O Mάικ Μιλς είναι γραφίστας, σκηνοθέτης βίντεο κλιπ και διαφημίσεων και -αυτό που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω- δημιουργός τριών ταινιών μεγάλου μήκους, τις οποίες σκηνοθέτησε και έγραψε. Η πρώτη του το 2005, το «Thumbsucker», είναι η μόνη που βασίζεται σε βιβλίο άλλου και είναι -όπως οι «Καταπληκτικές Γυναίκες»– μια ιστορία ενηλικίωσης. Περιγράφει την ιστορία ενός εφήβου που πιπίλιζε το δάκτυλό του, μέχρι να αντικαταστήσει αυτόν τον εθισμό με έναν άλλο και μετά με έναν άλλο, εισηγούμενη τελικά ότι το βασικό λάθος που κάνουμε όλοι οι άνθρωποι είναι να ανησυχούμε όταν έχουμε προβλήματα, ότι το φυσιολογικό είναι ο καθένας μας να έχει τα δικά του, ότι το φυσιολογικό είναι να ζούμε μην έχοντας απαντήσεις σε ένα σωρό βασικά θέματα που μας απασχολούν, ότι τέλος ο βασικός εθισμός όλων μας είναι στη φαντασίωση που έχουμε για τον εαυτό μας και την επιτυχημένη ή την αποτυχημένη πορεία μας στη ζωή.

Είναι όμως με τις δυο τελευταίες του ταινίες, που είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικές, με τις οποίες ο Μιλς μοιάζει να αναπτύσσει ένα πολύ προσωπικό ύφος. Το 2010 με τους «Πρωτάρηδες» χαρίζει ένα όσκαρ Β’ ρόλου στον Κρίστοφερ Πλάμερ. O Πλάμερ υποδύεται έναν 75χρονο άντρα που όταν πεθαίνει η γυναίκα του μετά από 44 χρόνια γάμου, ανακοινώνει στο γιο του ότι ήταν μια ζωή γκέι, ότι δε θέλει να είναι άλλο θεωρητικά γκέι κι ότι ήρθε η ώρα να ζήσει ανοικτά ως γκέι. Περνά έτσι τα τελευταία χρόνια της ζωής του τελείως διαφορετικά από ό,τι όλα τα υπόλοιπα, ενώ προσβάλλεται και από καρκίνο τον οποίο αρνείται να δεχτεί να τον καταβάλει. Ταυτόχρονα ο κοντά σαραντάρης εργένης γιος του, ερωτεύεται μια γυναίκα και παλεύει με τα δικά του εσωτερικά κωλύματα που τον οδηγούσαν ως τότε στο να φεύγει από τις σοβαρές σχέσεις που έκανε ή έστω να τις αφήνει να παρακμάζουν.

 «Καταπληκτικές Γυναίκες» του Μάικ Μιλς

Στις «Καταπληκτικές Γυναίκες» παρακολουθούμε τα πράγματα από τη σκοπιά της μητέρας του. Βρισκόμαστε στο 1979, η Ανέτ Μπένινγκ έχει ένα πολύ μεγάλο σπίτι στο οποίο ζει με το γιο της και νοικιάζει δωμάτια. Ο πατέρας απών εντελώς από τη ζωή τους. Ο δεκαπεντάχρονος Τζέιμι είναι ερωτευμένος με τη δυο χρόνια μεγαλύτερή του Ελ Φάνινγκ, η οποία από την πλευρά της θέλει μόνο στενή φιλική σχέση μαζί του και δε θέλει να την βάλει σε κίνδυνο, μετατρέποντάς την σε ερωτική και σεξουαλική. Έρχεται και κοιμάται τα βράδια μαζί του κι αυτός υποφέρει που δεν μπορούν να προχωρήσουν. Η Γκρέτα Γκέργουινγκ είναι η μία ένοικος, που τον μυεί στο φεμινισμό, στα μυστικά του γυναικείου οργασμού (εξηγώντας του με λόγια, όχι δείχνοντάς του στην πράξη) και στο πανκ. Ο Μπίλι Κράνταπ, είναι ο άλλος ένοικος, ένας πρώην χίπις τεχνίτης με λιγότερο ισχυρή προσωπικότητα από τις τρεις γυναίκες, που δέχεται τη ζωή όπως έρχεται, κι έχει τη λιγότερη αλληλεπίδραση από όλους με τον Τζέιμι.

 «Καταπληκτικές Γυναίκες» του Μάικ Μιλς

Ένας δεκαπεντάχρονος που ζει σε ένα σπίτι με τρεις ουσιαστικά γυναίκες, έναν άντρα πιο αποτραβηγμένο στον κόσμο του κι έναν πατέρα που ζει αλλού και δε θα εμφανιστεί ποτέ. Ένας δεκαπεντάχρονος που η μητέρα του έχει μια αντισυμβατική και αρκετά ελευθεριακή προσέγγιση στα πράγματα. Όταν για παράδειγμα στο σχολείο ο διευθυντής την καλεί στο γραφείο του και του λέει ενώπιόν της ότι δεν μπορεί να κάνει κοπάνες, η μαμά του ρωτάει, γιατί, γιατί να μην μπορεί να κάνει κοπάνες αν κι εφόσον κάποιες μέρες νιώθει πως έχει έναν σημαντικό λόγο;  Αλλά κάθε εφηβεία έχει τα προβλήματά της και η μητέρα του θορυβημένη από το ότι έχει αρχίσει να απομακρύνεται από εκείνην -ή έτσι νιώθει τουλάχιστον- πάει ένα αντισυμβατικό βήμα πιο πέρα, ζητώντας από τις δυο νέες γυναίκες, την ένοικο και τη φιλενάδα του, να αναλάβουν αυτές ενεργό ρόλο στη διαπαιδαγώγησή του και φροντίδα του.

