Την παράσταση θα την έβλεπα την Παρασκευή 29 του μηνός. Δεν πρόλαβα και έτσι δεν μπορώ να εκφέρω καμία άποψη ούτε για το καλλιτεχνικό της αποτέλεσμα, ούτε για το ιδεολογικό της αποτύπωμα. Δεν ξέρω αν πράγματι η παράσταση άφηνε στο θεατή το μήνυμα ότι καμία ιδεολογία δεν δικαιολογεί την αφαίρεση μιας ανθρώπινης ζωής, ή αν, αντιθέτως, δημιουργούσε υπόνοια οποιασδήποτε συμπάθειας στο πρόσωπο του Σάββα Ξηρού και ό,τι αυτός εκπροσωπεί. Ξέρω όμως ότι ήθελα πολύ να τη δω, κι αυτό όχι επειδή τρέφω οποιαδήποτε συμπάθεια για τη δράση της 17 Νοέμβρη· θεωρώ όχι μόνο θεμιτό αλλά και χρέος μιας ζωντανής τέχνης όπως είναι το θέατρο να γεννιέται και από την κοινωνική πραγματικότητα.

Οποιαδήποτε συζήτηση σχετικά με τον τρόπο που διαχειρίζεται αυτή την πραγματικότητα -καλό, κακό, δημιουργικό, επικίνδυνο, αφελή, ύποπτο, εγκληματικό- έρχεται μετά το τέλος της παράστασης. Ξέρω, επίσης, πως από τη στιγμή που άρχισε ο αναβρασμός για την παρουσία της στο δραματολόγιο του Εθνικού Θεάτρου και ειδικά μόλις πληροφορήθηκα τη διακοπή της ένιωσα για πρώτη φορά πως βιώνω πολιτικό πένθος για τη (χαμένη) δημοκρατία μας. Ψέματα, ήταν η δεύτερη φορά. Η πρώτη ήταν η μέρα που μπήκε η Χρυσή Αυγή στο Κοινοβούλιο.

Η απόφαση της Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης του Εθνικού, δηλαδή του Στάθη Λιβαθινού, να διακόψει τις παραστάσεις βαραίνει πολύ. Μπορούμε να μιλάμε για ένα μεγάλο βήμα πίσω, για μια υποχώρηση σε τακτικές και πρακτικές άλλων δεκαετιών και άλλων καθεστώτων. Να μιλάμε για το γεγονός πως η διακοπή των παραστάσεων έχει ήδη λειτουργήσει σαν να δικαιώνει τους αρνητές της.

Και επίσης να μιλάμε για τον ορατό πια κίνδυνο να παγιωθεί μια ανάλογη τακτική κάθε φορά που ένα θέμα τέχνης δεν μας αρέσει – ή νομίζουμε πως δεν μας αρέσει, αν αναλογιστούμε πως η κατακραυγή διατυπώθηκε πάνω στη -βολική προφανώς- διαστρέβλωση του θέματος: «η παράσταση βασίστηκε σε αποσπάσματα των “Δίκαιων” του Καμύ, της δίκης της 17 Νοέμβρη και των ημερολογίων του Σάββα Ξηρού», σε: «η παράσταση ανεβάζει έργο του Σάββα Ξηρού». Παρ’ όλ’ αυτά, η ευθύνη της απόφασης βαραίνει έναν άνθρωπο που είχε να αντιμετωπίσει το θέμα απολύτως πρακτικά, χειροπιαστά, άμεσα· σε αντίθεση με όλους εμάς που μιλάμε, με περισσή ευκολία, απ’ έξω και επί του θεωρητικού.

