Ποια είναι η μεγαλύτερη ψυχολογική ανάγκη που έχει ένας άνθρωπος στη ζωή του; Να αγαπιέται; Να αγαπά; Να τα έχει καλά με τον εαυτό του; Να είναι συντονισμένος με έναν σκοπό, ένα ιδανικό, μια ιδέα που νοηματοδοτεί την ύπαρξή του; Πιθανότατα κάτι από αυτά. Από την άλλη υπάρχει και μια άλλη ψυχολογική ανάγκη, που ακόμη κι αν δεν την έχουν όλοι οι άνθρωποι, πάντως την έχουν πολλοί, μια άλλη ψυχολογική ανάγκη, που για πολλούς από τους πολλούς που την έχουν, παίζει να είναι και η μεγαλύτερη απ’ όλες, ίσως γιατί με έναν τρόπο περικλείει και το συστατικό της αγάπης και το συστατικό της αυτοεκτίμησης και το συστατικό της νοηματοδότησης: είναι η ανάγκη να νιώθεις πως είσαι ξεχωριστός.

Αν είσαι ξεχωριστός καλλιτέχνης, ή ξεχωριστός επιστήμονας, ή ξεχωριστός στοχαστής, ή ξεχωριστός πολιτικός, ή ξεχωριστός επιχειρηματίας, ή κάτι άλλο ξεχωριστό, μικρότερη σημασία έχει· το κύριο είναι η ζωή σου να ξεχωρίσει από τις ζωές των άλλων, το κύριο είναι να αφήσεις εμφατικά το στίγμα σου, το κύριο είναι στην κούρσα με τα άλλα μέλη της ανθρώπινης φυλής να διακριθείς. Πιθανώς να πρόκειται για μια ανάγκη που συνειδητά ή μη όλοι την έχουμε παιδιά, κάθε φορά που πανηγυρίζουμε ένα γκολ στην αυλή του σχολείου σαν να είμαστε ο Μέσι ή κάθε φορά που τραγουδάμε πάνω στο αγαπημένο μας τραγούδι κρατώντας αόρατο μικρόφωνο. Και ανάλογα με το πόσο γρήγορα ενηλικιωνόμαστε ή με το πόσο φιλόδοξοι είμαστε, έρχεται η στιγμή (στα είκοσι, στα τριάντα, στα σαράντα ή στα ενενήντα μας) που συνειδητοποιούμε πως η ζωή μας μπορεί να πάρει την μια ή την άλλη κατεύθυνση, πως μπορεί να είμαστε γενικά καλά ή γενικά όχι καλά, πάντως ξεχωριστοί δεν πρόκειται να γίνουμε σε κανέναν απολύτως τομέα δημοσίου ενδιαφέροντος, πάντως κανείς δεν μας περιέλουσε με τη συγκεκριμένη αστρόσκονη που θα μας καθιστούσε κάτι άλλο, κάτι αξιομνημόνευτο πέραν του στενού μας κύκλου.

«Η Νηπιαγωγός» έχει στο κέντρο της μια κραχτή αντίθεση, η οποία δημιουργεί μια περίεργη σχέση: την αντίθεση ανάμεσα στη μεσήλικη νηπιαγωγό, η οποία θα ήθελε τόσο να έχει μια φλέβα ταλέντου και κάτι που να την ξεχωρίζει, και στο ηλικίας 5 1/2 ετών αγοράκι, το οποίο ενώ συμπεριφέρεται όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας του, ώρες – ώρες είναι σαν να στοιχειώνεται από έναν ποιητικό δαίμονα, με αποτέλεσμα να αρχίζει να κάνει βήματα μπρος – πίσω απαγγέλοντας στιχάκια, σαν υπνωτισμένο από έμπνευση, η οποία έρχεται άγνωστο από πού. Η νηπιαγωγός δεν είναι κάποιο ναυάγιο της ζωής. Τηρουμένων των αναλογιών, της έχουν πάει όλα καλά και τα έχει όλα: και μια δουλειά που μοιάζει να της αρέσει και να της αφήνει περιθώρια να εκφράσει τη δημιουργικότητά της και έναν σύζυγο που όσες φορές τον συναντήσουμε στη διάρκεια της ταινίας θα τον βρούμε να είναι μάλλον συμπαθέστατος και δυο παιδιά στην εφηβεία που είναι υγιή, κοινωνικά, «κανονικά»· κανονικά, αλλά όχι και ξεχωριστά. Κι εκείνη είναι σε μια φάση της ζωής της που παρακολουθεί σεμινάρια ποίησης και νιώθει απογοητευμένη από την έλλειψη πνευματικών ανησυχιών των παιδιών της. Αν και η κόρη της, βγάζοντας το ξεχωριστόμετρο, της λέει πως μολονότι δεν σκοτώνεται στο διάβασμα παίρνει στο σχολείο εξαιρετικούς βαθμούς, τη στιγμή που η ίδια το μόνο που κατάφερε από πλευράς σπουδών και επαγγέλματος, παρότι ήταν εξαιρετικά επιμελής, είναι να ασχολείται με νήπια.

