Συνάντησα την Ιωάννα Κολλιοπούλου στο Θέατρο Καρέζη με αφορμή την επανάληψη της παράστασης «Στέλλα Κοιμήσου». Καθίσαμε στο φωτισμένο άδειο σκηνικό του έργου που φέτος της χάρισε το βραβείο Μελίνα Μερκούρη. Τρία χρόνια έντασης και σκληρής δουλειάς. Μιλήσαμε για τη συνεργασία της με τον Γιάννη Οικονομίδη, τη σχέση της με τον θίασο, τη βία στη σκηνή και στην πραγματικότητα αλλά και την επερχόμενη συνεργασία της με τον Δημήτρη Καραντζά, ο οποίος το Φεβρουάριο θα σκηνοθετήσει τους «Βρικόλακες».

«Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα, είμαι 34 χρόνων. Σπούδασα πρώτα Φιλολογία στο Καποδιστριακό και μετά έδωσα εξετάσεις στη Δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου όπου αποφοίτησα το 2010. Τα χρόνια της σχολής ήταν πολύ δύσκολα, σκληρή δουλειά. Μπήκα στη σχολή μία εποχή οπού υπήρξε αλλαγή διεύθυνσης, μόλις είχε έρθει ο κ. Χουβαρδάς και διευθυντής της σχολής έγινε ο κ. Αρδίτης, όπου έκανε ολική αναδιάρθρωση του προγράμματος. Πολλά μαθήματα, εξαιρετικοί καθηγητές και εστίαση στο σώμα, πολλά μαθήματα με κάθε είδους χορό. Στην ουσία ζούσαμε μέσα στην σχολή καθόμασταν άπειρες ώρες. Αν δεν αγαπάς αυτό που κάνεις δεν μπορείς ν’ ανταπεξέλθεις. Υπομονή, πειθαρχία και σκληρή δουλειά. Ευτυχώς από κει και πέρα όλα μου πήγαν πολύ καλά με ωραίες συνεργασίες που θέλω να θυμάμαι».

Το 2017 σε βρίσκει με το βραβείο Μελίνα Μερκούρη, είδες διαφορά στη ζωή σου μετά απ’ αυτό;

Λίγη παραπάνω αναγνώριση σε ανθρώπους που δεν είχαν τόσο μεγάλη επαφή με το θέατρο, κατά τα άλλα δεν έχει αλλάξει κάτι.

Σαν θεσμό, πώς το βλέπεις;

Είναι πολύ ενθαρρυντικό για την προσπάθεια ενός ηθοποιού, για μια συγκεκριμένη παράσταση μεν, αλλά σου δίνει τεράστια ώθηση ως επαγγελματία για να πας παρακάτω. Σίγουρα παίζει και μεγάλο ρόλο το οικονομικό αντίτιμο του βραβείου σε έναν νέο ηθοποιό.

Σε ενοχλεί καλλιτεχνικά η επανάληψη του ίδιου έργου τόσο καιρό;

Έχω πετύχει τον εαυτό μου να κουράζεται. Όχι λόγω της επανάληψης αυτά τα χρόνια, αλλά κυρίως την περασμένη χρονιά, όπου ήταν μεγάλη η περίοδος που το παίζαμε συνεχώς, το τελευταίο διάστημα των παραστάσεων είχα αρχίσει να κουράζομαι τρομερά σωματικά και φωνητικά λόγω των εντάσεων και των απαιτήσεων του ρόλου.

Οι κόσμοι που δημιουργεί ο Γιάννης Οικονομίδης είναι ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας αλλά για πολλούς είναι ξένος, εσύ σε ποιο κομμάτι ανήκεις;

Καλώς η κακώς, ο κόσμος που περιγράφει ο Οικονομίδης δεν είναι άνθρωποι που δεν έχω συναντήσει στην καθημερινότητα μου, όχι τόσο στο στενό μου περιβάλλον, αλλά ναι, υπάρχουν γύρω μας. Ναι μεν το φαίνεσθαι των χαρακτήρων του «Στέλλα κοιμήσου» είναι ακραίο και προκλητικό και ξένο ίσως, αλλά αυτό που φέρουν στην ουσία είναι πολύ οικείο. Η ίδια βία κρύβεται και σε ανθρώπους που έξω μπορεί να μην τους αναγνωρίσεις, αλλά να ανήκουν στο κοινό σου περιβάλλον, άρα στην ουσία νομίζω ότι ανήκουμε όλοι σ’ αυτούς τους κόσμους άμεσα ή έμμεσα.