Φυσικά, δεν είναι η πρώτη φορά που κάποια παράσταση προκαλεί «πολιτικού» ύφους αντιδράσεις στο ημιμαθές, φασίζον μερίδιο της κοινωνίας μας. Δε χρειάζεται να πάμε μακριά, μέχρι τον «Τελευταίο πειρασμό» του Σκορτσέζε. Πριν ελάχιστα χρόνια ήταν ο «Αθανάσιος Διάκος» της Κιτσοπούλου και το «Corpus Cristi» του Λαέρτη Βασιλείου, ή, λίγο παλιότερα, ακόμη και η ακραιφνής κωμωδία «Εγώ είμαι το θείο βρέφος» του Καλαβριανού. Με λίγη φαντασία θα μπορούσε να είναι και η προηγούμενη σκηνοθεσία της Δημητρακοπούλου, αλλά το γεγονός πως η σύνδεση του έργου του Σκούρτη με τη ληστεία στο Βελβεντό γινόταν σε θεωρητικό μόνο επίπεδο -στο έντυπο πρόγραμμα δηλαδή και όχι στην ίδια την παράσταση- αλλά και το γεγονός πως η παράσταση δινόταν σε ένα απομονωμένο -και νέο τότε- θέατρο, την άφησε στο απυρόβλητο.

Tο γεγονός πως τώρα η παράσταση είναι παραγωγή του κρατικού θεάτρου αποτέλεσε βούτυρο στο ψωμί όσων -λίγων αλλά με δυνατή φωνή και καίριες θέσεις- αντέδρασαν. Βέβαια, στην περίπτωση της «Ισορροπίας του Nash» συμβαίνει και το εξής -όχι-και-τόσο-ίσως- παράδοξο. Αν στις άλλες περιπτώσεις το εξαγριωμένο πλήθος αφορούσε στη συντριπτική του πλειοψηφία γραφικές φιγούρες θρησκόληπτων, χρυσαυγίτες και κίτρινες φυλλάδες, εδώ έχουμε να κάνουμε με τους κατεξοχήν φορείς/εκπροσώπους δημοκρατικών θεσμών και «προοδευτικών» ΜΜΕ.

Δεν ξέρω τι εντύπωση αποκόμισαν όσοι είδαν την παράσταση (γιατί οι παραπάνω, κατά δική τους ομολογία, δεν την είδαν) σχετικά με τη διαχείριση του θέματος. Πάντως είναι οι μόνοι που δικαιούνται να τη διατυπώσουν. Αν διαπίστωσαν οποιαδήποτε εξιδανίκευση στο πρόσωπο και τα έργα του Σάββα Ξηρού και των συν αυτώ έχουν κάθε δικαίωμα -και χρέος- να διατυπώσουν την ένστασή τους. Να διαφωνήσουν και να λογομαχήσουν. Αλλά προφανώς όχι απαιτώντας να κατέβει η παράσταση, εκτός αν θεωρούμε ότι μέσω αυτής εκκολάπτονται μελλοντικοί τρομοκράτες.

ΥΓ. Τον Απρίλιο, η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών θα φιλοξενήσει τους Γερμανούς Rimini Protokol, που βάσισαν την τελευταία τους παράσταση-ντοκουμέντο στο «Ο Αγών μου» του Χίτλερ. Δεν ξέρω αν στη Γερμανία διαμαρτυρήθηκε κανείς, αλλά εδώ δε νομίζω πως θα ακουστεί οτιδήποτε. Πιθανολογώ, μάλιστα, πως οι «προοδευτικοί» κύκλοι θα σχολιάσουν μετ’ επαίνων την ωριμότητα των Ευρωπαίων να αντικρίσουν κατάματα το παρελθόν τους και να κάνουν την αυτοκριτική τους. Τον ίδιο Απρίλιο, το Εθνικό Θέατρο θα έχει ήδη πραγματοποιήσει (εκτός απροόπτου, ελπίζω) αφιέρωμα στον Ελληνικό Εμφύλιο. Τα συμπεράσματα σχετικά με την υποδοχή των δύο αυτών θεατρικών-πολιτικών γεγονότων θα έρθουν στην ώρα τους βέβαια, όμως φοβάμαι πως δεν θα είναι πολύ ευχάριστα.