Ένα τεράστιο σούπερ μάρκετ, μάλλον από αυτά που εξυπηρετούν μόνο επαγγελματίες σε τιμές χονδρικής. Πρώτο πλάνο δυο αυτοκίνητα παρκαρισμένα στο πάρκινγκ, ενώ η μέρα έχει μόλις χαράξει. Μετά περιηγούμαστε μέσα στους ημισκοτεινούς ακόμη διαδρόμους του σούπερ μάρκετ, υπό τους ήχους του «Μπλε Δούναβη» του Στράους. Yπό τους ήχους δηλαδή που έχουν συνδεθεί επίσης με την «Οδύσσεια του Διαστήματος», του Κιούμπρικ. Μόνο που εδώ αντί η μουσική να συνοδεύει  διαστημικά οχήματα σε τροχιά πάνω από το μαγευτικό μας πλανήτη, διαστημικά οχήματα να χορεύουν σχεδόν στο διάστημα, συνοδεύει ανυψωτικά οχήματα (κλαρκ) που χορεύουν γύρω από τους διαδρόμους, ανάμεσα σε πανύψηλα ράφια γεμάτα με κιβώτια, γεμάτα με τη σειρά τους με πάσης φύσεως προϊόντα.

Είναι η πρώτη μέρα στη δουλειά για τον Κρίστιαν. Ο προϊστάμενος του φορά την άχαρη (και μικρή) μπλε ποδιά του, δίνοντας του και τον «βασικό εξοπλισμό»: τρία στυλό στην μπροστινή τσέπη κι ένα κοπίδι. Ο Κρίστιαν έχει τατουάζ στα χέρια και στο λαιμό και ο προϊστάμενος του λέει να τα καλύπτει, γιατί μπορεί να μην αρέσουν στους πελάτες. Υπάρχει άλλωστε στα αποδυτήρια των εργαζομένων κι ένας καθρέφτης που γράφει «Έτσι σε βλέπουν οι πελάτες». Ο Κρίστιαν θα είναι βοηθός του Μπρούνο στον τομέα με τα αλκοολούχα ποτά. Ο Μπρούνο που πρέπει να πλησιάζει τα εξήντα δυσανασχετεί αρχικά, λέγοντας ότι μπορεί να τα καταφέρνει μόνος του, αλλά γενικά είναι φιλικός με το νέο του βοηθό. Μπορεί να εικάσει κανείς ότι ο λόγος για τον οποίο η επιχείρηση προσλαμβάνει για εκείνον βοηθό, δεν είναι για να του μικρύνει το φόρτο εργασίας, ούτε ότι θεωρεί ότι δεν τα καταφέρνει πια, αλλά μάλλον γιατί θέλει να έχει εκπαιδεύσει έναν νεότερο εργαζόμενο, ώστε να καλύψει τη θέση του μόλις συνταξιοδοτηθεί.

Ο Μπρούνο αρχίζει να του μαθαίνει τα κατατόπια και σιγά σιγά να του δείχνει πώς λειτουργούν τα ανυψωτικά οχήματα. Εκτός από το εμπειρικό κομμάτι, υπάρχουν και ειδικά μαθήματα, με διαγωνίσματα και απ’ όλα, που πρέπει να κάνει ο Κρίστιαν και άλλοι νέοι σαν τον Κρίστιαν από άλλες επιχειρήσεις, για να πάρουν επίσημα την άδεια χειρισμού τους.

