Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν όρισε την αύρα ως «το θεσπέσιο φαινόμενο της απόστασης, ανεξάρτητα απ’ το πόσο κοντά βρίσκεται ένα αντικείμενο». Περιμένω την Νατάσσα Μποφίλιου στον Μπλε Παπαγάλο και σκέφτομαι ότι διαθέτει αυτήν την αύρα: τη νιώθεις τόσο όταν κάθεται δίπλα σου όσο, κι όταν είσαι στο κοινό κι αυτή πάνω στη σκηνή.

Μέχρι να παραγγείλουμε καφέ μιλάμε για το χαμό του Θάνου Ανεστόπουλου, που μόλις έχουμε μάθει. Μου μιλάει πολύ προσωπικά για τα Διάφανα Κρίνα και τον Θάνο, για τις αναμνήσεις και τα αισθήματά της και της λέω ότι δεν θα τα βάλω στη συνέντευξη αυτά. Χαμογελάει. Μιλάμε για κοινούς μας φίλους, για το καλοκαίρι που πέρασε, για τα προσωπικά μας, λέμε για την Επίδαυρο, τους «Όρνιθες» και τον Νίκο Καραθάνο: «Είναι μέγας ποιητής ο Καραθάνος» μου λέει. «Και το πιο συγκινητικό ήταν το πόσο όμορφα έγινε όλο αυτό: χωρίς αρρώστια, χωρίς υστερία, χωρίς πανικό, χωρίς επιδεικτικότητα. Με τη ζεστασιά, τη φυσικότητα και την αλήθεια της πραγματικής τέχνης. Πλέον μπορώ να λέω: είναι πολύ εύκολο να είσαι μεγάλος καλλιτέχνης και να έχεις σώας τας φρένας. Υπάρχουν άνθρωποι που το κάνουν, δείτε τον Καραθάνο».

Τη ρωτάω αν υπάρχουν ερωτήσεις που φοβάται, γελάει, με ψιλοβρίζει και μου λέει να ρωτήσω ό,τι θέλω. Στη διάρκεια της συζήτησης έχουμε πει τα πάντα, έχει φτάσει μέχρι και να μου ζητήσει τσιγάρο («κανονικά καπνίζω μόνο στις διακοπές, 15 μέρες το χρόνο»), έχουμε γελάσει πολύ, το έχουμε ευχαριστηθεί. Ιδού η σούμα:

Νατάσσα γιατί τραγουδάς;
Έχω πει πολλές φορές ότι δεν θα υπήρχε λόγος να γίνω τραγουδίστρια αν δεν υπήρχαν τα τραγούδια των παιδιών (σ.σ. Θέμης Καραμουρατίδης, Γεράσιμος Ευαγγελάτος) να τα τραγουδήσω, νιώθω ότι είμαστε μια μπάντα, ένα συγκρότημα με τον Θέμη και τον Γεράσιμο.

«Εγώ δεν μπορώ να βγω στη σκηνή και να νιώθω γλύκα, απαλότητα»

Και το γεγονός ότι έγινα τραγουδίστρια για να τραγουδάω τα παιδιά, ορίζει με έναν τρόπο και τη σχέση μου με το ελληνικό ρεπερτόριο. Δηλαδή τα τραγουδάω σαν ακροατής τα τραγούδια. Μου λέει καμιά φορά ο Θέμης «υπάρχουν κι άλλα συναισθήματα εκτός από την αγριάδα ή το θυμό ή τον πόνο ή την τρέλα, υπάρχει και η γλύκα». Εγώ δεν μπορώ να βγω στη σκηνή και να νιώθω γλύκα, απαλότητα. Έχω ανάγκη να έχει δύναμη, ορμή αυτό το πράγμα. Ακόμη κι αν είναι χαμηλόφωνη η στιγμή, ψίθυρος, θέλω να είναι δυνατός ψίθυρος.

Είσαι η Νατάσσα στη σκηνή ή είναι και ρόλοι τα τραγούδια;
Πια δεν έχω κανένα ρόλο. Κάποτε ένιωθα ότι έπρεπε να προσθέσω σ’ αυτό που είμαι μια άλλη διάσταση. Είχα μια ντροπή να εκθέσω 100% τη Νατάσα. Μεγαλώνοντας συνειδητοποίησα ότι το μεγαλύτερο προσόν ενός καλλιτέχνη, το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να κάνει στους θεατές και τους ακροατές του, είναι να είναι ειλικρινής. Ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι ντεκλαρέ.

© Yiannis Margetousakis

Οι επικριτές σου σε αφορούν;
Παλιά με στεναχωρούσαν πολύ. Τώρα πια έχω ξεχωρίσει τι σημαίνει κριτική κι από ποιον έχει σημασία. Εάν μου κάνει κριτική ένας άνθρωπος τον οποίο εκτιμώ, θα το πάρω πολύ σοβαρά υπ’ όψιν μου. Τα τελευταία χρόνια με τα παιδιά έχουμε νιώσει σίγουροι και ασφαλείς και έχουμε αποφασίσει ότι εμείς θα κάνουμε αυτό που βγαίνει απ’ την ψυχή μας. Και γι’ αυτό κι αργήσαμε να κάνουμε το άλμπουμ, τη «Βαβέλ». Γιατί τέσσερα χρόνια περιμέναμε και ψάχναμε να βρούμε αυτό που θα είναι 100% αληθινό. Είμαστε και μεγάλα παιδιά πια: 33 εγώ, 35 ο Θέμης και 36 ο Γεράσιμος – νομίζω φαίνεται άλλωστε ότι είμαι η μικρότερη (γελάει).

«Ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι ντεκλαρέ»

Γιατί τραγουδάς πάντα μόνη σου;
Εμφανίζομαι μόνη μου από τότε που ξεκίνησα τις live εμφανίσεις. Κι όταν έχεις μάθει να εκφράζεσαι απόλυτα, είναι πολύ δύσκολο να βάλεις την καλλιτεχνική σου ελευθερία στο τραπέζι. Όχι το οικονομικό, το καλλιτεχνικό τραπέζι. Εξάλλου, για μένα ο μόνος λόγος να δουλέψω με κάποιον θα ήταν να νιώσω την απόλυτη ανάγκη να πω παρέα με τον άλλον αυτά που δεν μπορώ να πω μόνη μου. Να έχω κάτσει μαζί του σ’ ένα τραπέζι και να πω «ρε φίλε πεθαίνω, πρέπει να δουλέψουμε μαζί». Δηλαδή η παράσταση που κάναμε με τον Χαρούλη στο Βοτανικό, που έπαιζα εγώ πιάνο κι ο Γιάννης λαούτο, ήταν αυτό: μια συγκλονιστική στιγμή που όταν ανατρέχω σ’ αυτήν σκέφτομαι «δεν θα μπορούσα να έχω ζήσει 33 χρόνια και μην το έχω κάνει αυτό».

Έχεις ποτέ κάτσει να σκεφτείς τι τραβάει τον κόσμο σε σένα;
Το ‘χω σκεφτεί και πιστεύω ότι ο κόσμος συντονίζεται με το αίσθημά μου επειδή είναι λίγο ωμό, έχει μια σαφήνεια. Κι αυτό είναι νομίζω που κάνει ορισμένους τραγουδιστές να γίνονται κάτι πιο προσωπικό για τους ανθρώπους που τους ακούνε. Και το έχω εισπράξει αυτό, το θεωρώ πολύ ακριβό και θέλω να το φροντίσω. Οι άνθρωποι σού εμπιστεύονται την ψυχαγωγία τους, σου χαρίζουν ακριβές στιγμές τους και επενδύουν σε σένα συναισθηματικά. Αυτό είναι πολύ σημαντικό και αξίζει μεγάλου σεβασμού.

Είσαι αριστερή;
Προσπαθώ να είμαι. Δεν είμαι ενταγμένη σε κόμμα, ποτέ δεν υπήρξα κομματικά στρατευμένη, αλλά υπερασπίζομαι την ψήφο μου. Προσπαθώ να είμαι αριστερή στο βαθμό που ο όρος αυτός εκφράζει για μένα μια προοδευτική επιλογή. Επιμένω, ας πούμε, πολύ στη μεγάλη διαφορά μεταξύ φιλανθρωπίας και αλληλεγγύης. Όταν είσαι αλληλέγγυος με κάποιον, ξέρεις ότι μπορείς να βρεθείς στη θέση του, δεν τον βοηθάς για να τονίσεις το πόσο μακριά σου είναι το πρόβλημά του ή επειδή θες να κρατήσεις τη συνείδησή σου ήσυχη. Και νομίζω ότι μόνο μέσα από την αλληλεγγύη μπορεί να αλλάξει κάτι. Γιατί το αίσθημα της αλληλεγγύης σε αναγκάζει να πάρεις θέση.

© Yiannis Margetousakis

Πώς τοποθετείσαι μεταξύ του «Έλα μωρέ με την Ψωροκώσταινα» και του «είμαι περήφανη που είμαι Ελληνίδα»;
Δεν είμαι σε κανέναν από τους δύο πόλους. Σιχαίνομαι την υποτίμηση της χώρας, το να την υποβιβάζεις λες και θες να την ξεφορτωθείς. Είτε γιατί δεν θες να ασχοληθείς, είτε γιατί νιώθεις ότι ανήκεις αλλού. Eίσαι Έλληνας, έχεις γεννηθεί εδώ και σίγουρα έχεις συμβάλλει στο πώς είναι η χώρα σου. Αλλά σιχαίνομαι απίστευτα και τον εθνικισμό. Πιστεύω ότι εδώ είναι το σπίτι μας, έχουμε ρίζα εδώ, όπως έχουν όλοι οι άνθρωποι στον τόπο τους. Αλλά είμαστε και άνθρωποι του κόσμου, κάτοικοι του πλανήτη. Και δεν είμαστε καλύτεροι από κανέναν, απλώς και μόνο λόγο καταγωγής.

«Είναι ξέρεις κάποιες παρέες που δεν μου ζητάνε να βγούμε φωτογραφία, τους το ζητάω εγώ»

Έχεις παίξει ποτέ σε μισοάδειο χώρο;
Εννοείται καλέ, πάμπολλες φορές. Μου ‘χει τύχει σε συναυλία να έχω χίλιες καρέκλες απλωμένες και να έχω κόψει 200 εισιτήρια. Είναι λίγο μπούζι το αίσθημα. Αλλά δεν έχει σημασία, περάσαμε φανταστικά. Αυτό που σε σώζει είναι η αλήθεια, να μην υποκριθείς, να πεις «παιδιά δεν θα κοροϊδευόμαστε τώρα, είμαστε λίγοι, αλλά θα περάσουμε υπέροχα, μη μασάτε». Μια τέτοια φορά στην επαρχία, είχα τραγουδήσει σε μια μουσική σκηνή – ψησταριά (μεγάλες δόξες) με δεκαπέντε άτομα μέσα. Τα πέντε ήταν ο Αλέξης Κωστάλας με την παρέα του! Δηλαδή, πόσο μικρή είναι η Ελλάδα; Ήταν εκεί, αυτοί οι υπέρκομψοι, ευγενέστατοι και εκλεπτυσμένοι κύριοι, μες την ψησταριά. Τέλος πάντων. Αλλά θα παίξω πάντως. Είτε με πολλούς, είτε με λίγους, είτε άρρωστη, είτε καλά, θα παίξω. Πρέπει να έχουμε και μια ηθική της εργασίας, υπάρχουν άνθρωποι που θα μείνουν απλήρωτοι αν δεν παίξω.