Ένα στίγμα της εποχής μας για το πώς αντιμετωπίζουμε τη βια, είναι ότι σε στιγμές έντονης βίας επάνω στη σκηνή ο κόσμος γελάει, πώς το βλέπεις αυτό;

Πολλές φορές ο κόσμος όταν βλέπει κάτι σε μια τέτοια συνθήκη που γνωρίζει ότι θα δει κάτι που είναι ψέμα και έρχεται αντιμέτωπος με βίαιες συμπεριφορές μπορεί ίσως να γελάει από αμηχανία ή είναι ένα σύνολο πραγμάτων καθώς συμβαίνουν ταυτόχρονα πράγματα στη σκηνή και μπορεί να τα συνδυάζει και αυτό να φαίνεται σαν αστείο ως αποτέλεσμα.

Δεν θεωρείς ότι έχουμε συνδέσει τη βία με κάτι το αστείο σαν κοινωνία;

Σ’ αυτό το πλαίσιο εννοώ το αστείο, ξέρεις μερικές φορές γελάμε από αμηχανία και μετά νιώθουμε άσχημα γιατί συνειδητοποιούμε ότι γελάμε με κάτι το οποίο δεν είναι σωστό οπότε γίνεσαι συνένοχος σε κάτι που είναι κατακριτέο. Αν ο κόσμος έβλεπε κάποιον δηλαδή να χτυπάει μια κοπέλα στο δρόμο δεν ξέρω αν θα γελούσε άρα εδώ το τοποθετώ σαν μέρος της θεατρικής σύμβασης, που ο κόσμος έχει την ευκαιρία να ξεσπάσει με κάθε τρόπο τα συναισθήματα του. Και το γέλιο μην ξεχνάμε ότι είναι ένα πρωτόγονο ξέσπασμα χωρίς λογική μερικές φορές. Θυμάμαι ας πούμε μία από τις πρώτες φορές που οδήγησα όταν πήρα το δίπλωμα τράκαρα, από το σοκ ξέσπασα σε γέλια και ένα σοκ νομίζω μπορεί να φέρει διάφορες αντιδράσεις, Από την άλλη η πραγματικότητα της βίας στην καθημερινότητα μας, όπως η παρενόχληση στο σχολείο ή η λεκτική βία στη ζωή μας και το πώς την αντιμετωπίζουμε νομίζω δείχνει και το πού έχει φτάσει η κοινωνία μας.

Βία, αντίδραση και κοινωνία. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο δεν μπορώ να μην σε ρωτήσω πώς είδες το συμβάν της δολοφονίας του Ζακ Κωστόπουλου.

Με θλίβει τρομερά. Κυρίως που δεν αντιδρά ο κόσμος, βλέπω τεράστιο φόβο γενικότερα, αυτό το θέμα μ’ έχει προβληματίσει πάρα πολύ. Στην περίπτωση του Ζακ Κωστόπουλου έτυχε να υπάρχουν κάμερες και καταφέραμε να το δούμε. Έχουν γίνει άλλα τόσα που δεν έχουμε οπτικό υλικό. Με έχει σοκάρει φοβερά αυτή η υπόθεση, προσπαθώ να σκέφτομαι με ψυχραιμία τα γεγονότα και η κουβέντα για τον Ζακ είναι τεράστια δεν είναι της παρούσης. Καθημερινά με τους φίλους μου συζητάω αυτό το θέμα. Ο φόβος έχει γιγαντωθεί τόσο στην κοινωνία που κινεί τις ζωές μας έχουμε μπει σ’ ένα πλαίσιο που φοβόμαστε να ζήσουμε.

Θεωρείς ότι η βία έχει γίνει εύκολη λύση;

Αυτό που καταλαβαίνω είναι ότι η ταχύτητα και οι ρυθμοί σε συνδυασμό με την ψυχολογική πίεση έχουν κάνει το νευρικό σύστημα του κόσμου να χτυπάει κόκκινο.

Πώς ήταν η συνεργασία σου με τον κ. Οικονομίδη;

