Στην documenta 14 ένας λαϊκός ζωγράφος, ο  Tshibumba Kanda Matulu έκανε μια μοναδική αφήγηση της ιστορίας του Κονγκό. Σε εκατοντάδες πίνακες που εκτέθηκαν στο Mουσείο Μπενάκη περιέγραφε το ταραχώδες παρελθόν της χώρας του. Στο έργο του είχε συνδυάσει στοιχεία της παραδοσιακής αφρικανικής αφήγησης και της αστικής λαϊκής τέχνης για να δημιουργήσει το δικό του όραμα του παρελθόντος του Κονγκό, δίνοντας με ένα προσωπικό αρθρωτό σύστημα κοινής μνήμης μια απαράμιλλη εικόνα.

Η αφήγησή του άρχιζε από τη ζωή στο χωριό, «όταν οι άνθρωποι ήξεραν πώς να ζήσουν», συνεχιζόταν με την ευρωπαϊκή εξερεύνηση του Κονγκό, τη βέλγικη αποικιοκρατία και καταπίεση και τις δυνατές φωνές ανεξαρτησίας με τον ηγέτη του αγώνα, Πατρίς Λουμούμπα. Μετά από το πραξικόπημα, στις 17 Ιανουαρίου 1961, ο Λουμούμπα δολοφονήθηκε κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες. Ο Μομπούτου που ανέλαβε την εξουσία το 1965 κυβέρνησε με σιδερένια πυγμή και άλλαξε την εθνική ταυτότητα και το όνομα της χώρας σε Ζαΐρ το 1971. Ο Tshibumba δεν παρέλειψε να περιγράψει με το έργο του τα όνειρα μιας χώρας, στην οποία οι κοινωνικές σχέσεις αποσυντίθενται και η κομματική πολιτική αντικαθιστά τη θρησκεία.

Έχει αξία η ιστορία του Κονγκό και ας μη τη μαθαίνουμε ποτέ, όπως δε μαθαίνουμε ποτέ και σε βάθος αυτό που έχει συμβεί στην Αφρική. Ο Γάλλος συγγραφέας και λάτρης της ιστορίας Ερίκ Βυϊγιάρ μετά την «Ημερήσια Διάταξη» ασχολείται με τον τρόπο της σύστασης του Κονγκό ως κράτος στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν ο Λεοπόλδος Β’ του Βελγίου απέκτησε επισήμως τα δικαιώματα του Κονγκό στο Συνέδριο του Βερολίνου το 1885 και το ονόμασε Ελεύθερο Κράτος του Κονγκό.

Μια ματωμένη ιστορία αρχίζει με το πρόσχημα της ανάπτυξης με τους αποίκους να χρησιμοποιούν τον ντόπιο πληθυσμό -που εκχώρησε κάθε δικαίωμά του- σαν εργάτες-δούλους μιας μεγάλης πολυεθνικής, στην οποία πέθαιναν ενώ οι ιδιοκτήτες πλούτιζαν. Για την ενίσχυση της παραγωγής, στάλθηκε ο στρατός, η Force Publique, η οποία ανάμεσα στις μεθόδους που χρησιμοποιούσε ήταν να κόβει να άκρα των ντόπιων, η υποταγή έπρεπε να είναι ολοκληρωτική και πλήρης. Αν και δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία εκτιμάται πως την περίοδο 1885-1908, εκατομμύρια Κονγκολέζων πέθαναν εξαιτίας των επιπτώσεων της εκμετάλλευσης και των ασθενειών. Η ασθένεια του ύπνου και η ευλογιά σκότωσαν σχεδόν τον μισό πληθυσμό του κατώτερου ρου του Κονγκό.

Το Κονγκό, ήταν μια χώρα που οργανώθηκε η πιο άγρια μορφή της αποικιοκρατίας, μια χώρα – βιτρίνα της Δύσης, στην οποία βασίλευε η ανομία, με τα δικαστήρια υπό αυστηρό έλεγχο από τις αποικιακές αρχές και με απαγόρευση κάθε πολιτικής δραστηριότητας. Γίνεται με έξοχο τρόπο ο πρωταγωνιστής του έργου του Βυϊγιάρ που γράφει τολμηρά, χωρίς να χαρίζεται σε κανέναν για την πιο άγρια μορφή αποικιοκρατίας, το θεμέλιο του σύγχρονου Δυτικού κόσμου και της δικής μας νεωτερικότητας. Είναι η ιστορία της ίδρυσης μιας διεθνούς εμπορικής επιχείρησης που σημαίνει και το τέλος για έναν πληθυσμό με ιστορία χιλιάδων χρόνων.

Στο βιβλίο του Βυϊγιάρ οι σελίδες της ιστορίας συναντούν την πολιτική επιστήμη σε μια έξοχη, ρέουσα αφήγηση. O συγγραφέας μιλά με σχεδόν ύφος παιγνιώδες, μας μεταφέρει στην πλήξη των ηγετών της Ευρώπης, στην άγρια εξάρτησή τους για διασκέδαση, για το κυνήγι του θησαυρού που τους αναστάτωνε όταν μιλούσαν σχεδιάζοντας τη δράση τους σε χάρτινα τοπία. Ο θησαυρός είναι η Αφρική. Στο μέρος που αποφάσισαν τη μοιρασιά το 1884, στο παλάτι Ράτζβιλ, ο Φύρερ έχτισε το μπούνκερ του το 1933, ένα μέρος που σαν κανένα σε όλο τον τον κόσμο βομβαρδίστηκε και καταστράφηκε από τους συμμάχους, και ήταν αυτό το τέλος της ελαφρότητας, τόσο συμβολικό και τόσο τραγικό. «Οι βόμβες κονιορτοποίησαν την ελαφρότητα», γράφει ο Βυϊγιάρ. Έχει προηγηθεί μια άλλη καταστροφή, αυτή της Αφρικής. «Και τα καίνε όλα». Γυναίκες αλλαλάζουν, άντρες εξαφανίζονται για πάντα, χωριά καίγονται, άνθρωποι βασανίζονται, διαμελίζονται.

Ο Λεοπόλδος είναι ιδιοκτήτης, ένας Φαραώ. Οι Βέλγοι χρόνια αργότερα, ακόμα και σήμερα μιλούν για το «ηθικό τους δικαίωμα» στο Κονγκό. Με μια χυδαιότητα που είναι κληρονομική και κολλάει σαν λέπρα. Μπορείς να δεις το δικαίωμα που επικαλούνται στις φωτογραφίες των σύγχρονων Μπρουκοβεν και Μπεργέικ, όταν ατενίζουν το φακό με τον αέρα της άνεσης και της αυτοπεποίθησης. Έτσι χτίστηκε το θαύμα της Ευρώπης, ένα θαύμα που αν το σκεφτείς μπορεί να νιώσεις, όπως λέει ο συγγραφέας και μια παράξενη ναυτία.

Info: Κονγκό του Ερίκ Βυϊγιάρ

Η μετάφραση είναι του Γιώργου Φαράκλα. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις.