Το έργο με τον αινιγματικό (που αποκαλύπτεται μόνο όταν γίνει γνωστό το story) τίτλο «Πέτρες στις τσέπες του» («Stones in his pockets», 1996) βραβεύτηκε ως κωμωδία (Βραβείο Ολιβιέ, 2001) αλλά η συγγραφέας του, η Ιρλανδή Μαρί Τζόουνς, το έχει χαρακτηρίσει μάλλον ως τραγωδία την οποία «ο κόσμος βρίσκει αστεία».

Ένα από τα χαρίσματά του είναι ακριβώς το ότι δεν κατατάσσεται σε ένα μόνο είδος, αλλά αποτελεί και σάτιρα της χολιγουντιανής βιομηχανίας και κωμωδία χαρακτήρων και καταστάσεων, και θεατρικότατο κατασκεύασμα για δύο μόνο ηθοποιούς και δράμα και έργο κοινωνικού προβληματισμού – το οποίο, μάλιστα, δεν αποκαλύπτεται με την πρώτη στους αποδέκτες του. Στην πραγματικότητα, το έργο επιδεικνύει το ίδιο στοιχείο αιφνιδιασμού που επιφυλάσσουν προς τους θεατές οι δύο όλοι κι όλοι ηθοποιοί που καλούνται να το ενσαρκώσουν επί σκηνής. Να ενσαρκώσουν, δηλαδή, τους δύο νεαρούς Ιρλανδούς που συμμετέχουν ως κομπάρσοι στη χολιγουντιανή παραγωγή που γυρίζεται στα μέρη τους. Και παράλληλα (να ενσαρκώσουν) όλους τους υπόλοιπους ρόλους: τα μέλη του συνεργείου παραγωγής, την Αμερικανίδα σταρ, το δάσκαλο της ιρλανδικής προφοράς και το σεκιουριτά της, τους υπόλοιπους ντόπιους· και το νεαρό Σον, που θα αυτοκτονήσει στη λίμνη, αφού γεμίσει πέτρες τις τσέπες του, ύστερα από μια ακόμη αποτυχημένη προσπάθεια να βρει θέση στην ταινία ως κομπάρσος.

Πέτρες στις τσέπες του

Όσο οι δύο ηθοποιοί αντλούν από τα πολεμοφόδια της ερμηνευτικής τους τεχνικής για να μας παρουσιάσουν, χωρίς κανένα εξωτερικό εφέ ή βοήθημα, δεκαπέντε απολύτως ξεχωριστούς χαρακτήρες, τόσο η ιστορία ανοίγει ένα ένα τα «φύλλα» της. Κι έτσι, αυτή η κωμωδία για δύο ηθοποιούς είναι και αντιπαραβολή δύο κόσμων, του star system και των «ανώνυμων» κομπάρσων που επιζητούν ελάχιστα λεπτά δημοσιότητας και μερικά δολάρια· είναι, επίσης, σάτιρα της ματαιοδοξίας, αλλά και σχόλιο για τη χολιγουντιανή λάμψη που έρχεται να επισκιάσει, αλλά μόνο παροδικά, τη σκληρή πραγματικότητα της ιρλανδικής επαρχίας που τη θερίζει η φτώχεια και η ανεργία· είναι, επίσης, η δραματική ιστορία ενός νεαρού που δεν καταφέρνει να πραγματευτεί μέσα του τη ματαίωση της προσωπικής του διαδρομής και μέσω αυτού είναι και η ανησυχία για την πορεία μιας ολόκληρης χώρας. Βέβαια, η κωμική πένα της Μαρί Τζόουνς είναι αδιαμφισβήτητη και μάλιστα η κωμική επένδυση του θέματος υπερισχύει, ενισχυμένη κατά κύριο λόγο από το συγγραφικό τέχνασμα των δύο ηθοποιών σε πολλαπλούς ρόλους. Το κινηματογραφικό αντίστοιχο του έργου θα μπορούσε να είναι το Full monty, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η μεταθατσερική Αγγλία ενέπνευσε κοινωνικές ταινίες, όχι μονάχα στο δραματικό ύφος του Κεν Λόουτς, αλλά και απολαυστικές κωμωδίες.

Πέτρες στις τσέπες του

Ταυτοχρόνως, το «Πέτρες στις τσέπες του» είναι μια απολύτως «θεατρική υπόθεση» κι ας αναφέρεται στον κινηματογράφο· επιζητά δυο ηθοποιούς-«πολυεργαλεία», ικανούς να στηριχτούν μονάχα στις δικές τους δυνάμεις τους για να επιδοθούν σε ένα ρεσιτάλ αλλεπάλληλων ερμηνειών που φτάνει σε καταιγιστικούς ρυθμούς. Και έπειτα, αφορά στις ίδιες τους τις ανησυχίες. Την αγωνία του ηθοποιού όχι κυριολεκτικά -τουλάχιστον όχι μόνο κυριολεκτικά- να γίνει από κομπάρσος πρωταγωνιστής, να βρει μια θέση στο «σύστημα», αλλά την αγωνία του να δηλώσει με τη δημιουργία του: «είμαι αυτός και είμαι εδώ». Υπό αυτό το πρίσμα, είναι απολύτως δικαιολογημένη η απήχηση του έργου στους καλλιτέχνες· από τη μια, τους προσφέρει μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να αντιμετωπίσουν μια ερμηνευτική πρόκληση και από την άλλη, τους βάζει σε μια («ψυχοθεραπευτικής» φύσεως;) διαδικασία σάτιρας, αλλά και υπεράσπισης της «κατάστασής» τους.

Ο Μάκης Παπαδημητρίου και ο Γιώργος Χρυσοστόμου σκηνοθετούν και ερμηνεύουν την παράσταση που ανεβαίνει στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, αποδεικνύοντας πως αυτή αποτέλεσε αληθινά προσωπική τους υπόθεση. Η εμπλοκή τους με το έργο είναι εμφανής, πέραν της απόδοσής τους, στις μικρές προσωπικές πινελιές της σκηνοθεσίας τους, στη φροντίδα του συνόλου της παράστασης (ειδική μνεία στα δισδιάστατα σκηνικά της Μαγδαληνής Αυγερινού), στο κέφι αλλά και τη σοβαρότητα που μεταδίδει η σκηνική τους παρουσία. Ενδεχομένως να αναγνωρίσει κάποιος, κυριότερα στον Μάκη Παπαδημητρίου, την καταφυγή σε κάποιες «ευκολίες» του προσωπικού του ύφους, αλλά και πάλι δεν μπορεί να μην επισημανθεί και για τους δύο η τεχνικά άρτια και πλούσια ερμηνευτική γκάμα που οδήγησε στο σκιτσάρισμα απολαυστικότατων θεατρικών τύπων, η διατήρηση ενός ακατάπαυστου ρυθμού, καθώς και η γλυκόπικρη γεύση που φροντίζουν να μεταδώσουν, έστω στο background μιας κατά βάση κωμικής παρουσίας, για να καταθέσουν μια συνολικά απολαυστική παραστασιακή στιγμή, που κρύβει περισσότερα απ ό,τι δείχνει εκ πρώτης όψεως.

Info παράστασης: Πέτρες στις τσέπες του | 19 Ιανουαρίου – 28 Μαΐου 2017  | Θέατρο του Νέου Κόσμου

Πέτρες στις τσέπες του