Ένας άνθρωπος λοιπόν που προσπαθεί να γράψει δυο στίχους της προκοπής και δε βρίσκει στο σεμινάριο καμία αναγνώριση, γιατί οι στίχοι της είναι μέσα στην επιτήδευση, τη βαρύγδουπη λυρικότητα και την έλλειψη προσωπικής αλήθειας, έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με ένα παιδάκι, το οποίο σου πετάει δέκα λέξεις, οι οποίες σφηνώνονται στο μυαλό σου και δεν λένε να βγουν. Το μεγάλο ταλέντο είναι ένα σκάνδαλο, αλλιώς δεν είναι μεγάλο ταλέντο. Το μεγάλο ταλέντο είναι ένα χάρισμα, κάτι που θα χαριστεί κόντρα σε κάθε αίσθηση δικαίου. Το τι κάνεις μετά με αυτό και πώς το αξιοποιείς, ναι, είναι το δικό σου σκέλος, η δική σου δουλειά. Αλλά εδώ ηλικιακά έχουμε να κάνουμε με το σκάνδαλο των σκανδάλων. Με ένα παιδί που το παρομοιάζει η ίδια με τον Μότσαρτ.

Ποια σχέση λοιπόν θα αναπτύξει μαζί του; Τον Μότσαρτ τον είχαν στα όπα – όπα οι βασιλείς και οι αυλές τους, το ταλέντο του βρήκε τον κατάλληλο χώρο να αναπτυχθεί. Εκείνη θα πέσει πάνω στο νήπιο ποιητή σαν καλοπροαίρετη βδέλλα. Εδώ υπάρχει ένα ποιητικό κοίτασμα, το οποίο πρέπει να εξορυχθεί. Εδώ υπάρχει μια ποιητική προδιάθεση, η οποία πρέπει να καλλιεργηθεί. Αρχίζει να μην βλέπει πια μπροστά της το νήπιο και τις ανάγκες του, αρχίζει να βλέπει πια μπροστά της μόνο τον ποιητή και τις προοπτικές του. Εκείνη μπορεί να είναι ο ορισμός του μη ξεχωριστού ανθρώπου, τώρα όμως που συνάντησε τον ορισμό του ξεχωριστού, καταλαβαίνει ότι δεν γίνεται, απλά δεν γίνεται, να αφήσει αυτή τη σπάνια κλίση αυτού του σπάνιου πλάσματος να πάει χαμένη. Ζούμε σε έναν κόσμο που αδιαφορεί για το πνεύμα και την ποίηση, ζούμε σε έναν κόσμο που δεν έχει χώρο για αληθινούς ποιητές, ζούμε σε έναν κόσμο που επιτυχία είναι να βγάλεις λεφτά. Δεν γίνεται να αφήσει αυτό το παιδί από την προστατευτική και απομυζητική της ομπρέλα, απλά δεν γίνεται.

Και τι σημασία έχει αν όλη αυτή η εργαλειοποίηση ενός μικρού παιδιού γίνεται για να καλύψει τα δικά της γενικότερα υπαρξιακά θέματα ή τη δική της κρίση μέσης ηλικίας; Το θέμα δεν είναι η νηπιαγωγός, το θέμα δεν είναι το παιδί, το θέμα είναι να μην πάει χαμένος ο ποιητής. Το θέμα δεν είναι τα κίνητρά της, το θέμα δεν είναι η ατζέντα της, το θέμα δεν είναι η ψυχική της υγεία, το θέμα δεν είναι οι επιπτώσεις των πράξεών της στην ψυχική υγεία του παιδιού, το θέμα είναι το ψυχικό του κοίτασμα: έλα, ξεχωριστέ άνθρωπε, να προστατεύσω αυτό που σε κάνει ξεχωριστό, έλα, ξεχωριστέ άνθρωπε, να σου διδάξω βλέμματα και εμπειρίες για να τα ενσωματώσεις στο έργο σου, έλα, ξεχωριστέ άνθρωπε, να αναδείξω αυτό που σε κάνει ξεχωριστό και με αυτόν τον τρόπο, με αυτόν τον ανέλπιστο παράδρομο να γίνω έτσι κι εγώ, μέσω εσού και μέσω της αναδείξεώς σου, κι εγώ ξεχωριστή.

«Η Νηπιαγωγός» της Σάρα Κολάντζελο βασίζεται στην ομώνυμη ταινία του Ισραηλινού Ναβάντ Λαπίντ, ο οποίος βραβεύτηκε πρόσφατα με τη Χρυσή Άρκτο στο Βερολίνο, για την επόμενη ταινία του το “Synonyms”. «H Νηπιαγωγός» του Λαπίντ, όπως τουλάχιστον άλλα δύο ισραηλινά φιλμ των τελευταίων ετών, το “Foxtrot”  και το”Footnotes“, είναι ταινίες που πατούν εντελώς γερά στα σενάριά τους, σενάρια ευρηματικά, πλούσια σε αποχρώσεις, συγκρούσεις αντικρουόμενων επιθυμιών, βάθος και ανοικτά σε πολλές ερμηνευτικές προσεγγίσεις. Ωστόσο η Σάρα Κολάντζελο που μεταφέρει τη «Νηπιαγωγό» στις ΗΠΑ, κάνει πολλά περισσότερα από το να κοπιάρει, φτιάχνει ένα έργο εξαιρετικής ακρίβειας, ένα έργο στο οποίο δεν κατοικεί απαραίτητα μία και μόνη αλήθεια, δίνοντας την ευκαιρία στην Μάγκι Τζίλενχαλ να ενσαρκώσει την ηρωίδα με ευαισθησία, λεπτότητα, δύναμη, μεταφέροντας όλη τη μη μονοδιάστατη αλήθεια αυτού του μη ξεχωριστού ανθρώπου στην οθόνη.