Aρχές δεκαετίας εβδομήντα, το αστυνομικό τμήμα μιας πόλης του Κολοράντο προσλαμβάνει τον πρώτο μαύρο αστυνομικό του. Με μαλλί αφάνα και μαύρο δέρμα ξεχωρίζει σαν τη μύγα μες το γάλα ανάμεσα στους συναδέλφους του, μερικοί εκ των οποίων δεν έχουν και ιδιαίτερο πρόβλημα να εκδηλώνουν ανοικτά τον ρατσισμό τους. Αλλά εκτός από το χρώμα του, ξεχωρίζει και για τη φιλοδοξία του. Δυσανασχετεί με τη θέση γραφείου, θέλει να γίνει μυστικός αστυνομικός, η υπηρεσία τον βάζει πράγματι να παρακολουθήσει ομιλία ενός πρώην στελέχους των «Μαύρων Πανθήρων», αυτός το κάνει, λογικά όλα ως εδώ, εκείνος όμως κάποια στιγμή στο τμήμα βλέπει ότι η τοπική Κου Κλουξ Κλαν έχει βάλει αγγελία στην εφημερίδα. Ναι, αγγελία. Παίρνει τηλέφωνο λοιπόν. Ζητά να γίνει μέλος. Του κλείνουν ραντεβού. Για απόλυτα προφανείς λόγους δεν μπορεί να διεισδύσει ο ίδιος στην οργάνωση. Θα το κάνει ένας συνάδελφός του. Οι δυο τους θα εμπλακούν με διάφορους τρόπους στην υπόθεση, η «Παρείσφρηση» στηριγμένη σε έναν βαθμό σε αληθινά περιστατικά θα ασχοληθεί με αυτήν την υπόθεση, αλλά ο Σπάικ Λι καθιστά σαφές ότι δεν θέλει να μείνει μόνο σε αυτή τη συγκεκριμένη ιστορία, καθιστά σαφές ότι το αληθινό του θέμα είναι ο ρατσισμός στις ΗΠΑ διαχρονικά.

Πάρα πολύ ωραία και μπράβο του. Αλλά. Αλλά αφενός η συγκεκριμένη υπόθεση μοιάζει εντελώς περιφερειακή, ανούσια και χωρίς ζουμί κι αφετέρου το πρίσμα μέσα από το οποίο επιλέγει να συνδέσει τελίτσες και να μιλήσει για το συνολικότερο πρόβλημα είναι, θεωρώ, εσφαλμένο, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε μια προσέγγιση επιφανειακή και ιδιαίτερα άστοχη, ακόμη και στο σημείο της επιφάνειας που στοχεύει.

Η εποχή Τραμπ μπορεί να έχει προκαλέσει ένα κάποιο σοκ στον υπόλοιπο πλανήτη, αλλά αυτό δεν μπορεί να συγκριθεί με τίποτα με το εσωτερικό σοκ της αμερικάνικης κοινωνίας που ζει τις πιο διχασμένες μέρες της εδώ και πολλές δεκαετίες. Δεν ανήκω στη μικρή παράδοξη μειοψηφία των Ελλήνων εξ αριστερών συμπαθούντων τον Τραμπ, δεν βρίσκω καμία γοητεία στην αντισυστημικότητά του, αναγνωρίζω ότι είναι επικίνδυνος. Και επίσης δεν ανήκω στο αρκετά μεγαλύτερο ποσοστό των Ελλήνων αριστερών που στη θητεία του Ομπάμα είδαν πίσω από τις γυαλισμένες ρητορείες του μια πιο αποτελεσματική εκδοχή του νεοφιλελευθερισμού και της αμερικανικής πολεμικής μηχανής. Η αμερικάνικη κοινωνία είχε και έχει διαφορές, ήταν και είναι ιδεολογικά χωρισμένη στα δύο, ο πάγιος χωρισμός της (που έχει και μια ισχυρή πολιτισμική διάσταση), εκτοξεύθηκε με την περίπτωση Τραμπ στην στρατόσφαιρα. Ναι, στο πλαίσιο που επιτρέπει το σύστημα, ο Ομπάμα με τον Τραμπ είναι η μέρα με τη νύχτα. Και OK, αν εκλεγεί ο Μπέρνι Σάντερς, η δική του διαφορά με τον Τραμπ θα είναι αυτή της περίλαμπρης μέρας με τη νύχτα. Aλλά στο πλαίσιο που επιτρέπει το σύστημα, η δομή της αμερικανικής κοινωνίας, η κατασκευή της, ο τρόπος λειτουργίας της, οι μηχανισμοί της.

