, ειλικρινής, συνεσταλμένος, προσγειωμένος. Το ρομάντσο που αναπτύσσεται μεταξύ αυτού και της γυναίκας που ταξιδεύει με το καραβάνι του, είναι φαινομενικά μη ρομάντσο. Της εξηγεί όλους τους λόγους για τους οποίους σκέφτεται ότι είναι η ώρα να αφήσει τη δουλειά του οδηγού καραβανιών και να φτιάξει μια οικογένεια, της εξηγεί ακόμα ότι τα παντρεμένα ζευγάρια δικαιούνται διπλή έκταση γης από τα μεμονωμένα άτομα, αλλά όλος αυτός ο πραγματισμός δεν αναιρεί το ρομαντικό στοιχείο, είναι σαν να ντύνει τον ρομαντισμό με πρακτικά παράπλευρα οφέλη. Ο συνεργάτης του είναι απόλυτα φειδωλός στα λόγια, αλλά απόλυτα αποτελεσματικός στη δουλειά του. Η τελευταία σκηνή της ιστορίας είναι όσο όσο περιεκτική μπορεί να είναι μια σκηνή, τα λέει όλα χωρίς να φωνάζει τίποτα, είναι απόλυτα συγκινητική χωρίς καν ένα κοντινό πλάνο, το πλάνο είναι όσο πιο ανοικτό γίνεται, δύο άνθρωποι πάνω σε δυο άλογα τοποθετημένοι μέσα σε μια τεράστια έκταση, η συγκίνηση προκύπτει από την ιστορία, οι Κοέν χειρίζονται τη γλώσσα των διαλόγων όσο ίσως κανείς άλλος, αλλά την ίδια ώρα αναγνωρίζουν ότι τα όρια της είναι πεπερασμένα: την ιστορία στο σινεμά δεν θα την αφηγηθούν τα λόγια αλλά οι εικόνες.

Κι ενώ στις πέντε προηγούμενες ιστορίες ο θάνατος ερχόταν να τις καταλύσει και να τις νοηματοδοτήσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, η έκτη, το “The Mortal Remains” είναι μια ιστορία για τον ίδιο τον θάνατο. Ο θάνατος εδώ γίνεται ο πρωταγωνιστής. Πέντε άνθρωποι, ένα πτώμα, ένας αμαξάς και μια άμαξα που θα μπορούσε να πηγαίνει απλά σε ένα πανδοχείο. Κι αν αναγνωρίζουμε προς το τέλος με δέος ότι δεν πηγαίνει απλά σε ένα πανδοχείο, αλλά κάπου αλλού, το αναγνωρίζουμε χωρίς τίποτα να το κραυγάζει, το αναγνωρίζουμε μέσα από την τέχνη του συνόλου εικόνων και λέξεων των Κοέν. Αλλά η «Μπαλάντα» τους αν είναι τελικά ένα πράγμα, είναι οι δύο όψεις του θανάτου: σε άλλες ιστορίες ο θάνατος είναι ένα φρικτό σκάνδαλο, σε άλλες όμως υπάρχει η αποδοχή του, η συμφιλίωση μαζί του, η αναγνώριση ότι είναι το μέρος όπου όλοι θα πάμε, οπότε μπορούμε να πάμε τουλάχιστον χωρίς μιζέρια, αλλά χτυπώντας το καπέλο μας περιπαικτικά, σαν καλεσμένοι που ήρθαμε σε μια καινούργια γιορτή. 

Η φωτογραφία του Μπρούνο Ντελμπονέλ είναι χαρά για τα μάτια, η μουσική του σταθερού συνοδοιπόρου των Κοέν Κάρτερ Μπέργουελ λειτουργικότατη, οι ερμηνείες  των ηθοποιών είναι μία και μία, οι διάλογοι ευφορικοί, οι Κοέν κινηματογραφούν τις βραχώδεις εκτάσεις και τους αχανείς ορίζοντες σαν διπλά ερωτευμένοι, ερωτευμένοι τόσο μαζί τους όσο και με την απεικόνισή τους στα παλιά γουέστερν. Είναι πραγματικά κρίμα που η ταινία δεν προβάλλεται σε κινηματογραφικές αίθουσες (καθώς είναι παραγωγή του Netflix), αλλά ακόμη κι αν το σινεμά ασφυκτιά στις οθόνες της τηλεόρασης και των υπολογιστών, ακόμη κι αν το σινεμά θέλει αίθουσα και οθόνη, ακόμη κι αν θα ήθελες να δεις αυτές τις μεγάλες εικόνες των μεγάλων εκτάσεων σε μεγάλη οθόνη, τίποτα απολύτως δεν μπορεί να περιορίσει το βεληνεκές της «Μπαλάντας του Μπάστερ Σκραγκς», ταινίας που παίρνει επάξια θέση δίπλα στις κορυφαίες στιγμές των αδελφών Κοέν, οι οποίοι μετά από χρόνια επιστρέφουν σε φουλ φόρμα, παραδίδοντάς μας ένα κομψοτέχνημα προορισμένο να αντέξει στον χρόνο.