Ένα ελάχιστα γνωστό έργο του Μπέρτολτ Μπρεχτ, o Καταποντισμός του εγωιστή Γιόχαν Φάτσερ, ανεβαίνει στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου σε σκηνοθεσία Σίμου Κακάλα. Ένα έργο ημιτελές, σκοτεινό, αλλόκοτο, που προσφέρεται για πειραματισμό και νέες προσεγγίσεις. Η παράσταση του Κακάλα δοκιμάζει, προτείνει, καταβυθίζεται στο σύμπαν του έργου, ενίοτε χτυπάει φλέβα, ωστόσο, υπάρχουν κενά στην αφήγηση της ιστορίας, ένας εξοντωτικά αργός ρυθμός και μια υποκριτική κατεύθυνση που στερείται αιχμής, με αποτέλεσμα το όλο εγχείρημα να κινδυνεύει από την παιδική ασθένεια του ερευνητικού θεάτρου: την εσωστρέφεια που το καθιστά ένα ερμητικά κλειστό σύστημα.

Το «Υλικό Φάτσερ», από το οποίο προκύπτει κάθε φορά μια νέα σκηνική εκδοχή παρουσίασης του έργου, είναι δύσβατο. Μοιάζει με κινούμενη άμμο. Από το 1926 μέχρι το 1931 ο Μπρεχτ παραθέτει διάφορα σχέδια σκηνών, σκίτσα για τα πρόσωπα και τον μύθο, χορικά, αποσπάσματα ποιημάτων και θεωρητικών κειμένων, χωρίς ποτέ να ολοκληρώσει μια δραματουργική πρόταση. Το «Υλικό» αυτό είναι που έχει οδηγήσει βέβαια σε εμβληματικές παραστάσεις, όπως αυτή του Πάτρικ Στέκελ το 1976 στην πρώτη βερολινέζικη Σαουμπίνε, αλλά και στην εκδοχή του Χάινερ Μύλλερ –που το χαρακτήρισε «κείμενο του αιώνα»– το 1993 στο Μπερλίνερ Ανσάμπλ. Συντίθεται από το «Ντοκουμέντο» (όρο τον οποίο χρησιμοποιούσε ο ίδιος ο συγγραφέας για τις διαλογικές σκηνές και τα χορικά) και το «Σχόλιο» (ένα είδος εγχειριδίου, όπου οι ηθοποιοί εμπλουτίζουν το «Ντοκουμέντο» με τις δικές τους σκέψεις).

Η διασκευή της Ελένης Βαροπούλου κρατά αυτή τη δομή-διάκριση, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στο «Ντοκουμέντο» με τους συντελεστές να εμπλουτίζουν το κείμενο με τα δικά τους σχόλια. Η ιστορία αφορά τέσσερις στρατιώτες, οι οποίοι λιποτακτούν κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και κρύβονται στην πόλη Μιλχάιμ της περιοχής Ρουρ. Ένας από τους τέσσερις είναι ο Γιόχαν Φάτσερ. Η αντισυμβατική συμπεριφορά του γεννά διαφωνίες στην ομάδα. Η ομάδα όμως πρέπει να παραμείνει δεμένη. Για να μην συλληφθεί κάποιος μόνος του. Αυτό που περιμένουν είναι μια εξέγερση του λαού, που θα βάλει τέλος στον παράλογο πόλεμο και θα δικαιώσει τη λιποταξία τους. Ο Μπρεχτ έχει ολοκληρώσει σκηνές, όπου ο Φάτσερ εκτελείται από τους υπόλοιπους τρεις λιποτάκτες, όμως αφήνει την τελική έκβαση του έργου πάντα ανοιχτή.

Ο Σίμος Κακάλας, που βρίσκεται επί σκηνής, κρατά έναν ρόλο αφηγητή-σκηνοθέτη και στήνει μια παράσταση όπου οι θεατές γίνονται μάρτυρες της θεατρικής διαδικασίας. Η έγνοια του Μπρεχτ για τη διαδικασία, για το «πώς» των πραγμάτων (και όχι τόσο για το «τι») παίρνει εδώ τη μορφή της αποκάλυψης της θεατρικής λειτουργίας: πώς φτιάχνει ο σκηνοθέτης με τους ηθοποιούς του και με τα μέσα που διαθέτουν μια παράσταση;

Έτσι, στην έναρξη, ο σκηνοθέτης τραβάει ένα διάφανο κάλυμμα κάτω από το οποίο βρίσκεται ένα τραπέζι πρόβας με όλα τα υλικά πάνω του -χαρτιά, κείμενα, ηχητικός εξοπλισμός, λάπτοπ, μάσκες- και με τους ηθοποιούς να κάθονται γύρω του. Καθώς συνεχίζει η δράση θα παρακολουθήσουμε δύο διαφορετικά σχεδιάσματα-στησίματα της ίδιας σκηνής, θα ακούσουμε τις μεταθεατρικές παρατηρήσεις του σκηνοθέτη, τις αντιρρήσεις και τις προτάσεις των ηθοποιών.

Η μεγαλύτερη κατάκτηση της παράστασης είναι η μουσική του Γιάννη Αγγελάκα

Κι ενώ οι παρεμβολές έχουν μια ζωντάνια, ίσως και μια αφέλεια, μόλις βυθιζόμαστε στο σύμπαν του θεάτρου, της αναπαράστασης, εκεί όπου εισβάλλει η μάσκα, ο ρυθμός αλλάζει. Γίνεται πιο αργόσυρτος.

Η μάσκα (εξαιρετική, για άλλη μια φορά, η δουλειά της Μάρθας Φωκά στην κατασκευή) και η χρήση της δίνει αμέσως ένα απόκοσμο στοιχείο. Και μας μεταφέρει σε ένα άλλο σύμπαν. Στον εφιάλτη του πολέμου. Δεν φτάνει, όμως, μόνο αυτό. Καθώς προχωράει η παράσταση, ο αργός ρυθμός και μια κινησιολογική επαναληπτικότητα δυσχεραίνουν την παρακολούθηση του έργου. Οι ηθοποιοί (Μιχάλης Βαλάσογλου, Νίκος Γιαλελής, Χαρά Κότσαλη, Κωνσταντίνος Μωραΐτης, Εμμανουήλ Πετράκης, Φελίς Τόπη) δεν απευθύνονται, ο λόγος τους κατεβαίνει μόλις και μετά βίας στους θεατές. Βασικά στοιχεία για την κατανόηση της ιστορίας μένουν δυσδιάκριτα: για παράδειγμα, δεν δίνεται επαρκής έμφαση στο γιατί πρέπει να μείνουν μαζί ως ομάδα οι τέσσερις, τι είναι αυτό που πυροδοτεί τους τρεις να εκτελέσουν τον Γιόχαν, ποιος είναι ο ρόλος του Χορού.

Υπάρχουν, βέβαια, εύγλωττες και ερεθιστικές στιγμές που έχουν ως δραματουργικό κέντρο την ιδέα της συνήθειας στη βία. Συνηθίσαμε στη βία μας λένε ο Μπρεχτ και ο Κακάλας. Συνηθίσαμε στην αδικία. Και στεκόμαστε αμέτοχοι/ες μπροστά τους: οι τρεις στρατιώτες παρακολουθούν αμέτοχοι τον άγριο ξυλοδαρμό του Φάτσερ, ο Φάτσερ χτυπάει αλύπητα και επαναλαμβανόμενα το πρόσωπο μιας γυναίκας στο τραπέζι, δύο γυναίκες φορούν αντιασφυξιογόνες μάσκες και καθαρίζουν φασολάκια ή κεντάνε, ένας ηχητικός, ενοχλητικός, ανά δευτερόλεπτο, χτύπος παραπέμπει στην πληροφορία «κάθε δευτερόλεπτο κι ένας νεκρός».

Η σκηνοθεσία επιχειρεί κι ένα σχόλιο για τον σεξισμό, που όμως μένει μετέωρο. Κάτι θέλουν να μας πουν ο Κακάλας και οι συνεργάτες του, αλλά αυτό δεν είναι ευκρινές. Η παράσταση καταλήγει, μάλιστα, σε σημεία, να υποκύπτει στην παγίδα αυτού που μάλλον θέλει να καυτηριάσει.

Η μεγαλύτερη κατάκτησή της, ωστόσο, είναι η μουσική του Γιάννη Αγγελάκα. Που εκβάλλει από την ίδια την ψυχή του «Υλικού Φάτσερ». Νότες που φαίνεται να επιδιώκουν το αδύνατο, να ενσωματώνουν κάτι αναρχικό, κάτι ακατάταχτο, κάτι τρυφερά κυνικό, να πηγάζουν από τον ποταμό της αδικίας και να ζητούν εξέγερση.

Ο Κακάλας μας έχει συνηθίσει να δουλεύει πάνω σε διαφορετικές εκδοχές των παραστάσεών του, όπως έκανε για παράδειγμα με τη Γκόλφω ή την Ερωφίλη. Θεωρώ ότι, εάν δουλέψει εκ νέου ένα δεύτερο σχεδίασμα πάνω στο «Υλικό Φάτσερ», περιορίσει τις άσκοπες φλυαρίες, ακονίσει το δραματουργικό άξονα και προχωρήσει σε μια μεγαλύτερη υποκριτική εμβάθυνση, μπορεί να προκύψει μια παράσταση σημαντική και σημαίνουσα.

Info παράστασης:

Ο καταποντισμός του εγωιστή Γιόχαν Φάτσερ | 30 Νοεμβρίου 2018 – 20 Ιανουαρίου 2019 | Εθνικό Θέατρο – Πειραματική Σκηνή -1 – Αίθουσα «Κατίνα Παξινού»