Η εποχή Ομπάμα λοιπόν μας έδειξε ότι ένας μαύρος και προοδευτικός πολιτικός μπορεί να γίνει Πρόεδρος και ο συστημικός ρατσισμός να συνεχίσει να δίνει και να παίρνει. Κατά τη θητεία του π.χ. οι δολοφονίες μαύρων από την αστυνομία έδωσαν και πήραν. Οι αθωώσεις των αστυνομικών που δολοφονούσαν επίσης. Αν ο Σπάικ Λι περιοριζόταν να πει ότι ο Τραμπ είναι μια ιδιαίτερα δυσοίωνη εξέλιξη και στο ιδεολογικό πεδίο του ρατσισμού, προφανώς και, ναι, είναι. Αλλά όταν  στην «Παρείσφρηση» κλείνει και ξανακλείνει το μάτι κατά του Τραμπ η μπάλα χάνεται. Διάλογοι που υποδεικνύουν ότι φτάσαμε στην ιστορική περίοδο, όπου ένας τύπος που πρεσβεύει χοντρικά όσα πρέσβευε πάντα η Κλαν, μπορεί και γίνεται Πρόεδρος, παίρνουν το φως από τις αιτίες για τις οποίες υπάρχει ρατσισμός και τους ποικιλόμορφους τρόπους με τους οποίους εκδηλώνεται και το ρίχνουν στην κεντρική πολιτική σκηνή, όπου αμάν, ήρθε τώρα η ενσάρκωση του απόλυτου κακού. Κι όταν η ταινία (τα πραγματικά γεγονότα στα οποία βασίστηκε έλαβαν χώρα το 1979, αλλά η ίδια διαδραματίζεται το 1972) δείχνει και ξαναδείχνει αφίσες για την επανεκλογή του Νίξον, είναι σαν να δίνει πάρα πολύ μεγάλη βάση σε μια διάκριση Ρεμπουμπλικάνων – Δημοκρατικών που όσο μεγάλη σημασία κι αν έχει, όταν εστιάζεις τόσο σε αυτή δεν γίνεται παρά να εστιάζεις λάθος.

Στο “Inglourious Basterds” κατάσκοπος των Βρετανών, ντυμένος Γερμανός αξιωματικός, κινδυνεύει να προδοθεί από την προφορά του. Κινεί υποψίες: Από πού είσαι κι έχεις αυτήν την προφορά; Πριν τον πόλεμο ο κατάσκοπος ήταν κριτικός κινηματογράφου. Χωρίς να σαστίσει καθόλου απαντάει ρωτώντας: Έχετε δει τη «Λευκή Κόλαση του Pitz Palu»; Από εκεί λοιπόν είμαι, από ένα χωριό εκείνου του βουνού, συμμετείχα μάλιστα στην περίφημη σκηνή των χιονοδρόμων με τους πυρσούς. Ο τύπος δεν βγαίνει απλώς μέσα από μια αγαπημένη του ταινία, βγαίνει μέσα από μια αγαπημένη του σκηνή. Η Λένι Ρίφενσταλ απλά πρωταγωνιστούσε σε αυτήν την ταινία, ο ήρωας την κατονομάζει, ο Ταραντίνο σε συνεντεύξεις κατά την προώθηση της ταινίας  έλεγε ότι θεωρεί τη Ρίφενσταλ (εκτός όλων των άλλων ήταν και ντοκιμαντερίστρια των Ναζί) κορυφαία σκηνοθέτη όλων των εποχών. Σε αντίθεση με τον Ταραντίνο, ο Σπάικ Λι είναι σαν να δηλώνει ότι όσο κι αν αγαπάει κανείς το σινεμά, δεν γίνεται να θεωρεί πατρίδα του ταινίες, δεν γίνεται να ξεχωρίσει το καλλιτεχνικό κομμάτι τους από το ιδεολογικό.

Βάζει έτσι  στο στόχαστρό του δυο ταινίες σταθμούς για το αμερικάνικο (και όχι μόνο) σινεμά. Τη μια, το «Όσα Παίρνει ο Άνεμος», με αρκετά πιο ήπιο τρόπο, την άλλη, τη «Γέννηση Ενός Έθνους», με τον πιο φωναχτό. Και στο βαθμό που θίγει την προβληματική τους ιδεολογία, έχει κάθε δικαίωμα να το κάνει. Για την ακρίβεια, ο όρος (απλά) προβληματική ιδεολογία μπορεί να ισχύει μόνο ως προς το «Όσα Παίρνει ο Άνεμος». Γιατί «Η Γέννηση ενός Έθνους» μπορεί να είναι πολύ μεγάλο και πρωτοποριακό σινεμά, αλλά λειτούργησε ταυτόχρονα κι ως ένας επιδραστικότατος διακινητής μίσους, ρατσισμού και μισαλλοδοξίας. Στην «Παρείσφρηση» αναφέρεται και ο Λι, λέει σε συνεντεύξεις του ότι η Κλαν είχε ουσιαστικά σβήσει και ήταν η τεράστια απήχηση της ταινίας που την ξαναγέννησε.

