«Μεγάλο σοκ το Νιάρχος, δεν έχω δει πουθενά στη ζωή μου κάτι τόσο τέλειο», αυτή ήταν η πρώτη φράση της Σοφίας Βάρη όταν ξεκίνησε να μιλάει για τα 16 γλυπτά, τα δικά της δημιουργήματα, που δεσπόζουν στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, από την 1η Σεπτεμβρίου.

Η γλύπτρια με πολλές εκθέσεις στο ενεργητικό της σε Ευρώπη, Ασία και Αμερική επιστρέφει στα πάτρια εδάφη με την έκθεση Φόρμες και Αντιθέσεις. Δεκαέξι ασπρόμαυρα γλυπτά μνημειακών διαστάσεων στην Αγορά του ΚΠΙΣΝ και μας μίλησε στη συνέντευξη τύπου για τη γλυπτική, που όπως είπε είναι ένα όνειρο για εκείνη, ενώ μας ξενάγησε η ίδια στα έργα της, κάτω από τον ηλιόλουστο αττικό ουρανό δίπλα ακριβώς στο Κανάλι.

Η Σοφία Βάρη στα έργα της εμπνέεται από τις καθαρές και απλές φόρμες της κυκλαδικής τέχνης και την τέχνη των Ολμέκων στο Μεξικό. Στα συγκεκριμένα γλυπτά η Βάρη κινήθηκε στα χρώματα του άσπρου και του μαύρου χρώματος, κάτι που αποφάσισε λόγω του συγκεκριμένου κτιρίου, – για την τελειότητα του οποίου μίλαγε με θαυμασμό, επικροτώντας και τον αρχιτέκτονά του – καθώς και λόγω του ελληνικού φωτός.

Στην ξενάγησή της μάς ανέλυσε ότι στα γλυπτά της έχει προσπαθήσει να δώσει όχι μόνο αρμονία, δύναμη και πάθος αλλά προσπαθεί να έχουν μια κίνηση, μια κομψότητα, λαμβάνοντας υπόψη και το στοιχείο του νερού, στο οποίο και τοποθετήθηκαν κοντά. Μιλώντας για το τελευταίο είπε ότι βλέποντας πόσο απαλά μπορεί να κινείται, ενώ άλλες φορές το νερό μπορεί να γίνεται θηρίο, αυτές ακριβώς τις κινήσεις του ήθελε να δώσει στα έργα της. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο ζήτησε από τους ανθρώπους του ΚΠΙΣΝ αν τυχόν απ’ τον αέρα καμιά φορά υπάρχουν κύματα, να της βγάλουν μια φωτογραφία εκείνη τη στιγμή, γιατί θα ήθελε πολύ να δει τα γλυπτά της με τα κύματα της θαλάσσης.

Η συζήτηση συνεχίζεται και η γλύπτρια περιγράφει την τεχνική διαδικασία όλης της δημιουργίας από την πλαστελίνη μέχρι τη χύτευση του μπρούτζου, από τα οποία είναι φτιαγμένα τα συγκεκριμένα 16 γλυπτά, μέχρι το βάψιμο τους με μπογιά αεροσκαφών. Η ίδια πιστεύει ότι το υλικό πρέπει να είναι τέτοιο ώστε να μην χαλάσει ποτέ με τον καιρό, λέγοντας πως «εμείς φεύγουμε το έργο πρέπει να μείνει». Και αποκάλυψε πως είχε μέρες να κοιμηθεί, καθώς ένιωθε θαυμασμό και φόβο μαζί για τον συγκεκριμένο χώρο έκθεσης. Σκεφτόταν πώς θα μπορούσαν «τα γλυπτά της να έχουν μια μικρή θέση» σε αυτόν, αφού προσπαθούσε να έχουν μια τέλεια αρμονία με το Ίδρυμα σαν να ήταν για πάντα εκεί. Γι’ αυτό σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει σε αυτά το άσπρο και το μαύρο χρώμα.

Μιλώντας για την τέχνη της γλυπτικής και τη γοητεία της σε σχέση με τη ζωγραφική μάς πληροφορεί ότι «Τα πιο ωραία ελληνικά μάρμαρα πάνε στην Ιταλία και κοστίζουν τρεις φορές στην τιμή που θα είχαν εδώ». Ξεχωριστή μνεία έκανε για το μάρμαρο της Θάσου, λέγοντας πως «είναι κάτι το εξαιρετικό γιατί μέσα του έχει κάτι σαν κρύσταλλο, το οποίο γυαλίζει κι είναι σαν αστέρι του ουρανού που ‘χει πέσει μέσα στο μάρμαρο».

Info έκθεσης:

Φόρμες και Αντιθέσεις | 1 Σεπτεμβρίου – 7 Οκτωβρίου 2018 | Αγορά, Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος