Το Φρούριο Σπιναλόγκας αποτελεί τον δεύτερο σε επισκεψιμότητα αρχαιολογικό χώρο της Κρήτης, μετά το ανάκτορο της Κνωσού, και τον έκτο στην Ελλάδα. Διεκδικεί μια θέση ανάμεσα στα μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO με την υποψηφιότητα να έχει πάρει ήδη ομοφώνως «πράσινο φως» από τα μέλη του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου (ΚΑΣ) και τον φάκελο υποψηφιότητάς του να είναι πλήρης. Τελευταίος χρονολογικά ελληνικός χώρος που εντάχθηκε στον Κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO ήταν ο αρχαιολογικός χώρος των Φιλίππων τον Ιούλιο του 2017.

Για τη σύνταξη του φακέλου συνεργάστηκαν οι τοπικές αρχές, ο δήμος Αγίου Νικολάου και η Εφορεία Αρχαιοτήτων Λασιθίου, η αρχαιολόγος Γωγώ Μοσχόβη, ενώ η πιθανή ένταξη της νησίδας θα αποτελέσει το πρώτο μνημείο της Κρήτης που θα συμπεριληφθεί στον Κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Η Σπιναλόγκα πληροί τα κριτήρια ένταξης στον εν λόγω κατάλογο τα οποία είναι το αρχιτεκτονικό σύνολο ως παράδειγμα σε συνδυασμό με το ιδιαίτερο τοπίο που μαρτυρά σημαντικές φάσεις της ιστορίας της ανθρωπότητας.


Στη Σπιναλόγκα, ήδη, έχει πραγματοποιηθεί ένα πολύ μεγάλο έργο αποκατάστασης. Συγκεκριμένα, τα τελευταία 20 χρόνια έχουν δαπανηθεί από κοινοτικά κονδύλια γύρω στα 4 εκ. ευρώ και μεγάλα ποσά από εθνικούς πόρους. Επιπλέον, αυτή τη στιγμή, «τρέχει» στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ 2014-2020 ένα μεγάλο έργο προϋπολογισμού 900.000 ευρώ, ενώ αναμένεται να ξεκινήσουν κι άλλα έργα.

Η οχυρή νησίδα της Σπιναλόγκας έχει έκταση 85 στρ. και 53 μ. υψόμετρο. Βρίσκεται στη βόρεια είσοδο του κόλπου της Ελούντας στον Νομό Λασιθίου, σε θέση κλειδί για τον έλεγχο του φυσικού λιμανιού της. Ο χώρος περιτειχίστηκε κατά την αρχαιότητα για την προστασία της αρχαίας πόλης της Ολούντος, που βρισκόταν κοντά στη σημερινή Ελούντα.

Τον 16ο αιώνα οι Βενετοί κατασκεύασαν ένα από τα σημαντικότερα επιθαλάσσια προμαχωνικά οχυρά της Μεσογείου. Ως λιμάνι υπήρξε σταυροδρόμι επικοινωνίας ανθρώπων και πολιτισμών, καθώς διευκόλυνε όχι μόνο το εμπόριο, αλλά και τη διακίνηση ιδεών και τεχνών μεταξύ Δύσης και Ανατολής.


Το 1718 το Φρούριο παραχωρήθηκε στους Οθωμανούς. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα το νησί φιλοξένησε το μεγαλύτερο οθωμανικό οικισμό της ανατολικής Κρήτης μετά τον Χάνδακα. Το 1903 η Κρητική Πολιτεία αποφάσισε να ανοίξει Λεπροκομείο στη Σπιναλόγκα για τον υποχρεωτικό εγκλεισμό των χανσενικών ασθενών. Εκατοντάδες άνθρωποι εξαναγκάστηκαν να ζήσουν εκεί απομονωμένοι ως το 1957 οπότε και το Λεπροκομείο έκλεισε. Τη δεκαετία του ’70 μετατράπηκε σε αρχαιολογικό χώρο.

Πάνω στη νησίδα σώζονται κτίρια από τρεις περιόδους, την ενετική (οι οχυρώσεις της περιόδου θεωρούνται εξαιρετικά σημαντικές από αρχιτεκτονική και αρχαιολογική άποψη), την οθωμανική (τα κτίρια του οθωμανικού οικισμού θεωρούνται επίσης πολύ σημαντικά, καθώς συμπυκνώνουν την τοπική αρχιτεκτονική με βαλκανικά στοιχεία), καθώς και από την περίοδο λειτουργίας του Λεπροκομείου, από την οποία σώζονται σπουδαίας σημασίας κτήρια, όπως το Νοσοκομείο και το Λεπροκομείο με τους δίδυμους κοιτώνες. Το θεσμικό πλαίσιο προστασίας της νησίδας είναι πολύ ισχυρό ήδη από τη δεκαετία του 1970.