Μια ηλικιωμένη γυναίκα, ένα ζευγάρι, μια νεαρή κοπέλα, ένα αγοράκι, ένα κοριτσάκι. Έξι άτομα μοιράζονται την ίδια στέγη σε ένα μικρό και φτωχικό σπίτι, που μοιάζει να μην έχει καθόλου έπιπλα και που μοιάζει πολύ λίγο με τα σπίτια των κανονικών ανθρώπων. Όλα -ο ύπνος, το φαγητό, οι κουβέντες, το σεξ του ζευγαριού όταν βρει την ευκαιρία να το κάνει- γίνονται στο πάτωμα, πάνω σε στρώματα. Οι ήρωες μέσα στο σπίτι είναι την περισσότερη ώρα καθιστοί οκλαδόν. Πάντως βρίσκουν τρόπο να χωράνε. Και μαζί τους, αόρατος έβδομος κάτοικος του σπιτιού, η πανταχού παρούσα κάμερα του Χιροκάζου Κόρε-Έντα, η οποία τους κινηματογραφεί κι αυτή από το επίπεδό τους, εξίσου κατάχαμα με τους ίδιους.

Και ακριβώς επειδή ο Κόρε-Έντα την τοποθετεί σε όλες τις γωνίες του σπιτιού, ακόμη κι αν οι γωνίες αυτές είναι λιγοστές, ο θεατής δεν έχει ποτέ την αίσθηση της μιζέριας, του συνωστισμού, της ασφυξίας. Βλέπουμε το μέρος που ζουν υπό διαφορετικές γωνίες λήψης και τους βλέπουμε να έχουν να αντιμετωπίσουν άλλα προβλήματα, πάντως όχι πρόβλημα χώρου. Ακολουθώντας ακόμη και το αγοράκι μέσα στη ντουλάπα που χρησιμοποιεί σαν δωμάτιο, σου μεταδίδει την εικόνα ενός παιδικού δωματίου και όχι ενός εγκλεισμού.

Όταν σε ένα σημείο της ταινίας η γιαγιά επισκεφτεί ένα κανονικό σπίτι κανονικών ανθρώπων, η κάμερα δεν έχει λόγο να βρίσκεται στο πάτωμα, βλέπουμε ανθρώπους που κάθονται σε καναπέδες μπροστά σε τραπέζια και τους βλέπουμε κι αυτούς κανονικά, όπως έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στο σινεμά και την τηλεόραση ανθρώπους στα σπίτια τους.

Κι όταν σε ένα άλλο σημείο της ταινίας οι κάτοικοι του σπιτιού βγουν να δουν πυροτεχνήματα στον ουρανό, για μια φορά η κάμερα θα φύγει από το ύψος των ηρώων και θα βρεθεί ψηλά. Όχι για να μας δείξει τα πυροτεχνήματα, αλλά για να μας δείξει από ψηλά τους ίδιους, τον ένα δίπλα στον άλλον, καθώς καταλαμβάνουν πάλι ελάχιστο συνολικά χώρο, καθώς κοιτούν ενθουσιασμένοι τον ουρανό. Στους «Κλέφτες Καταστημάτων» το αξιοθέατο δεν είναι τα πυροτεχνήματα, αλλά οι άνθρωποι που τα κοιτούν δίπλα – δίπλα.

Αλλά τι σόι άνθρωποι είναι οι συγκεκριμένοι; Άνθρωποι που τα βγάζουν πέρα, είτε με νόμιμους, είτε με παράνομους, είτε με ενδιάμεσους τρόπους. Η γιαγιά έχει μια σύνταξη, αλλά έχει βρει έναν ακόμη τρόπο να απομυζεί λεφτά από μια οικογένεια. Ο άντρας εργάζεται περιστασιακά σε οικοδομές, αλλά είναι και μικροκλέφτης καταστημάτων κι αυτοκινήτων. Η γυναίκα σιδερώνει ρούχα, αλλά βουτάει κι ό,τι τιμαλφή δει να έχουν ξεχαστεί στις τσέπες των ρούχων. Η κοπέλα δίνει ένα ερωτικό σόου σε στριπτιτζάδικο. Τα δυο παιδιά συμμετέχουν κι αυτά στις κλοπές των καταστημάτων. Ναι, δεν τους λες και υπόδειγμα.

Αλλά κι από την άλλη, πίσω στον κανονικό κόσμο των κανόνων, των θεσμών και των νόμων, το εργατικό ατύχημα του άντρα στην οικοδομή δεν αποζημιώνεται επειδή το καθεστώς εργασίας του είναι «ευέλικτο», ενώ το αφεντικό της γυναίκας βάζει τους εργαζόμενους να δουλεύουν λιγότερες ώρες («κι έτσι γίνονται όλοι φτωχότεροι») κι ύστερα όταν είναι να απολύσει κάποιον βάζει τους εργαζόμενους με τις υψηλότερες αποδοχές να επιλέξουν μεταξύ τους ποιος απ΄ όλους τους θα φύγει (σαν να είμαστε στο «Δυο Ημέρες – Μια Νύχτα» των Νταρντέν). Οι «Κλέφτες Καταστημάτων» δεν είναι ταινία κοινωνικής καταγγελίας και δεν θέλει να μας δείξει πώς οι δυσκολίες της εργατικής τάξης οδηγούν μέλη της στην παρανομία. Όχι.

