starΟ απειλητικός χτύπος ενός αντρικού παπουτσιού που δεσπόζει σε μια οθόνη μάς συνοδεύει καθώς παίρνουμε τις θέσεις μας. Σε μια διπλανή προβολή, ένα ζευγάρι γυαλιά. Η παράσταση ξεκινά κι ένας νέος, γοητευτικός άντρας συνεχίζει την κινηματογραφημένη δράση, καθαρίζοντας τα γυαλιά του. Ένας βόμβος σαν σεισμός διαπερνά όλο τον θεατρικό χώρο – και τις θέσεις του κοινού. Μπλακ-άουτ. Ανοίγουν τα φώτα, και, ενώ ανεμίζει μια μαύρη κουρτίνα, μια νέα γυναίκα έχει εμφανιστεί από το πουθενά σε έναν αφαιρετικό χώρο που μοιάζει με διαμέρισμα. Με αυτόν τον τρόπο, ο Γιάννης Μόσχος εγκαθιδρύει από το πρώτο λεπτό τους κώδικες της Πόλης: την κινηματογράφηση ως μια γλώσσα που θα φωτίζει τη θεατρική δράση, μια μη ρεαλιστική συνθήκη όσον αφορά τον χώρο και την εμπλοκή του κοινού μέσα από ήχους και μικρές «σεισμικές» δονήσεις.

Η Πόλη (1965) της Λούλας Αναγνωστάκη – ένα κείμενο που δεν έχει να ζηλέψει σε τίποτα την αφρόκρεμα της σύγχρονης ευρωπαϊκής δραματουργίας – αγέραστη, γεμάτη υπαρξιακή αγωνία, παράλογη όσο και ο κόσμος μας, έχει αστυνομική πλοκή. Η σκηνοθεσία αναδεικνύει αυτήν την ιδιότητα του κειμένου. Ο θεατής θέλει να παρακολουθήσει την εξέλιξη της δράσης. Από τα λεγόμενα των δύο νέων ηρώων καταλαβαίνουμε ότι είναι ζευγάρι, ότι βρίσκονται εδώ και ένα μήνα σε μια πόλη, τη γενέθλια πόλη της Ελισάβετ. Εκείνη γυρνάει όλη τη μέρα στους δρόμους, ενώ ο Κίμων δεν έχει βγει ποτέ έξω. Εκείνος – σύμφωνα με όσα λέει εκείνη – κινδυνεύει να τυφλωθεί. Η σχέση τους είναι φανερό ότι έχει διαρραγεί. Η Ελισάβετ βιώνει απόρριψη, ο Κίμων μοιάζει να μεταφράζει ένα ανικανοποίητο σε βία. Το ερωτικό αδιέξοδο συνδέεται και με εικόνες ενός πολέμου αθόρυβου και ύπουλου, που στοιχειώνουν. Μια επίσκεψη ενός Φωτογράφου στο σπίτι του ζευγαριού είναι καταλυτική. Μέσα από διαδοχικές ανατροπές, η αλήθεια μπερδεύεται διαρκώς με το ψέμα. Κυρίαρχο θέμα η μνήμη, προσωπική και συλλογική.

Η παράσταση έχει γοητεία. Εκκινεί από ένα αινιγματικό κείμενο και χωρίς να προσπαθήσει να το γειώσει, μεταφέρει ατόφια την ποίηση και την παραδοξότητά του. Η κινηματογράφηση (Μιχάλης Κλουκίνας) εικονοποιεί με έξοχο τρόπο το ανείπωτο ψυχικό τοπίο των ηρώων, έναν χώρο κρυμμένης βίας και επώδυνης μνήμης: ένα χέρι που δείχνει προς έναν τόπο εκτέλεσης, μια αγχόνη, μάτια απειλητικά (χωρίς γυαλιά), λουκούμια που ανοίγουν σαν τριαντάφυλλα και μοιάζουν με τρυφερή σάρκα πατημένη. Ταυτόχρονα, υποστηρίζει το σασπένς με προβολές στοιχείων που το κοινό αναζητά τη σημασία τους στο παζλ της παράστασης, όπως, για παράδειγμα, αυτό μιας κουκουβάγιας που έρχεται και επανέρχεται. Δύσκολο στοιχείο προς αποκρυπτογράφηση, ενισχύει την παραδοξότητα του έργου. Μάλλον, σκέφτομαι, για να διατηρηθεί η γοητεία θα πρέπει(;) να μείνουν και ορισμένα πράγματα ανεξήγητα.

Στη σφαίρα του ανείπωτου ανήκει και το σεξουαλικό τραύμα του ζευγαριού, που θίγει έμμεσα η παράσταση. Ο Κίμων φαίνεται να βασανίζεται από ένα ανομολόγητο θέμα ταυτότητας φύλου, ενώ η Ελισάβετ πάσχει σαφώς από σεξουαλική απόρριψη και έλλειψη τρυφερότητας. Έχει την αίσθηση κανείς ότι ακόμη και οι εφιάλτες της θα μπορούσαν να απαλυνθούν, έστω και μ’ ένα του χάδι. Αλλά φυσικά αυτό είναι αδύνατο στο σύμπαν αυτού του έργου. Η μοναδική σωματική επαφή που έχουν οι δύο ηθοποιοί που υποδύονται το ζευγάρι περιορίζεται σε χειρονομίες που ενέχουν βία. «Η μοναδική ευχαρίστηση που του δίνω είναι να με κατηγορεί» λέει η Ελισάβετ στον Φωτογράφο. «Αδιαφορεί για μένα. Είμαι δυστυχισμένη».

«Η “Πόλη” του Μόσχου είναι μια παράσταση-πρόταση στο έργο της Αναγνωστάκη και αξίζει να ταξιδέψει και σε φεστιβάλ του εξωτερικού»

Ο σκηνοθέτης καθοδήγησε τους ηθοποιούς του σε ερμηνείες που καταφέρνουν κάτι εξαιρετικά σύνθετο, να ισορροπούν ανάμεσα στον ρεαλισμό και σε έναν πιο βαθύ υπαρξιακό χώρο. Ο Κίμων του Μιχάλη Συριόπουλου αδιαπέραστος, νάρκισσος, με την τάση να επιβάλλεται, μοιάζει να ακινητοποιείται από κάτι άρρητο. Η Ελισάβετ της Λουκίας Μιχαλοπούλου κινείται με επιδεξιότητα στην περιοχή του τραγικού. Της λείπει, ωστόσο, αυτή η «τρέλα» μιας κοπέλας που γυρνάει όλη μέρα στους δρόμους, ο παροξυσμός της, αυτό που της δίνει κίνηση για ζωή. Ο Φωτογράφος του Θέμη Πάνου απολαυστικός, -μοιάζει σαν να έχει βγει από διήγημα του Τσέχοφ -, με χιούμορ, ρεαλιστικός αλλά ταυτόχρονα και αλλούτερος είναι συστατικό στοιχείο αυτού του κόσμου. Οι ήρωες κινούνται σε έναν σκηνικό χώρο (Τίνα Τζόκα) που μεταφράζει εύστοχα μια εμπειρία πολέμου. Γεμάτος από γκρι-μαύρα επίπεδα θυμίζει τάφους: ένα σαλόνι, κεραίες, κήποι, μια ολόκληρη πόλη χτισμένη πάνω σε τάφους.

Η Πόλη του Μόσχου είναι μια παράσταση-πρόταση στο έργο της Αναγνωστάκη και αξίζει να ταξιδέψει και σε φεστιβάλ του εξωτερικού. Εστιάζει σε μια διαρκή άρνηση φωτός, που ισοδυναμεί με άρνηση της μνήμης. Το φως είναι ενοχλητικό (το διαπιστώνουν και οι θεατές όταν εκτίθενται σε μια «κουρτίνα» επιθετικών στην όραση προβολέων), δεν το αντέχουν οι ήρωες, όπως δεν αντέχουν και την αλήθεια. Παίζουν με τη μνήμη τους για να την αντέξουν. Αφηγούνται ξανά και ξανά τις ίδιες ιστορίες, με την ελπίδα ότι η αφήγηση θα τις αλλάξει, θα τις κάνει πιο υποφερτές. Μπερδεύονται ηθελημένα. Μπερδεύουν ακόμη και τις πόλεις. Ακόμη και τη γενέθλια πόλη που δεν πρόσφερε μια εκ νέου γέννηση, την επιθυμητή διαφυγή, δηλαδή, σε μια νέα μήτρα. Η πόλη είναι εκεί. Και τους (μας) ακολουθεί.

ΥΓ. Σκεφτόμουν επίσης, πόσο ωραίο θα ήταν να δούμε κάποια στιγμή σε ενιαία παράσταση την Πόλη της Αναγνωστάκη με το δίδυμο αδελφάκι της από το σύγχρονο ευρωπαϊκό ρεπερτόριο, την Πόλη του Κριμπ. Νομίζω ότι θα είναι αποκαλυπτική η παράλληλη βύθιση στις δύο αυτές τόσο σύγχρονες… Πόλεις.