Δείτε πού παίζονται οι ταινίες

Τις προηγούμενες εβδομάδες, τόσο το «Frantz», όσο και το «Θάνατος στο Σαράγεβο», μιλούσαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο για τον Πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, έναν πόλεμο που κινηματογραφικά τουλάχιστον -αλλά μάλλον και ιστορικά- έχει σταθεί στη σκιά του Δευτέρου. Το γεγονός ότι ζούμε μέσα στα χρόνια που πριν έναν αιώνα αυτός μαινόταν, του επιτρέπει ίσως να διεκδικήσει μια μικρή θέση στον κινηματογραφικό ήλιο. Στο «Φως Ανάμεσα στους Ωκεανούς» βρισκόμαστε, όπως ακριβώς και στο «Frantz», αμέσως μετά το τέλος του πολέμου και αντιμέτωποι με τις ψυχολογικές κυρίως επιπτώσεις του στους επιζώντες, τόσο από τη μια, όσο και από την άλλη πλευρά. Ο Μάικλ Φασμπέντερ έφαγε τον πόλεμο με το κουτάλι. Δεν ξέρουμε πώς ήταν πριν τον πόλεμο, ενδεχομένως να μην είχε αναπτύξει κάποια σπουδαία προσωπικότητα ακόμη και αν ζούσε μόνο σε ειρηνικούς καιρούς. Αλλά σαφώς και ο πόλεμος τον έχει κλονίσει. Λιγομίλητος, σχεδόν αγοραφοβικός, το μόνο που θέλει είναι να βρεθεί σε έναν φάρο στην άκρη του κόσμου, αναλαμβάνοντας υπηρεσία φαροφύλακα και ζώντας κυριολεκτικά ολομόναχος σε μια βραχονησίδα. Όταν όμως τον βλέπει μια γυναίκα της απέναντι ακτής, όχι μόνο του προτείνει μόνη της ραντεβού, αλλά στο πρώτο ραντεβού του προτείνει κιόλας να την παντρευτεί.

«Το Φως Ανάμεσα στους Ωκεανούς» του Ντέρεκ Σιανφράνς

Θα μπορούσε ίσως κανείς να το δει ως μια πολύ ρομαντική χειρονομία, απότοκο ενός κεραυνοβόλου έρωτα (άλλωστε για τον Φασμπέντερ μιλάμε, διάολε), το πιθανότερο είναι όμως ότι αν υπήρχαν κάπου οι αληθινοί αυτοί άνθρωποι σε εκείνα τα μέρη, εκείνη την εποχή και υπό αυτές τις συνθήκες, δεν θα είχαν τη λάμψη και την ομορφιά του Φασμπέντερ και της Αλίσια Βικάντερ. Αν η ηρωίδα είχε τη μορφή και την αύρα της Βικάντερ, μάλλον θα είχε καλύτερες επιλογές γάμου από το να επιλέξει μόνη της κάποιον με τον οποίον θα απομονωνόταν από την ανθρωπότητα. Αν δηλαδή ζούσαν όντως εκεί και τότε, αυτός ο άντρας και αυτή η γυναίκα, θα ήταν άνθρωποι που λόγω χαρακτήρα και λόγω συνθηκών θα κινούνταν στον αντίποδα της λάμψης και όπως ο άντρας ήθελε να πάει κάπου να κρυφτεί από τον κόσμο, έτσι και η γυναίκα βρήκε έναν άντρα για να μη γεροντοκορέψει.