Τι να πω τώρα, θα βάλω τα κλάματα, είναι σπουδαίος, τον αγαπώ. Ήταν μια εμπειρία που νομίζω δεν θα την ξαναέχω στη ζωή μου, μ’ έχει διαμορφώσει ως ηθοποιό και ως άνθρωπο, μ’ έχει εξελίξει σε πάρα πολλούς τομείς και θα με ακολουθεί σε κάθε τι που κάνω από δω και πέρα. Ο τρόπος που έμαθα να δουλεύω είναι σαν να κούμπωσε κάτι μέσα μου και με βοήθησε στην εξέλιξη μου. Και να σου δώσω κι ένα παράδειγμα, κάποια στιγμή πηγαίναμε μια σκηνή ξανά και ξανά, κι εγώ είχα φτάσει στα όρια μου ψυχολογικά, έκλαιγα, είχα μπει μέσα στην ψυχοσύνθεση του ρόλου, έδινα εκείνη την ώρα ό,τι είχα και σταματάει η πρόβα και η αντίδραση του ήταν ότι δεν είμαι «μέσα» στη συνθήκη 100%. Θυμάμαι ότι ξαφνικά κάτι έσπασε μέσα μου, γιατί ταρακούνησε τα πιστεύω μου και κατάλαβα ότι τα όρια μας δεν είναι αυτά που έχουμε θέσει και έχουμε ορίσει, αλλά με σωστή καθοδήγηση μπορούμε να καταφέρουμε πολλά πέρα απ’ αυτό, και ξέρεις δεν συναντάς κάθε μέρα ανθρώπους που να μπορούν να διακρίνουν τα όρια σου αλλά και να μπορούν να σε κάνουν να πας παρακάτω.

Η σχέση σου με τον θίασο;

Πλέον είμαστε μια οικογένεια είμαστε μαζί τρία χρόνια, ό,τι συμβαίνει στη ζωή μας το μοιραζόμαστε πάνω στη σκηνή, ακόμα κι αν δεν κάνουμε παρέα σε καθημερινή βάση και χανόμαστε κατά καιρούς. Δεν μου χει ξανασυμβεί ποτέ στο θέατρο αυτό και θα μου λείψει τρομερά. Δεν το έχω συνειδητοποιήσει ότι φτάνουμε στο τέλος.

Μετά τον Οικονομίδη περνάς σε έναν άλλο μεγάλο σκηνοθέτη τον Δημήτρη Καραντζά με «Βρυκόλακες» τον Φεβρουάριο.

Ναι, ανυπομονώ τόσο γι’ αυτή τη δουλειά, με τον Δημήτρη έχουμε ξαναδουλέψει, είμαστε φίλοι θαυμάζω απίστευτα τη δουλειά που κάνει είμαι μεγάλη θαυμάστρια του και μ’ αρέσει ο τρόπος που προσεγγίζει τα κείμενα και η σκηνοθετική του γνώμη – και με εμπνέει. Ξέρεις είναι πολύ σημαντικό να μπορείς να πηγαίνεις διαθέσιμος στην πρόβα και στις παραστάσεις αργότερα και είναι κάτι που ο Δημήτρης σε κάνει να το θέλεις. Και κάθε φορά που παίζω ή βλέπω ένα έργο του είναι σαν να είναι η πρώτη φορά και με μαγεύει. Έχω ενθουσιαστεί που θα πάρω μέρος σ’ αυτήν τη δουλειά και μ’ αυτή τη διανομή, είναι ευλογία να δουλέψω μ’ αυτό τον θίασο.

Στην ουσία περνάς από την ωμή βία του Οικονομίδη στην ψυχολογική βία του Ίψεν, που έχει μια αίσθηση σκοταδιού και υγρασίας.

Με έλκει γενικά το σκοτάδι, γιατί είμαι σίγουρη πως όλοι οι άνθρωποι κρύβουν μέσα τους μια σκοτεινή πλευρά και χωρίς να το ξέρουν και το γεγονός ότι υπάρχουν τόσοι σκοτεινοί χαρακτήρες μέσα στα έργα κάτι σημαίνει, και συνήθως είναι και οι χαρακτήρες με τους οποίους ταυτίζεται ο θεατής. Μ’ αυτόν που πονάει και αγαπάει με πάθος συνήθως ταυτιζόμαστε, γιατί κάτι μας ξυπνάει αυτό και αν υπάρχει έστω και μια περίπτωση να μπορέσεις να κάνεις κάποιον να αγγίξει αυτό το σημείο του εαυτού του για μένα ως ηθοποιούς είναι κατόρθωμα.

Η Ιωάννα «κουβαλάει» τους ρόλους της;

Κοίτα το θέατρο με διαμορφώνει ουσιαστικά, γνωρίζω τον εαυτό μου μέσα από τους ρόλους, ανακαλύπτω πολλές φορές στοιχεία στους χαρακτήρες που υποδύομαι που θα ήθελα να έχω ως Ιωάννα και στοιχεία που δεν θα ήθελα, είναι στο χέρι μας τι κρατάμε και τι αφήνουμε. Όσο δουλεύω νιώθω τόσο τυχερή που έχω ακολουθήσει αυτό το επάγγελμα.

Info παράστασης:

Στέλλα κοιμήσου | 1 Οκτωβρίου – 13 Νοεμβρίου 2018 | Θέατρο Τζένη Καρέζη