Η φρενήρης εναλλαγή χιλιάδων παραστάσεων στις αθηναϊκές σκηνές στερεί από μια εφήμερη ούτως ή άλλως τέχνη τη δυνατότητα να πάρει το χρόνο της, να επιδράσει για όσο το δυνατό περισσότερο σε όσο το δυνατόν περισσότερους θεατές. Αυτή η ούτως ή άλλως διαπιστωμένη αδυναμία γίνεται ακόμη πιο δεσμευτική σε περιπτώσεις παραστάσεων που για κάποιο λόγο παρουσιάζονται άπαξ – ή για ελάχιστο αριθμό. Όταν, δε, αυτές οι παραστάσεις ανήκουν σε μια καίρια για την κοινωνία θεματική, που φιλοδοξούν να ανακινήσουν ένα θέμα, να ανοίξουν έναν διάλογο, το ζήτημα μεγεθύνεται. Από την άλλη, βέβαια, μέσα σε αυτόν ακριβώς τον ωκεανό παραστάσεων, που ενίοτε λειτουργεί και ως μια αποπροσανατολιστική πολυφωνία, εμφανίζονται, όταν είμαστε τυχεροί, πολύτιμες νησίδες δημιουργικής ανάσας, που χάρη στην αξία τους σε καλούν να σταθούν απέναντί τους, να κάνεις μια «παύση» για να πάρεις αυτό που έχουν να σου δώσουν. Το διακύβευμα όμως είναι συγκεκριμένο: είτε εν μέσω πενήντα είτε εν μέσω χιλίων παραστάσεων ποια είναι η σκέψη που κινεί την καθεμία – και τελικά θα φτάσει αυτή η σκέψη στους θεατές;

Αφορμή για τα παραπάνω αποτέλεσε το μίνι φεστιβάλ που αφιέρωσε η Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου στον Ελληνικό Εμφύλιο την περασμένη εβδομάδα. Πέντε μέρες αφιερώθηκαν σε έντεκα διαφορετικές, νέες, παραστάσεις, εμπνευσμένες από τη συγκεκριμένη θεματική. Συμπτωματικά (;) στο Bios παίζεται εδώ και ένα μήνα περίπου μια παράσταση ίδιου προβληματισμού, οι «Εθνικαί εορταί», που φέρνει στη σκηνή μαρτυρίες από την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Δεν θα μπορούσα παρά να τονίσω την αναγκαιότητα τόσο της πρωτοβουλίας των καλλιτεχνικών διευθυντών της Πειραματικής όσο και την παρουσία της παράστασης στο Bios, και στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία αλλά και ασχέτως αυτής, μια που το θέατρο αποδεικνύεται πρόθυμο να ανοίξει έναν φάκελο που η ελληνική κοινωνία -και πολιτεία- αποφεύγει να βάλει στη δημόσια συζήτηση.

Αλλά. Όπως και με κάθε άλλο θέμα έτσι και με αυτό του «Εμφυλίου», η επιθυμία να ασχοληθεί κανείς μαζί του δεν αρκεί· οφείλει να (απο)δείξει γιατί το επιλέγει, τι θέλει να πει ή πού θα εστιάσει – και επίσης, να βρει τον τρόπο να το πει. Ειδικά όταν η συζήτηση έρχεται σε ένα τέτοιο εθνικό και ιστορικό κεφάλαιο, η σκέψη και η στόχευση κάθε παράστασης είναι ακόμη σημαντικότερο να είναι πλήρως μελετημένες.

“Εθνικαί Εορταί”, Bios Tesla main

Εξηγούμαι. Στην παράσταση στο Bios (σκηνοθεσία της ομάδας: Ασπασία-Μαρία Αλεξίου, Βασίλης Βηλαράς, Μαρία Θρασυβουλίδη), τρεις ηθοποιοί αφηγούνται μαρτυρίες βασισμένες σε επιστολές, ημερολόγια και λογοτεχνικά αποσπάσματα, από την εποχή της γερμανικής Κατοχής και του Εμφύλιου. Ο λόγος δίνεται στους «ανώνυμους» ήρωες, τους κρατούμενους ή κυνηγημένους, στους οικείους τους, στα μέλη των μικρών κοινωνιών τους. Έχουμε να κάνουμε με μια επινοημένη παράσταση θεάτρου ντοκουμέντου και, σε ένα πρώτο επίπεδο, η παράσταση είναι άξια: η μεγάλη Ιστορία φιλτράρεται μέσα από τις μικρές προσωπικές αφηγήσεις, η παράσταση κυλάει με ρυθμό και καλές ερμηνείες, τα τραγούδια έχουν ευδιάκριτη, λυτρωτική, λειτουργία σε αντιστοιχία με τον «κανόνα της φυλακής», όπου το τραγούδι ήταν το καταφύγιο των κρατούμενων («για να λιώσει το βάρος που έχεις μέσα σου», λέει χαρακτηριστικά μια μαρτυρία). Όλα καλά.

Είμαστε ικανοποιημένοι με ένα θέατρο ντοκουμέντο που πήρε τη θέση του αφηγητή-παραμυθά;

Όμως, ένα ερώτημα γυρνούσε στο μυαλό μου μετά το τέλος της παράστασης, κι αυτό δυστυχώς δεν αφορούσε όσα είχα ακούσει, αυτά που η παράσταση είχε αφηγηθεί: τις μικρές ιστορίες που διέγραφαν το δικό τους κύκλο, και που ανήκαν σε έναν μεγάλο θεματικό κύκλο. Θα μπορούσαν να είναι κι άλλες ιστορίες μαζί με αυτές, ή άλλες αντί αυτών. Το ερώτημα αφορούσε τα εξής: μετά την αφήγηση τι; Το συγκεκριμένο υλικό δεν είναι -πιστεύω- μια σειρά ιστοριών που ζητούν απλώς τον αφηγητή τους. Είμαστε ικανοποιημένοι με ένα θέατρο ντοκουμέντο που πήρε τη θέση του αφηγητή-παραμυθά; Είναι αρκετή μια καλοστημένη αφήγηση αντί ενός θεάτρου που καταπιάνεται με ένα τέτοιο υλικό για να το οδηγήσει κάπου; Και όταν λέω κάπου δεν εννοώ, απαραίτητα, τη δημιουργία μιας θέσης, δηλαδή βεβαιότητας, αλλά μιας διαλεκτικής διαδικασίας.

Το Φεστιβάλ δεν θα λειτουργούσε καλύτερα αν απλωνόταν στο χρόνο;

Αντίστοιχα πάνω κάτω ερωτηματικά μού προκάλεσαν κάποιες από τις παραστάσεις του αφιερώματος της Πειραματικής Σκηνής που παρακολούθησα – ένα πολύ μικρό ποσοστό σπεύδω να διευκρινίσω, μόλις τρεις. Και εδώ επανέρχεται το θέμα της θεατρικής υπερπροσφοράς. Το Φεστιβάλ δεν θα λειτουργούσε καλύτερα αν απλωνόταν στο χρόνο για να δοθούν περισσότερες μέρες σε κάθε παράσταση, ενδεχομένως αν τοποθετούνταν αργότερα για να προετοιμαστούν καλύτερα οι παραστάσεις -τώρα δεν μεσολάβησαν καλά καλά δυο μήνες μεταξύ της ανακοίνωσης της τελικής επιλογής και της έναρξης του φεστιβάλ-, ενδεχομένως αν αφιερωνόταν η μισή σεζόν του επόμενου χρόνου σε αυτή τη θεματική, ή αν το Φεστιβάλ εμπλουτιζόταν με συζητήσεις ή με τοποθετήσεις των δημιουργών για τη διαδικασία ή την έρευνα που έκαναν; Δεν θα επιδρούσε αποτελεσματικότερα στη δημόσια συζήτηση ένα φεστιβάλ που θα έδινε έμφαση στο πώς θα παρουσιασθεί και θα πλαισιωθεί, και όχι στο να λειτουργήσει σαν μια παρένθεση εν μέσω ενός γεμάτου προγραμματισμού;

«Α» σε σκηνοθεσία Σάκη Αθανασίου

Χωρίς να χαρακτηρίζω το σύνολο του φεστιβάλ από το δείγμα των παραστάσεων που παρακολούθησα, δεν θεωρώ ούτε την παράσταση «Α», βασισμένη στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλή και την «Αντιγόνη» του Ηλία Βενέζη, σκηνοθετημένη από τον Σάκη Αθανασίου, ούτε, κυρίως, την παράσταση «Για την Ελένη», βασισμένη στο μυθιστόρημα του Μάνου Ελευθερίου για την Ελένη Παπαδάκη, σκηνοθετημένη από τον Μάνο Καρατζογιάννη, ιδανικά παραδείγματα του τι θα έπρεπε να αποτελεί μια καλλιτεχνική δουλειά που αναμετριέται με ένα από τα καθοριστικότερα κεφάλαια της ελληνικής Ιστορίας. Η πρώτη προσπάθησε να δημιουργήσει μια πρόταση όσον αφορά την αισθητική ταυτότητα, χρησιμοποιώντας μια μικτή τεχνική θεάτρου και κινηματογράφου (εξάλλου η παράσταση αποτελεί τη σκηνική εκδοχή της ομώνυμης ταινίας του ίδιου σκηνοθέτη). Η σκηνική δράση χωρίστηκε σε τρία επίπεδα: βουβή δράση στη σκηνή, κινηματογραφημένη προβολή μπροστά της και αφήγηση στο προσκήνιο, προδόθηκε όμως από το κατεξοχήν εργαλείο της, την αφήγηση της ιστορίας· η ανάγνωση του διηγήματος του Βενέζη από τον Γιάννη Βογιατζή ήταν μάλλον προβληματική, το κείμενο δεν έφτασε καθαρά στους θεατές και έτσι το εγχείρημα εξαντλήθηκε στην παρακολούθηση της βουβής δράσης και της συνδιαλλαγής της με την παράλληλη κινηματογραφική προβολή. Όσο για το μονόλογο που ετοίμασε ο Μάνος Καρατζογιάννης, θα τον θεωρήσω απλώς μια ανέτοιμη δουλειά, που αν δουλευτεί περισσότερο καταφέρει να σταθεί σαν μια μονολογική παράσταση με ιστορικό background.

Στο ίδιο Φεστιβάλ εντάχθηκε η περιπατητική, site specific performance «Αναπαράσταση» από την ομάδα Geopoetics (έρευνα, σύλληψη και σκηνοθεσία Άννας Τζάκου), που ιχνηλάτησε τη διαδρομή των Δεκεμβριανών, ξεκινώντας από τον χώρο του Ρεξ και καταλήγοντας στον Εθνικό Κήπο. Η παράσταση -μοιραία για έναν πολύ περιορισμένο αριθμό θεατών, αλλά που της δόθηκε περισσότερος χρόνος, καθώς παιζόταν καθ’ όλη τη διάρκεια του Φεστιβάλ- αποτελεί ένα προϊόν έρευνας βασισμένης σε ιστορικές πληροφορίες, φωτογραφικά ντοκουμέντα και καλλιτεχνικά έργα, αλλά μέσα σε ένα τελείως διαφορετικό πλαίσιο: αυτό της συνδιαλλαγής του ηθοποιού/performer και του θεατή/συμμετέχοντα με την πόλη, τον αστικό ιστό, και τους ανθρώπους της. Ο περίπατος σταματούσε σε συγκεκριμένα σημεία της διαδρομής -όχι τυχαία επιλεγμένα- και οι performers, αφηγούμενοι, αναπαριστώντας, καθοδηγώντας ή και εμψυχώνοντας σε σημεία, κάλεσαν τους θεατές να επαναπροσδιορίσουν το βλέμμα τους προς την πόλη, να γίνουν μέρος της Ιστορίας που κουβαλάει, ακόμη και να διασχίσουν την προσωπική τους εσωτερική διαδρομή. «Τεχνικά» μιλώντας θα πρέπει να σημειωθεί η με ακρίβεια οργανωμένη δομή μιας performance που από τη φύση της είναι διάτρητη στις -μεταβαλλόμενες και ανεξέλεγκτες- εξωτερικές συνθήκες (και μάλιστα στην πιο πολυσύχναστη περιοχή της πόλης).

«Ιστορίες Εμφυλίου Αγάπης», σε σκηνοθεσία Νατάσας Νταϊλιάνη

Από εκεί και πέρα, η παράσταση λειτούργησε σε πολλαπλά παράλληλα επίπεδα. Από τη μια, τα ιστορικά στοιχεία, με ευστοχία επιλεγμένα, έφερναν σε έναν ταυτόχρονο παραλληλισμό την Ιστορία του τότε με την Ιστορία του σήμερα, σχεδόν με μια ειρωνική υπενθύμιση. (Η αφήγηση ξεκίνησε με την Ελλάδα χρεοκοπημένη μετά το τέλος της μικρασιατικής καταστροφής να χρειάζεται να υποδεχτεί χιλιάδες πρόσφυγες, πέρασε στην Κατοχή και τη συνέχιση της οικονομικής εξαθλίωσης, στην κατάρρευση του νομίσματος, στο δανεισμό από τις ξένες δυνάμεις και έφτασε ως τα γεγονότα του Δεκέμβρη του ’44.) Από την άλλη, η μεταφορά της δράσης στον εξωτερικό χώρο δεν ήταν ένα σκηνοθετικό τρικ ώστε να δούμε τα γεγονότα στα σημεία που συνέβησαν, αλλά κατέδειξε τη συνδιαλλαγή του παρελθόντος και του παρόντος μέσα από και χάρη στην παρουσία της πόλης – αλλά κυρίως της ζωής που συμβαίνει στην πόλη: τη μέρα που έκανα τη διαδρομή, μια συγκέντρωση διαμαρτυρίας προετοιμαζόταν στην πλατεία Κλαυθμώνος, ο ήχος από τα ελικόπτερα και τα περιπολικά γέμιζε την ατμόσφαιρα, τα συνθήματα των διαδηλωτών συμπλήρωναν τα λόγια της παράστασης. Το φυσικό σκηνικό της Αθήνας του 2016 ήταν κατά έναν τρόπο το σκηνικό της Αθήνας του 1944.

Συνολικά, η όλη σύλληψη επιχείρησε με επιτυχία να πραγματευτεί τη φυσική παρουσία του ανθρώπινου σώματος στο χώρο -ανάμεσα στ’ άλλα, θα πρέπει να σημειωθεί, π.χ., πως οι θεατές ήμασταν ταυτόχρονα παρατηρητές (της δράσης) και παρατηρούμενοι (από τους περαστικούς)- αλλά και του -εξωτερικού και εσωτερικού- βλέμματος, δηλαδή της οπτικής μας, απέναντι στον πυκνό αστικό και ιστορικό ιστό της Αθήνας.

Info παράστασης: «Εθνικαί Εορταί», σε σκηνοθεσία Ασπασίας-Μαρίας Αλεξίου, Βασίλη Βηλαρά, Μαρίας Θρασυβουλίδη | 14 Μαρτίου – 12 Απριλίου | Δευτέρα & Τρίτη, στις 20.30 | Είσοδος 10€ | Bios Tesla main