Άλλοτε βρίσκοντας ηθικού τύπου δικαιολογίες («Όταν τα προϊόντα βρίσκονται σε ένα κατάστημα δεν ανήκουν σε κανέναν κι όταν τα παίρνεις δεν βλάπτεις κανέναν, εκτός πια κι αν οδηγηθεί το κατάστημα στη χρεοκοπία») κι άλλοτε χωρίς καν αυτές, οι ήρωες θα κάνουν αυτό που θέλουν. Ο Κόρε-Έντα δεν προσπαθεί να εικονογραφήσει αγγέλους, αλλά είναι σαφές ότι στους φτωχοδιάβολους του, το κύριο χαρακτηριστικό τους είναι το ότι είναι φτωχοί κι όχι ότι είναι διάβολοι.

Κινούμενοι στα όρια του περιθωρίου της κοινωνίας διεκδικούν για τον εαυτό τους ό,τι διεκδικούν όλοι οι πλήρως ενταγμένοι νομοταγείς πολίτες. Κι εκείνο που κατεξοχήν διεκδικούν είναι το δικαίωμα να σχηματίσουν μια οικογένεια που ζει σε ένα σπιτικό και που μεγαλώνει μαζί με αρμονία. Και πράγματι οι υλικές συνθήκες ζωής δεν τους εμποδίζουν καθόλου να είναι καλά μαζί. Και ζεστά μαζί. Και ωραία μαζί. Γιατί πρέπει πάντα να έχουμε στο μυαλό μας την εξής βασικότατη διάκριση: ναι μεν η φτώχεια από μόνη της δεν έχει τίποτα το ρομαντικό, τίποτα το επαινετό, ναι μεν η φτώχεια δεν μπορεί να εξιδανικεύεται και σκοπός πρέπει να είναι η εξάλειψή της, αλλά άλλο αυτό και εντελώς άλλο το να πούμε πως άπαξ και κάποιος άνθρωπος ή μια οικογένεια ζει στη φτώχεια αποκλείεται εξ ορισμού να βρίσκει τρόπο να ισορροπεί ή ακόμη και να ευτυχεί ενίοτε. Μπορούν και οι φτωχοί να είναι ευτυχισμένοι. Μπορούν και οι φτωχοί να είναι πιο ευτυχισμένοι από τους εύπορους. Κάλλιστα μπορούν. Οι υλικές συνθήκες διαβίωσης και το άγχος της καθημερινής διαβίωσης είναι προφανώς πρωταρχικοί παράγοντες, αλλά το τι κάνει τους ανθρώπους να είναι καλά δεν εξαρτάται μόνο από τον υλικό παράγοντα.

Στους «Κλέφτες Καταστημάτων» την οικογένειά σου μπορείς να τη φτιάξεις μόνος σου. Μπορείς να τη φτιάξεις μόνος σου πέρα από κάθε νομιμότητα, μπορείς να τη φτιάξεις κλέβοντας παιδιά. Μπορείς να τη φτιάξεις κλέβοντας παιδιά παραμελημένα, κακοποιημένα, πεταμένα, ξεχασμένα. Μπορείς να τη φτιάξεις κλέβοντας παιδιά που θα τα βάλεις να κλέβουν και να μην πηγαίνουν σχολείο. Μπορείς να τη φτιάξεις ικανοποιώντας ίσως δικά σου απωθημένα, μπορείς να τη φτιάξεις επειδή δεν μπόρεσες να φτιάξεις «κανονική» δική σου. Μπορείς να τη φτιάξεις με κανένα συστατικό της να μην είναι κανονικό. Αλλά ό,τι και να λέει η κοινωνία, ό,τι και να λένε οι θεσμοί, ό,τι και να λένε οι νόμοι, ό,τι και να λένε όλοι οι άλλοι, ό,τι και να λένε τα ίδια σου τα κίνητρα, τα παιδιά που έχουν ένα μέρος που μπορούν να πούνε σπίτι, μια τρύπα που μπορούν να πούνε δωμάτιό τους, έναν άντρα και μια γυναίκα που ακόμη κι αν δεν μπορούν να πούνε μπαμπά και μαμά τους νιώθουν έτσι, τα παιδιά που έχουν ανθρώπους που τους αγαπάνε και τους φέρονται με στοργή, είναι παιδιά που έχουν μια οικογένεια, μια οικογένεια με τα υπέρ και τα κατά της ίσως, αλλά αν είναι να βγάλουμε τις ζυγαριές θα δούμε ότι είναι συγκριτικά τυχεροί που ζουν σε μια τέτοια οικογένεια.