Καμαρίνι κάνεις πάντα; Εννοώ βλέπεις τον κόσμο που θέλει να σε δει μετά το live;
Πάντα. Και στο λέω με απόλυτο τρόπο αυτό το «πάντα». Αν σου πει ο υπεύθυνος του μαγαζιού «η Μποφίλιου δεν δέχεται», να ξέρεις σε δουλεύει. Και το κάνω συνειδητά: γιατί θέλω να θυμάμαι ότι δεν έχω αλλάξει από την πρώτη μέρα που τραγουδάω. Και από τότε, από την πρώτη μέρα, υπάρχει κόσμος που θέλει να έρθει να σου πει κάτι που είναι εφόδιο και δώρο για την επόμενη μέρα. Δεν είναι ότι αυτοί θέλουν να με δουν: εγώ είμαι που τους περιμένω για να τους δω και να τους πω «σας ευχαριστώ πραγματικά που ήσασταν εδώ απόψε». Είναι ξέρεις κάποιες παρέες που δεν μου ζητάνε να βγούμε φωτογραφία, τους το ζητάω εγώ. Γιατί σηκωθήκαν από τα σπίτια τους και ήρθαν να μας δουν με τόση χαρά, τόση αλήθεια, τόση ζεστασιά. Νιώθω απέραντη ευγνωμοσύνη γι’ αυτούς τους ανθρώπους. Μόνο μια φορά στη ζωή μου, στην περιοδεία του 2014, είχα ένα πρόβλημα υγείας και δεν μπορούσα να δω τον κόσμο – και το έλεγα πάνω στη σκηνή, έλεγα «συγγνώμη που δεν μπορώ να σας δω».

© Yiannis Margetousakis

Εγώ δεν έχω ακούσει να σε κατηγορούν για ντιβισμούς, αλλά έχω ακούσει να σε κατηγορούν για βαριά κουλτούρα και για μαυρίλα, για καντήφλα.
Για την κουλτούρα δεν πειράζει, το γουστάρω. Όσο για το άλλο, αρκεί να έρθει κάποιος στο live μου για να δει ότι δεν υπάρχει καμία καντήφλα.

Επίσης φέτος άκουσα να σε κατηγορούν για το μεγάλο μαγαζί, ένα μαγαζί του συστήματος της νύχτας, με παρκαδόρους κλπ. Κάποιοι το εισέπραξαν ως προδοσία των μικρών μουσικών σκηνών που θεωρούνται πιο ποιοτικές.
Η επιλογή του χώρου έχει να κάνει με την παροχή της υπηρεσίας. Όταν μπαίνω σε ένα μαγαζί το πρώτο πράγμα που θέλω να νιώσω είναι ότι με σέβονται και σαν καλλιτέχνη, οπότε σέβονται τις καλλιτεχνικές μου αγωνίες, αλλά και σαν εμπορική αξία.

«Το κόμπλεξ “μην τραγουδάμε σε μεγάλα μαγαζιά” το ξεπερνάω πολύ εύκολα»

Άρα θέλω να συνεργαστώ με έναν επιχειρηματία που θα μου κάνει την παραγωγή που θέλω στην παράστασή μου, γνωρίζοντας ότι θα του φέρω τα εισιτήρια που θα καλύψουν την επένδυσή του. Θέλω να έχω ένα καμαρίνι που να μην έχει ποντίκια και κατσαρίδες, γιατί ζω εκεί τη μισή μέρα μου, από το απόγευμα μέχρι τα ξημερώματα. Θέλω ο κόσμος που θα έρθει να μπορεί να με βλέπει και να με ακούει από όπου κι αν κάθεται και να μπορεί να περπατήσει ανάμεσα στα τραπέζια. Το κόμπλεξ «μην τραγουδάμε σε μεγάλα μαγαζιά» το ξεπερνάω πολύ εύκολα, γιατί ως αντιστάθμισμα έχω τις καλύτερες καλλιτεχνικές συνθήκες και το μεγαλύτερο σεβασμό στο θαμώνα. Γιατί σε μια μεγάλη σκηνή, μπορώ να έχω διαβάθμιση στις τιμές των εισιτηρίων, ώστε να υπάρχει και η πιο οικονομική δυνατότητα για όσους σκέφτονται δυο φορές πριν ξοδέψουν 20 ή 30 ευρώ. Αυτά είναι τα κριτήρια, όχι το μέγεθος σκέτο. Οπότε σε μια ωραία μικρή μουσική σκηνή, σαν αυτές τις υπέροχες που υπάρχουν στην επαρχία, θα πάω και θα τραγουδήσω εννοείται. Αλλά απαιτώ σεβασμό για τους ανθρώπους που θα έρθουν να μας ακούσουν. Δεν θα παίξω ποτέ σε ένα μαγαζί στο οποίο δεν θα πήγαινα ως θαμώνας.

© Yiannis Margetousakis

Ζήτησα από τον Θέμη Καραμουρατίδη και τον Γεράσιμο Ευαγγελάτο να σου κάνουν μια ερώτηση ο καθένας. Ξεκινώ με την ερώτηση του Θέμη: Ξυπνάς και είσαι 60 χρόνων. Πού θες να είσαι, με ποιους και τι θες να έχεις πετύχει;
Θέλω να είμαι με τους φίλους μου, την οικογένειά μου, τους δικούς μου αγαπημένους ανθρώπους σ’ ένα σπιτάκι κοντά στη θάλασσα, να φοράω παρεό, να μπορώ να καπνίζω όσο θέλω, να πίνουμε, να κουτσομπολεύουμε, να γελάμε και να τρώμε. Και θέλω να έχω πετύχει την ελαφρότητα και τη χαρά της στιγμής αυτής που σου περιγράφω: να μπορώ εκείνη την ώρα, δίπλα στη θάλασσα, να είμαι ελεύθερη, να μην έχω βάρη, να μην έχω απωθημένα, να μην έχω κακίες. Να μπορώ να λέω «φίλε, καλά τα κάναμε». Κι αυτός είναι ο λόγος που θα ήθελα να έχω διάρκεια. Όχι για λόγους υστεροφημίας, αλλά για να μπορώ να νιώθω ότι το πήγα καλά το καράβι, ότι τίμησα το δικαίωμα που έχω να εκφράζω αυτό που είμαι, τίμησα τον κόσμο που μου έδωσε αυτήν την ευκαιρία.

Και η ερώτηση του Γεράσιμου: Στο «Εν λευκώ» τραγουδάς «το πρόβλημά μου η υπέρβολή μου». Η υπερβολή σου είναι δικό σου πρόβλημα ή πρόβλημα των άλλων τελικά;
Εν τω μεταξύ θέλω να παρατηρήσω πόσο με ξέρουν τελικά τα παιδιά: και οι δύο ρώτησαν κάτι σχετικό με τις πιο μύχιες σκέψεις μου. Γιατί το ένα πράγμα που με απασχολεί πολύ είναι το όνειρο αυτό που σου περιέγραψα πριν, πάντα λέω ότι ονειρεύομαι να πάω 60 κι όλοι μου λένε «δεν πας καλά». Και ο Θέμης με ρώτησε γι’ αυτό. Ενώ ο Γεράσιμος ρώτησε για το μεγάλο θέμα της ζωής μου: με έχει βασανίσει πολύ αυτό γιατί όποτε ήμουν λυπημένη ήταν αβάσταχτο, όποτε ήμουν θυμωμένη ήταν αβάσταχτο, όποτε ήμουν χαρούμενη ήταν αβάσταχτο. Όλα μονίμως στην υπερβολή. Δεν ξέρω τι να το κάνω το αίσθημα, ξεχειλίζει. Πράγμα πολύ κουραστικό για όσους είναι δίπλα μου. Λοιπόν, πιστεύω ότι με τα χρόνια το έχω δουλέψει και πια η υπερβολή μου δεν είναι πρόβλημα ούτε δικό μου ούτε των άλλων. Το έχω αποδεχτεί και το έχουν αποδεχτεί και οι άνθρωποί μου. Και τώρα πια τον λέω σχεδόν με ανακούφιση τον στίχο αυτό.

Ευχαριστώ πάρα πολύ ρε
Άσε μας παιδί μου. Λοιπόν κλείσε τώρα το μαραφέτι να πούμε τα υπόλοιπα, τα δικά μας.

Info: “Νατάσσα Μποφίλιου – Βαβέλ” | 9 Σεπτεμβρίου στις 21:00, Θέατρο Πέτρας | 21 Σεπτεμβρίου στις 21:00, Παλαιό Ελαιουργείο Ελευσίνας | Είσοδος 13 – 15€