Πρώτη βασική εικόνα: δυο ζώα ελεύθερα στη φύση. Ένα αρσενικό κι ένα θηλυκό ελάφι. Όλα είναι γαλήνια, όλα είναι ειδυλλιακά. Το αρσενικό πλησιάζει το θηλυκό, βάζοντας το κεφάλι του τρυφερά πάνω από το λαιμό του. Μετά είναι σαν να το φιλάει. Είναι σαν ερωτευμένο ζευγάρι. Ερωτεύονται όμως τα ζώα; Ανθρώπινο δεν είναι αυτό το παραμύθι; Δεν είναι ο έρωτας ένα από τα θεμελιώδη παραμύθια που κάνουν τους ανθρώπους – ανθρώπους, διαφοροποιώντας τους από τα ζώα; Αναπαραγωγικά ένστικτα έχουμε κι εμείς έχουν κι αυτά, αλλά δίπλα στη γενετήσια ορμή του σώματος, ο άνθρωπος παντρεύει και την ιστορία της ερωτικής ορμής της ψυχής. Ο έρωτας. Η μοναδικότητα του άλλου που ερωτευόμαστε. Ο λόγος του Αριστοφάνη στο Συμπόσιο του Πλάτωνα περί του ανδρόγυνου που χωρίστηκε στα δύο και του άλλου μας μισού που είναι κάπου εκεί έξω: ο καθένας μας αναζητεί το κομμάτι που του λείπει, το άλλο του μισό με το οποίο ήταν κάποτε ενωμένοι σε ένα κοινό σώμα. Όλα αυτά.

Δεύτερη βασική εικόνα: ζώα κλεισμένα σε ένα σφαγείο. Εργοστάσιο παραγωγής κρέατος, παρακολουθούμε το πώς οδηγούνται οι αγελάδες στη σφαγή και οι σκηνές είναι ζόρικες, είναι επώδυνες. Εδώ το αίμα δεν είναι κέτσαπ, εδώ το αίμα είναι αίμα ζώων προορισμένων να έρθουν στα τραπέζια μας ως κρέας και να φαγωθούν με τη συνοδεία ίσως κέτσαπ. Η φράση «βλέμμα αγελάδας» μπορεί να σημαίνει στην καθομιλουμένη ένα βλέμμα χαζό, στην κάμερα όμως της Ιλντικό Ενιέντι αποτυπώνεται ένα βλέμμα έμψυχου πλάσματος που σε πονάει, ένα βλέμμα ενός πλάσματος που σε λίγα δευτερόλεπτα θα πάψει να βλέπει, θα πάψει να ζει, θα πάψει να είναι ύπαρξη και θα μετατραπεί σε κρέας.

Τρίτη βασική εικόνα: ένας άντρας μιλά σε μια γυναίκα. Η γυναίκα είναι νέα στο εργοστάσιο. Στο διάλειμμα για φαγητό στην καντίνα ο άντρας κάθεται στο τραπέζι της και της πιάνει κουβέντα. Προσπαθεί βασικά να της πιάσει κουβέντα, αφού εκείνη αποδεικνύεται εξαιρετικά κακή συμπαίκτης στο παιχνίδι της συνομιλίας. Όχι όμως επειδή δεν την ενδιέφερε, αλλά επειδή οι κοινωνικές της δεξιότητες είναι, στην καλύτερη, φτωχές. Μετά αναπαριστά αυτόν τον χωλό διάλογο με αλατοπίπερα σπίτι της. Η αλατιέρα μιλά στην πιπεριέρα. Πόσο πιο απλά είναι όλα για τα ελάφια που δεν μπορούν, αλλά και δεν χρειάζεται να μιλήσουν, που δεν παρεμβάλλεται ο λόγος ανάμεσά τους, που το αρσενικό ελάφι μπορεί να πλησιάσει το θηλυκό χωρίς να ανταλλάξουν λέξεις, νοήματα, σημαίνοντα, σημαινόμενα.

Ο άντρας είναι οικονομικός διευθυντής στο εργοστάσιο, εξηντάρης, το αριστερό του χέρι είναι παράλυτο. Έχει ζήσει την ερωτική ζωή του, κάποια στιγμή κορέστηκε, βγήκε έξω από όλο αυτό, δεν τον νοιάζει πια. Η γυναίκα κάνει έλεγχο ποιότητας στα κρέατα, έχει τα μισά του χρόνια, σωματική αναπηρία δεν έχει, συναισθηματική όμως έχει και μεγάλη. Ένας εργαζόμενος την κοροϊδεύει ότι είναι ρομπότ και πράγματι σαν ρομπότ φέρεται. Δεν ξέρει να σταθεί κοινωνικά, είναι απομονωμένη, μονόχνωτη, ψυχαναγκαστική, ασχολείται μόνο με τη δουλειά της, ντύνεται και χτενίζεται με τρόπο που δεν την κολακεύει, είναι πιθανότατα παρθένα.

Μπορούν δυο άνθρωποι να βλέπουν το ίδιο όνειρο κάθε βράδυ; Και τι θα συνέβαινε αν με έναν τρόπο το ανακάλυπταν; Aρκεί μια δυνατή ιδέα για να δώσει μια δυνατή ταινία; Νομίζω πρέπει να κάνουμε την εξής διάκριση: από μόνη της προφανώς και δεν αρκεί, αλλά αν υπάρχει πνοή και όραμα στην απόδοσή της, τότε ναι, μια και μόνη δυνατή ιδέα, όταν είναι καθαρή και όταν δουλευτεί χωρίς πολλές παρεκκλίσεις και λοξοδρομήσεις, μπορεί να οδηγήσει σε ταινίες λίαν επιδραστικές. Δεν είναι ότι η πολυπλοκότητα ή τα βαθιά νοήματα είναι αποδοκιμαστέα ή πρέπει να αποφεύγονται, μακάρι να μπορούν οι ταινίες να κατακτούν πλάτη και βάθη. Αλλά δεν είναι και απαραίτητο να τα κατακτούν πάντα. Αν η ευθεία είναι ο συντομότερος δρόμος, μερικές ταινίες μπορούν να οδηγούν ευθέως τη βασική ιδέα τους στην καρδιά και στο συναίσθημα των θεατών.

Αν απογυμνώσεις στο τέλος το «Η Ψυχή και το Σώμα» και αν είσαι αρκετά ξινός μπορείς να πεις, ε, μήπως τελικά είδαμε ένα ακόμα λαβ στόρι, με ήρωες τραυματισμένους κι αποσυρμένους που αν θέλουν να βρεθούν στο τέλος μαζί, θα χρειαστεί να ξεπεράσουν πρώτα εσωτερικά και εξωτερικά εμπόδια; Μήπως το να νιώσουμε αγωνία για το αν θα τα ξεπεράσουν και θα βρεθούν στο τέλος μαζί, ή αν εδώ μερικά εμπόδια θα φανούν ανυπέρβλητα, είναι μια μπανάλ κι εξαντλημένη κινηματογραφικά αγωνία μιας μπανάλ κι εξαντλημένης κινηματογραφικά θεματικής; Η απάντηση εδώ είναι διττή. Πρώτον, δεν γίνεται να σταματήσουν οι ταινίες να μιλάνε για τον έρωτα, όπως δεν γίνεται να σταματήσουν να μιλούν για τον έρωτα τα βιβλία, τα τραγούδια, οι άνθρωποι. Κι ας έχουν μιλήσει αμέτρητες φορές. Θα συνεχίσουν να μιλάνε. Θα συνεχίσει να τους απασχολεί. Θα συνεχίσει να τους εμπνέει. Θα συνεχίσει να τους κλονίζει. Δεύτερον, δεν γίνεται να μιλήσεις εντελώς και ολοκληρωτικά διαφορετικά για τον έρωτα. Όσο κι αν θέλεις να το αποφύγεις, θα υπάρχουν πάντα κομβικά σημεία από τα οποία δεν γίνεται να μην περάσεις. Οπότε σου απομένει αφενός να έχεις βρει ένα διαφορετικό σημείο εκκίνησης και προσέγγισης (και «Η Ψυχή και το Σώμα» το βρίσκει) και αφετέρου να μεταδίδουν οι εικόνες σου κάτι το οποίο συγκινεί τον θεατή αυθεντικά, όχι ως ανακλαστική αντίδραση σε ρομαντική θεματολογία, αλλά επειδή η συγκίνηση κατοικεί στις εντελώς συγκεκριμένες εικόνες της ταινίας σου.