Το σούπερ μάρκετ είναι κάπου στην Ανατολική Γερμανία. Κι ο Μπρούνο ανακαλεί τα χρόνια που ήταν νέος και που ακόμα η Ανατολική Γερμανία ήταν ξεχωριστή χώρα. Τόσο ο ίδιος, όσο και δυο τρεις συνάδελφοί του, δούλευαν ως οδηγοί φορτηγών. Με την επανένωση της Γερμανίας το 1990, μέσα σε όλα τα άλλα που άλλαξαν και το γενικότερο μετασχηματισμό της ανατολικογερμανικής οικονομίας, τις μεταφορές ανέλαβαν άλλες εταιρίες κι εκείνους τους προσέλαβε η εταιρία που έχει το σούπερ μάρκετ. Η δική του θέση ως εργαζόμενος, έστω και από σπόντα, μεταβλήθηκε προς το χειρότερο. Εκεί που οδηγούσε στους ανοικτούς δρόμους κι είχε ένα κάποιο αίσθημα ελευθερίας και αυτονομίας, τώρα περνά τις μέρες του, τα χρόνια του, τις δεκαετίες του, οδηγώντας ανάμεσα σε διαδρόμους οχήματα που μετακινούνται προς τα πλάγια, τώρα αντί οδηγώντας να βλέπει μπροστά τους ανοικτούς ορίζοντες, μόνος του ορίζοντας είναι οι ίδιοι και οι ίδιοι διάδρομοι, διάδρομοι, όπου δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τη μέρα από τη νύχτα.

Τμήμα των καθηκόντων των εργαζομένων είναι να πετάνε στα σκουπίδια τις τροφές που πέρασε η ημερομηνία λήξης τους. Που και που οι εργαζόμενοι βουτάνε κάτι από αυτά που είναι για πέταμα. Αλλά το θέμα δεν είναι αν τρώνε ληγμένα. Η ημερομηνία λήξης μπορεί να είναι και αρκετά σχετική, το θέμα δεν είναι ντε και καλά κάποιου είδους κίνδυνος στον οποίο βάζουν την υγεία τους. Το θέμα είναι ο διπλός παραλογισμός. Πρώτον ο παραλογισμός των τροφών που πετιούνται ως αναπόσπαστο μέρος της λειτουργίας του συστήματος. Δεύτερον ότι ενώ αυτά προορίζονται πλέον για πέταμα, η επιχείρηση απαγορεύει κατηγορηματικά να τα πάρουν οι εργαζόμενοι. Αυτά πλέον ανήκουν στα σκουπίδια και μόνο και οτιδήποτε άλλο, θεωρείται κλοπή.

Ο Κρίστιαν δεν μιλάει πολύ. Στο πρώτο μέρος της ταινίας μιλάει ελάχιστα. Κι όταν μιλήσει λίγο περισσότερο καταλαβαίνουμε πως μιλάει και λίγο περίεργα. Δεν ψευδίζει ακριβώς, αλλά έχει κάτι η εκφορά του λόγου του που σίγουρα δεν του προσδίδει βαρύτητα και κύρος. Αναγκάζεται να μιλήσει λίγο περισσότερο όταν η Μάριον τον προκαλεί. Η Μάριον δουλεύει σε άλλο τμήμα του σούπερ μάρκετ. Ο Κρίστιαν από όταν την πρωτοβλέπει μαγεύεται. Στα γενέθλιά της της επιφυλάσσει μια έκπληξη. Παίρνει μια ληγμένη γκοφρέτα, βάζει πάνω της ένα κεράκι και της εύχεται χρόνια πολλά. Μετά κόβει τη γκοφρέτα σε κομματάκια με το κοπτήρι του.

Αντί για τούρτα, μια ληγμένη γκοφρέτα. Όταν της τη δίνει βρίσκονται σε ένα δωμάτιο που έχει στον τοίχο μια μεγάλη ζωγραφιά από ηλιοβασιλέματα και νησιά, η αντιστικτική λειτουργία της οποίας μας φέρνει ίσως στο νου το “Carlito’s Way” του Ντε Πάλμα. Η Μάριον στο σπίτι της φτιάχνει ένα παζλ, που εικονογραφεί κάτι παρόμοιο. Στο σούπερ μάρκετ υπάρχει ένας χώρος, όπου κολυμπάνε ψάρια σε μια εξαιρετικά στενή δεξαμενή νερού, ψάρια που είναι εκεί για να πουληθούν φρέσκα, μόλις γίνουν οι σχετικές παραγγελίες. Τον χώρο αυτό οι εργαζόμενοι τον αποκαλούν «Ωκεανό». Ο Μπρούνο έχει μάθει στην Μάριον ένα κόλπο. Αν ανεβάσεις τις μεταλλικές περόνες του ανυψωτικού πολύ ψηλά και μετά αρχίζεις να τις κατεβάζεις αργά αργά, ο ήχος που κάνουν τα γρανάζια του θυμίζει τον παφλασμό των κυμάτων.

Και το βλέμμα το οποίο καταθέτει τελικά ο Τόμας Στούμπερ με την ταινία του, είναι ένα βλέμμα, το οποίο πρώτα βλέπει και καταγράφει την ανιαρή, αενάως επαναλαμβανόμενη, αδιαφοροποίητη καθημερινότητα του εργασιακού χώρου ανθρώπων της εργατικής τάξης, που η δουλειά τους είναι δύσκολο να αποτελεί οτιδήποτε διαφορετικό από δουλειά, με την έννοια ότι η δουλειά τους δεν περιέχει άλλου τύπου ψυχικές και πνευματικές προκλήσεις και ανταμοιβές, και στη συνέχεια μεταστοιχειώνει αυτή την πεζότατη καθημερινότητα, προσπαθεί να καταλύσει αυτή τη συνθήκη και αυτό το περιβάλλον, με μικρές, ελάχιστες ρωγμές του, ρωγμές που δεν λειτουργούν ως κλείσιμο των ματιών των ηρώων απέναντι στην καθημερινότητά τους και στη ζωή τους, αλλά ως κλείσιμο του ματιού των ηρώων απέναντι σε αυτήν την καθημερινότητα και σε αυτή τη ζωή τους.

Διαπιστώνουμε στην πορεία ότι κανείς από τους τρεις βασικούς ήρωες δεν ζει μια ευτυχισμένη ή έστω και απλά ικανοποιητική ζωή εκτός του χώρου εργασίας του. Καθένας από τους τρεις έχει κάτι που τον βασανίζει. Ο Στούμπερ τους κοιτά με περίσσευμα τρυφερότητας και στοργής. Mε τον διευθυντή φωτογραφίας του, Πέτερ Ματζάσκο, να συντονίζεται σε αυτή την τρυφερότητα και να φωτίζει μαγικά από τους διαδρόμους του σούπερ μάρκετ ως τις στάσεις των λεωφορείων τη νύχτα. Οι τρεις πρωταγωνιστές ανταποκρίνονται και με το παραπάνω στο αγαπητικό βλέμμα του σκηνοθέτη τους. Ο Πέτερ Κουρθ, η Σάντρα Χoύλερ του «Τόνι Έρντμαν», αλλά κυρίως ο Φραντς Ρογκόφσκι του “Happy End” του Χάνεκε και του “Victoria“, φτιάχνει έναν από τους πιο αξιολάτρευτους κινηματογραφικούς ήρωες των τελευταίων ετών. Ένας νέος άντρας με τατουάζ δυο πιτ μπουλ να γαβγίζουν άγρια το ένα στο άλλο σε κάθε ωμοπλάτη του, ένας νέος άντρας με παρελθόν, ένας νέος άντρας που δεν είναι τεμπέλικο γουρούνι, ένας νέος άντρας που περπατά σκυφτός, μιλά περίεργα, χειρίζεται το ανυψωτικό άτσαλα, ένας νέος άντρας όχι ιδιαίτερα προικισμένος πνευματικά, ένας νέος άντρας που αν όλα πάνε καλά θα οδηγεί για τις επόμενες δεκαετίες το ανυψωτικό του, πηγαίνοντας ούτε μπρος ούτε πίσω, αλλά στο πλάι.

Κεντρική φωτογραφία άρθρου: © Sommerhaus Filmproduktion