Οι «Καταπληκτικές Γυναίκες», κέρδισαν υποψηφιότητα για όσκαρ πρωτότυπου σεναρίου, κατηγορία που διαχρονικά συμπεριλαμβάνει τις πιο φρέσκες ματιές. Και είναι μια υποψηφιότητα εντελώς δικαιολογημένη. Kάθε ένας από τους πέντε βασικούς ήρωες παίρνει σταδιακά το λόγο, μαθαίνουμε πότε γεννήθηκε, τι του συνέβη πριν, πώς έφτασε ως αυτό το σημείο της ιστορίας. Η συγκεκριμένη ιστορία που παρακολουθούμε σε έναν συγκεκριμένο χρόνο και τόπο, εντάσσεται τόσο στη μεγαλύτερη Ιστορία, συνομιλώντας ευθέως με τις νόρμες της και τους περιορισμούς της, όσο και στην ιστορία των ηρώων πριν φτάσουν στο συγκεκριμένο σημείο, αλλά και μετά, πληροφορώντας μας για την τύχη των ηρώων ως σήμερα. Ιστορικά ρεύματα, όπως το γκέι πράιντ στους «Πρωτάρηδες» ή ο φεμινισμός εδώ, δεν παίρνουν σε καμία περίπτωση τον κύριο ρόλο στην αφήγηση, αλλά αποτελούν μια ιστορική πραγματικότητα που γίνεται μέρος της ζωής των ηρώων, μέρος της αφήγησης, μια αφήγηση διάσπαρτη με φωτογραφίες και ιστορικά ντοκουμέντα, μαεστρικά ενταγμένα και εναρμονισμένα με την εν εξελίξει ιστορία των πρωταγωνιστών. Κι αφού ο Μιλς στους «Πρωτάρηδες», ενώ είχε φοβερή πρώτη ύλη για δάκρυα, απέφυγε εντελώς το συναισθηματικό εκβιασμό, δεν προκαλεί καθόλου εντύπωση ότι στις «Καταπληκτικές Γυναίκες» απουσιάζουν πλήρως τα έντονα δραματικά επεισόδια. Ο Μιλς δείχνει ότι δεν τα έχει ανάγκη για να πει όσα θέλει, όπως και γενικότερα μοιάζει να μην ακολουθεί ασφυκτικές σεναριακές ντιρεκτίβες, αλλά να εμπιστεύεται μια δική του γλώσσα. Μπορεί να αρέσει (κι εμένα μου άρεσε πολύ) ή μπορεί να σε αφήνει αδιάφορο, αλλά δεν μπορείς παρά να της αναγνωρίσεις το σφρίγος της και την προοπτική της.

 «Καταπληκτικές Γυναίκες» του Μάικ Μιλς

1979, λίγο πριν έρθει ο Ρίγκαν, μπορεί στην Ελλάδα τα 80’s να ήταν η δεκαετία του ΠΑΣΟΚ, αλλά στις ΗΠΑ ήταν η δεκαετία του Ριγκανισμού, 1979, έχουν προηγηθεί οι δολοφονίες των Κένεντι και του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, το Βιετνάμ, το Γουότεργκέιτ, οι ΗΠΑ μαστίζονται από την ενεργειακή κρίση και τότε -όπως μας δείχνει η ταινία- ο Πρόεδρος Κάρτερ βγάζει έναν λόγο προς τον αμερικάνικο λαό που λέει πράγματα όπως τα εξής: «Στην Αμερική έχουμε φτάσει να λατρεύουμε την κατανάλωση. Η ανθρώπινη ταυτότητα δεν ορίζεται πλέον από αυτό που κάνουμε, αλλά από αυτά που μας ανήκουν. Καταλάβαμε ωστόσο ότι το να σου ανήκουν υλικά αγαθά και το να καταναλώνεις υλικά αγαθά δεν ικανοποιεί τη λαχτάρα μας για νόημα. Μάθαμε ότι η συσσώρευση υλικών αγαθών δεν μπορεί να γεμίσει το κενό μιας ζωής που δεν έχει εμπιστοσύνη ή σκοπό» και «Βρισκόμαστε σε ένα σημείο τομής στην Ιστορία μας. Υπάρχουν δυο δρόμοι να διαλέξουμε. Ο ένας είναι αυτός για τον οποίο προειδοποίησα σήμερα, τo να χωριστούμε δηλαδή βάσει των ατομικών συμφερόντων μας. Μέσα σε αυτόν το δρόμο υπάρχει μια λανθασμένη ιδέα ελευθερίας, το δικαίωμα να αποκτούμε προνόμια έναντι των άλλων. Ο δρόμος μιας μόνιμης σύγκρουσης μεταξύ στενών ατομικών συμφερόντων οδηγεί στο χάος και στην ακινησία». 1979, τα λέει αυτά ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, όχι ο Ανδρέας Παπανδρέου, όχι ο Γενικός Γραμματέας της Σοβιετικής Ένωσης, όλοι ξέρουμε ποιον δρόμο πήραν έκτοτε και οι ΗΠΑ και ο κόσμος όλος.

«Βερολίνο, Αντίο» του Φατίχ Ακίν

Στο «Βερολίνο, Αντίο» οι δυο κεντρικοί ήρωες είναι ένα χρόνο μικρότεροι από τον Τζέιμι, αλλά θα ζήσουν κι αυτοί στα 14 τους τη δική τους ιστορία ενηλικίωσης. Ο Μάικ είναι από οικογένεια που έχει λεφτά (αν και όχι όσα λεφτά θα ήθελε, αφού τα μεγαλεπήβολα κτηματομεσιτικά σχέδια του πατέρα του έπεσαν πάνω σε γη που φιλοξενούσε σπάνια βατράχια και οι οικολόγοι του χάλασαν τα σχέδια), αλλά η μάνα που τον αγαπάει είναι ντιπ αλκοολική και κάθε τρεις και λίγο την πηγαίνουν σε κλινικές απεξάρτησης, ενώ ο πατέρας που δεν είναι αλκοολικός είναι φευγάτος, έχει γκόμενα, δεν ασχολείται μαζί του. Ο Τσικ είναι Γερμανός πολίτης κι αυτός, αλλά κάθε άλλο παρά γκάγκαρος σαν τον Μάικ, τα χαρακτηριστικά του είναι ασιατικά, κατάγεται από τη Ρωσία, ένας παππούς του είναι στη Βλαχία, είναι όπως λέει Εβραίος, Τσιγγάνος, όλα μαζί, το σίγουρο είναι ότι όπως δείχνουν τα ρούχα του είναι, σε αντίθεση με τον Μάικ, πάμφτωχος. Και πίνει κι αυτός.

«Βερολίνο, Αντίο» του Φατίχ Ακίν

Ο Μάικ είναι ερωτευμένος με μια συμμαθήτριά τους, αλλά αυτός και ο Τσικ, είναι οι μόνοι που δεν καλούνται στο πάρτι. Γιατί αυτός και ο Τσικ είναι οι διαφορετικοί και οι προβληματικοί της τάξης. Και με τη μάνα στην κλινική και τον πατέρα σε ταξίδι με την γκόμενα, ο Μάικ έχει όλη την ευχέρεια να φύγει με ένα κλεμμένο αυτοκίνητο μαζί με τον Τσικ. Που θα μάθουμε πολύ αργά στην ταινία με τι είδους ευχέρεια έχει φύγει κι αυτός και αν η οικογένειά του ανησυχεί γι’ αυτόν ή όχι.

Αν στις «Καταπληκτικές Γυναίκες» έχουμε μια ταινία που ενσωματώνει μέσα της αρετές μυθιστορήματος, βλέποντας πολύ πιο σφαιρικά τους ήρωές της και όχι στενά μέσα στο συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, στο «Βερολίνο, Αντίο» έχουμε μια ταινία βασισμένη σε ένα μυθιστόρημα που γνώρισε πολύ μεγάλη επιτυχία και δείχνει να έχει πολύ σημαντικές αρετές, η οποία όμως μοιάζει αρκετά στενή στην οπτική της και στο πνεύμα της. Ο Φατίχ Ακίν είναι ένας σκηνοθέτης που αγαπάμε στην Ελλάδα και πολύ καλά κάνουμε, γιατί έχει δώσει ταινίες που σε τραντάζουν ολάκερο, όπως το «Μαζί, Ποτέ», «Η Άκρη του Ουρανού», ακόμη και το «Soul Kitchen»

Το «Βερολίνο, Αντίο» όμως δεν σε τραντάζει, δεν σε πηγαίνει πουθενά που δεν είχες ξαναπάει, δεν σε ξεβολεύει πουθενά, ούτε σε συγκινεί βαθιά ποτέ, υπάρχουν μόνο ψήγματα σκηνών που λες α, εδώ, είναι ο Ακίν, θα μας κολλήσει λίγο από τον πυρετό του, αλλά στην καλύτερη των περιπτώσεων να πει κανείς ότι μας κόλλησε δέκατα. Να, ας πούμε, υπάρχει μια σκηνή γονεϊκής βίας, που δεν ξέρω πώς είναι γραμμένη στο μυθιστόρημα, αλλά βλέπεις ότι ο Ακίν ξεφεύγει από την απλή εικονογράφηση, την ποτίζει με το δικό του βλέμμα και τη δική του ένταση και μένει μέσα σου.

«Βερολίνο, Αντίο» του Φατίχ Ακίν