Κι αυτό το τελευταίο μπορούμε να το πιστώσουμε πλήρως στην ταινία της Ενιέντι. Οι εικόνες με τα ελάφια ήρθαν για να μείνουν, ήρθαν για να εντυπωθούν, ήρθαν για να εγκατασταθούν στη μνήμη μας, ήρθαν για να τις ανακαλούμε στο μέλλον συχνά. Αλλά επίσης κάθε ρομαντική ταινία έχει ως βασικές της εικόνες τα πρόσωπα των πρωταγωνιστών της. Όσο κι αν όλες οι ρομαντικές ιστορίες μοιάζουν μεταξύ τους, πάντα στην οθόνη θα βλέπουμε έναν συγκεκριμένο άνθρωπο που κοιτάζει έναν άλλο συγκεκριμένο άνθρωπο. Είναι η αλήθεια του δικού του προσώπου που κάνει ή δεν κάνει τη διαφορά. Είναι αυτό που το πρόσωπό του εκπέμπει ή δεν εκπέμπει, είναι αυτό που ο σκηνοθέτης έχει ή δεν έχει φωτίσει. Και η Ενιέντι χαϊδεύει τα πρόσωπα των ηρώων της και τους επιτρέπει να φωτίσουν την οθόνη τους κι εμάς. Ειδικά ο Γκέζα Μόρσανι έχει μια αύρα εντελώς ανθρώπινη, εντελώς τρυφερή, εντελώς εύθραστη, εντελώς αλλιώτικη.

Ακόμη λοιπόν κι αν κάποιος ιδιαίτερα κυνικός μπορεί να αντισταθεί στην ιδέα του έρωτα, πώς θα μπορούσε να αντισταθεί σε στοιχεία που έρχονται απ’ έξω και σχεδόν τον ξεπερνούν; Αν κάθε βράδυ συναντιέστε στα όνειρά σας με έναν άλλο άνθρωπο, δεν είναι σαν τα όνειρά σας να έχουν ήδη ερωτευθεί για λογαριασμό σας; Όχι λοιπόν, δεν είναι. Ακόμη και η πιο ακραία σύμπτωση θα σε παραμυθιάσει μία, θα σε παραμυθιάσει δύο, μετά από μόνη της δεν μπορεί να διατηρήσει το παραμύθι. Το παραμύθι του έρωτα χρειάζεται μια άλλου τύπου αλήθεια για να παραμείνει ισχυρό. Χρειάζεται μια έλξη για τον άλλον, που είναι πέραν από ιδέες, πέραν από συγκυρίες, πέραν από κοινά στοιχεία, πέραν από εξηγήσεις. Ή και να υπάρχουν εξηγήσεις, τι να εξηγήσεις; Τον άλλον ή τον ερωτεύεσαι ή όχι. Δεν υπάρχει μέση οδός, δεν υπάρχει καν βασιλική οδός που να σε οδηγεί στον έρωτα. Υπάρχει μόνον η οδός του ότι βλέπεις τον άλλον και κάτι γίνεται, σκέφτεσαι τον άλλον και κάτι γίνεται, κάτι που όσο εξηγήσιμο και να είναι παραμένει κατά βάθος ανεξήγητο.