«Το Φως Ανάμεσα στους Ωκεανούς» του Ντέρεκ Σιανφράνς

Αλλά εν πάση περιπτώσει, η πρόταση της γυναίκας γίνεται τελικά αποδεκτή. Και εκεί που αυτός θα ζούσε ολομόναχος, τώρα πια ζουν δύο. Όταν ένας άντρας και μια γυναίκα ζουν αποκομμένοι από τον κόσμο, παύουν άραγε να ζουν ολομόναχα; Μπορεί το μεταξύ τους μαζί να είναι τόσο ισχυρό, ώστε να αρκεί και να περισσεύει; Όπως και να ΄χει, πρόκειται για μια μεγάλη αλλαγή στον τρόπο που φανταζόταν τη ζωή του ο ήρωας. Οι ζωές των περισσότερων ανθρώπων άλλωστε -ή πιθανόν και όλων- είναι η διασταύρωση του δρόμου που είχαν ήδη πάρει, με δρόμους στους οποίους το τυχαίο και το απρόβλεπτο τούς κάνει να τους ακολουθήσουν αλλάζοντας πορεία. Αλλά άπαξ και η πορεία του ήρωα και της ηρωίδας στην ταινία άλλαξε, είναι προφανές ότι πλέον στο μυαλό και των δύο είναι οι δυο τους να γίνουν τρεις και τέσσερεις και πάει ενδεχομένως λέγοντας, είναι δηλαδή να κάνουν παιδιά.

«Το Φως Ανάμεσα στους Ωκεανούς» του Ντέρεκ Σιανφράνς

Το «Φως Ανάμεσα στους Ωκεανούς» είναι η τρίτη ταινία του Ντέρεκ Σιανφράνς μέσα στη δεκαετία που διανύουμε. Στην πρώτη του, το «Blue Valentine», ο Ράιαν Γκόσλινγκ παντρεύεται την έγκυο Μισέλ Γουίλιαμς και μεγαλώνει σαν δικιά του κόρη την εν γνώσει του μη βιολογική του κόρη. Στη δεύτερη, το «The Place Beyond The Pines», πάλι ο Ράιαν Γκόσλινγκ ανακαλύπτει ότι η πρώην κοπέλα του, Έβα Μέντες, έχει γιο μαζί του, ενώ συζεί τώρα μαζί με τον γιο της με έναν άλλο άντρα. Στο «Φως ανάμεσα στους Ωκεανούς» θα προτιμήσω να μην αποκαλύψω ακριβώς τι γίνεται (αν και περιγράφεται επακριβώς στο τρέιλερ και σε κάθε σύνοψη της ταινίας), πάντως στην καρδιά της ταινίας έχουμε ξανά παρεμφερείς καταστάσεις και το ίδιο μοτίβο: μια οικογένεια που κουβαλάει κατασκευαστικά και στον πυρήνα της κάτι το μη σύνηθες, η οικογένεια ως διακύβευμα και ιδανικό, που πλήττεται όμως είτε από εσωτερικούς, είτε από εξωτερικούς παράγοντες. Και μπορεί αυτό να μην αφορά τον θεατή που θα πάει να δει τη μία ή την άλλη ταινία, πάντως μπαίνει κανείς στον πειρασμό να σκεφτεί ότι ένας δημιουργός που απασχολείται τόσο πολύ με παιδιά που είναι και δεν είναι δικά σου, με παιδιά που μπορείς ή δεν μπορείς να μεγαλώσεις, πρέπει να κουβαλά τα δικά του αντίστοιχα βιώματα.

Αν όμως μπορεί να διακρίνει κανείς μια θεματική συγγένεια και μια κοινή προβληματική στις τρεις ταινίες του, αν ως θέμα αντιλαμβάνεσαι ότι υπάρχει λόγος που από πίσω βρίσκεται ο ίδιος δημιουργός, ως κινηματογραφική αντιμετώπιση η ταινία είναι σαν να έχει σκηνοθετηθεί από κάποιον άλλον: καμία αιχμή, καμιά σκηνοθετική ανησυχία, κανένα προσωπικό βλέμμα. Απορείς πού έχει χαθεί όλο αυτό το αναμφίβολο τράνταγμα των δύο πρώτων ταινιών του. Αντ’ αυτού, έχουμε εδώ ένα έργο κατατονικό, γεροντίστικο, απρόσωπο.

Τα τελευταία λεπτά της ταινίας συνιστούν εντυπωσιακά κακό σινεμά

Κι ενώ έχει ένα εντελώς, μα εντελώς τραγικό θέμα να διαπραγματευθεί, ένα θέμα που δεν γίνεται να μην σε πιάσει και να μην σε συγκινήσει, το ξενερώνει τόσο, που κι αυτό ακόμα καταλήγει να μη σου λέει κάτι. Και δεν το καταστρέφει μόνο με την απρόσωπη σκηνοθεσία του. Δεν γνωρίζω πόσο ψωμί έχει το ομώνυμο μυθιστόρημα το οποίο ο ίδιος διασκεύασε σεναριακά, αλλά ακόμη και αν υποθέσουμε ότι ούτε αυτό έχει, η κεντρική ιδέα, το πεδίο σύγκρουσης θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει έδαφος για να προκύψει κάτι που θα σου μιλήσει τόσο σε συναισθηματικό, όσο και σε θεωρητικό επίπεδο. Αντ’ αυτού, όσο περνάει η ώρα και το δράμα θεωρητικά κορυφώνεται, το ενδιαφέρον σου όλο και υποχωρεί. Τα δε τελευταία λεπτά της ταινίας συνιστούν εντυπωσιακά κακό σινεμά. Είναι σαν ο Σιανφράνς να βγήκε από τη δημιουργική πρίζα, είναι σαν μια ταινία ενός σκηνοθέτη όχι στο ξεκίνημα ακόμα της καριέρας του, αλλά στα τελειώματά του, όταν προσπαθεί να εξαργυρώσει το όνομα που είχε φτιάξει. Ξεθυμασμένο κι αποτυχημένο σε όλα τα επίπεδα, θα μπορούσες τουλάχιστον να του αναγνωρίσεις ότι γεμίζει την οθόνη του με αυτούς τους τόσο λαμπερούς ανθρώπους, αλλά τόση μαζεμένη λάμψη δεν θα πήγαινε ποτέ να ζήσει μόνη της σε ένα ερημικό νησί.

«Η Τρελή Χαρά» του Πάολο Βίρτζι

Σε αντιδιαστολή με την κατατονικότητα της ταινίας του Σιανφράνς, «Η Τρελή Χαρά» ξεκινάει και παραμένει στο μεγαλύτερο μέρος της ένας ενεργειακός σίφουνας, που μας προσφέρει ο Πάολο Βίρτζι πίσω από τη διαρκώς κινούμενη κάμερά του, με την, σε ακατάπαυστη σπίντα, Βαλέρια Μπρούνι Τεντέσκι να δίνει σε αυτόν τον σίφουνα πρόσωπο, υπόσταση και κυρίως φωνή. Γιατί υπάρχουν και φορές που η γλώσσα μιας ταινίας καθορίζεται και από τη γλώσσα που μιλούν οι ήρωές της. Ούτε θες να σκεφτείς πόσο θα έχανε η ίδια ακριβώς ταινία στα αγγλικά ας πούμε. Δεν θα ήταν η ίδια ακριβώς ταινία. Η μουσικότητα της ιταλικής γλώσσας, η ηχητική της διάσταση, ο τονισμός της, ηχούν συνεχώς στα αυτιά μας καθώς η ηρωίδα, η Μπεατρίτσε, μιλάει και μιλάει και μιλάει.

«Η Τρελή Χαρά» του Πάολο Βίρτζι

Μιλάει και μιλάει και μιλάει και έχει διαρκώς απαιτήσεις και παράπονα. Κυρίως θέλει να την αφήσουν να βγει από τη βίλα στην οποία είναι έγκλειστη με δικαστική απόφαση, έναν χώρο που λειτουργεί ως ψυχιατρική κλινική. Μια νέα ασθενής θα εισαχθεί και θα αλλάξει τις ισορροπίες. Η Ντονατέλα (η επίσης εξαιρετική και σύζυγος του σκηνοθέτη Μικαέλα Ραματσότι), προέρχεται από φτωχή και χωρισμένη οικογένεια και έχει ζήσει μια φτωχή ζωή. Αντίθετα η Μπεατρίτσε προέρχεται από πολύ πλούσια οικογένεια, είχε κάνει έναν πολύ πλούσιο γάμο, είναι μεγαλοαστή. Αυτές οι δυο γυναίκες με την εντελώς διαφορετική κοινωνική προέλευση βρίσκονται τώρα στο ίδιο σημείο, μεταφορικά και κυριολεκτικά. Υπό κανονικές συνθήκες, αν δεν είχαν συμπεριφορά αυτοκαταστροφική και αν δεν είχαν διαγνωστεί με ψυχικές ασθένειες, μάλλον δε θα είχαν βρεθεί ποτέ η μία απέναντι στην άλλη με τρόπο ισότιμο. Αυτό δε σημαίνει ότι ακόμη και τώρα ο τρόπος με τον οποίο είχαν μάθει να αντιμετωπίζουν τον κόσμο δεν τις ακολουθεί και δεν τις καθορίζει. Αλλά τις καθορίζει ταυτόχρονα και ακόμη περισσότερο η ψυχική τους κατάσταση.

Αντικειμενικά για την Μπεατρίτσε δυσκολεύεσαι να βρεις να πεις κάτι καλό. Δεν ήταν εντάξει άνθρωπος πριν χάσει τελείως την ισορροπία της, δεν είναι εντάξει άνθρωπος και τώρα. Μόνο στη φιλία που αρχίζει να χτίζει εντοπίζεις θετικά στοιχεία. Έτσι, το γεγονός ότι φτάνουμε να τη νιώθουμε δικό μας άνθρωπο, να νοιαζόμαστε για αυτήν και να τη συμπαθούμε, είναι ένα μικρό θαύμα. Η Ντονατέλα πάλι, ενώ είναι αντικειμενικά πιο συμπαθητική, έχει βαρύτερο ιστορικό και πιο ακραία συμπεριφορά. Καθώς, σε μια υπό επιτήρηση έξοδό τους καταφέρνουν να το σκάσουν από τη βίλα, ξεκινούν μια περιήγηση όπου θα συναντήσουν σταδιακά όλους τους μοιραίους ανθρώπους της ζωής τους. Και μοιραίοι άνθρωποι είναι ή συγγενείς ή έρωτες. Ο Βίρτζι εντοπίζει στο παρελθόν, αυτών των τόσο ανόμοιων γυναικών, κοινά χαρακτηριστικά: προδομένοι -και μάλλον αυτοκαταστροφικοί εξ αρχής- έρωτες και γονεϊκή αδιαφορία και αποστασιοποίηση.

«Η Τρελή Χαρά» του Πάολο Βίρτζι

Ακόμη κι όταν προς την τελική της ευθεία η ταινία μοιάζει να εγκαταλείπει την ισορροπία που ως τότε αξιοθαύμαστα διατηρούσε και αφήνεται σε σκηνές εύκολης, αν όχι και εκβιαστικής συγκίνησης, το κακό ή μάλλον το καλό έχει ήδη γίνει: έχεις αγαπήσει την ταινία όπως και τις ηρωίδες της. Όπως αγάπησες αυτές με τα ελαττώματά τους, αγαπάς και την ταινία με τα δικά της.

Μια ταινία με λόγο ύπαρξης, κέντρο βάρους και ισχυρό αποτύπωμα

Παραδίδεσαι λοιπόν στον εκβιασμό και συγκινείσαι. Κι όταν τη σκέφτεσαι εκ των υστέρων και προσπαθείς να δεις αν έχει μεγάλο βάθος, καταλήγεις ότι ακόμα κι αν δεν έχει, έχει μεγάλο πλάτος. Χωράει όχι μόνο τις δύο βασικές πρωταγωνίστριες, αλλά και μια μεγάλη γκάμα ανθρώπων, καταφέρνοντας να δώσει στοιχεία χαρακτήρα με απειροελάχιστες πινελιές. Ο Βίρτζι συνδυάζει την ενέργεια και τη ζωντάνια, με τρυφερότητα και ανθρωποκεντρισμό. Προφανώς δεν έχει φτιάξει ένα αριστούργημα, πάρα πολύ πιθανά δεν έχει φτιάξει καν μια μεγάλη ταινία. Αλλά έχει φτιάξει μια ταινία με λόγο ύπαρξης, κέντρο βάρους και ισχυρό αποτύπωμα. Μια ταινία γενναιόδωρη και πλούσια. Η Μπεατρίτσε ήρθε για να μείνει. Η χροιά της φωνής της θα ηχεί στα αυτιά μας για καιρό. Περνώντας τα χρόνια θα επισκεπτόμαστε ξανά την «Τρελή Χαρά» για να βλέπουμε τι κάνουν οι φίλες μας, η Μπεατρίτσε και η Ντονατέλα, η Ντονατέλα και η Μπεατρίτσε.

«Η Τρελή Χαρά» του Πάολο Βίρτζι