Από την άλλη πλευρά, δεν ξέρω πόσοι εκτός Αμερικής μπορεί να βλέπουν το «Όσα Παίρνει ο Άνεμος» και να γίνονται λίγο περισσότερο ρατσιστές. Το βλέπουν και βλέπουν ένα σωρό άλλα πράγματα. Και είναι αρκετά ειρωνικό ότι οι πιο δυνατές σκηνές της «Παρείσφρησης» βρίσκονται στην αρχή και στο τέλος της και δεν είναι σκηνές που τράβηξε ο Σπάικ Λι. Αρχικά ένα μεγάλης εικαστικής ομορφιάς πλάνο από το «Όσα Παίρνει ο Άνεμος», με τους τραυματίες και τους νεκρούς της μάχης απλωμένους σε μια τεράστια έκταση (και στο τέλος να κάνει την εμφάνισή της η σημαία των Νοτίων) και στο τέλος ένα απίστευτης έντασης και φρίκης αληθινό πλάνο από τη δολοφονική επίθεση ενός φασίστα μόλις πριν ένα χρόνο στο Σάρλοτσβιλ, με το αυτοκίνητο του εναντίον αντιρατσιστών διαδηλωτών.

Αυτό το αληθινό πλάνο είναι σαν να λέει συμπυκνωμένα όσα δεν μπόρεσε να πει ολόκληρη η ταινία. Μεταφέρει μια πραγματικότητα, η οποία δραματοποιείται από τον Σπάικ Λι, με τρόπο μη ικανοποιητικό. Ο τρόπος π.χ. που παρουσιάζονται τα μέλη της τοπικής Κλαν είναι στα όρια της καρικατούρας κι ενίοτε τα ξεπερνά. Κοίτα – τώρα – τα – μέλη – της – Κλαν – ακριβώς – όπως – τα – είχες – ήδη – στο – μυαλό – σου. Κοίτα πόσο τερματικά ηλίθιοι είναι. Κοίτα πόσο ζώα είναι. Δεν μπορεί παρά να σκεφτεί κανείς εδώ πόσο διαφορετική ήταν η αντιμετώπιση του ρατσιστή ήρωα στις «Τρεις Πινακίδες Έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι». Αν θέλουμε να μπούμε κάπως στο μυαλό του δολοφόνου που έπεσε με το αυτοκίνητο πάνω στο πλήθος, νομίζω τις «Τρεις Πινακίδες» πρέπει να δούμε. Η «Παρείσφρηση» μας προσφέρει αυτό που ήδη έχουμε στο δικό μας μυαλό ως εικόνα.

Ή ο τρόπος που οι αστυνομικοί γελάνε από το τηλέφωνο με τον αρχηγό της Κου Κλουξ Κλαν, τον οποίο κοροϊδεύουν, γιατί δεν έχει καταλάβει ότι συνομιλεί με μαύρο. Γελάνε μία, γελάνε δύο, γελάνε όλοι μαζί, γελάνε ξεκαρδισμένοι. Ε, δεν είναι αστείο αυτό. Βλακεία είναι. Για την ακρίβεια είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον όσο δεν μας το κολλάς στα μούτρα. Μην μας το κολλούσες, να χαμογελάσουμε. Να χαμογελάσουμε και να το σκεφτούμε. Γελάστε εσείς στην οθόνη. Εμείς στην αίθουσα δεν γελάμε.

Στο σινεμά όμως, στο τέλος της ταινίας κάποιοι ξεσπούν σε χειροκροτήματα. Να μια αντίδραση που δεν περίμενα. Επίσης, η ταινία όχι μόνο βραβεύτηκε στις Κάννες, αλλά επαινείται κι από την αμερικάνικη κριτική -που όσο να’ ναι κάτι περισσότερο θα ξέρει για την αμερικάνικη κοινωνία από ό,τι εγώ στην Ελλάδα-  για το πόσο καίρια είναι. ΟΚ, γούστα είναι αυτά. Ίσως ο Σπάικ Λι βρήκε τον τρόπο να μιλήσει τόσο στο συναίσθημα όσο και στο μυαλό.  Για μένα (που θα λεγε κι ο Ραζβάν Λουτσέσκου), δεν έχει σχεδόν κανένα νόημα να μιλάς σήμερα για τον ρατσισμό με αυτούς τους όρους. Για μένα, η ταινία μιλά για τον ρατσισμό με όρους στο ένα σκέλος της παρωχημένους και στο άλλο σκέλος της παραπλανητικούς.