Τρεις άντρες με ειδικές ανάγκες. Καθηλωμένοι σε αμαξίδιο οι δύο, όρθιος, αλλά με μορφή παράλυσης που του δημιουργεί κινητικά προβλήματα, ο τρίτος. Ο ένας από τους τρεις τους υποδύεται τον ανάπηρο. Είναι ηθοποιός. Στα «Δολοφονικά Αμαξίδια» παίζει έναν ακόμη ρόλο στην καριέρα του. Όταν ο σκηνοθέτης λέει «cut», μπορεί αν θέλει να σηκώνεται από το αμαξίδιο, να παίζει ποδόσφαιρο, να κάνει κωλοτούμπες. Οι άλλοι δύο όμως το μόνο που υποδύονται είναι τους συγκεκριμένους χαρακτήρες στο έργο.

Τα προβλήματα υγείας δεν τα υποδύονται

Τα προβλήματα υγείας δεν τα υποδύονται. Τα έχουν και ζουν με αυτά. Και αυτή είναι μια θεμελιώδης συνθήκη της ταινίας, μια συνθήκη που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αισθητικής και ηθικής της ταυτότητας (όσο δόκιμη μπορεί εν πάση περιπτώσει να είναι η λέξη «ηθική» σε τέτοιες περιπτώσεις). Γιατί αν είχαμε στους πρωταγωνιστικούς ρόλους μόνο ηθοποιούς, μόνο αναπαράσταση, μόνο μίμηση, πέραν του ότι θα βρισκόμασταν ξανά ενώπιον του φαινομένου «Δες πόσο εντυπωσιακά στραβώνει το κορμί του ο τάδε ηθοποιός» (τελευταίο παράδειγμα που έρχεται πρόχειρα στο μυαλό ο Έντι Ρεντμέιν ως Στίβεν Χόκινγκ στη «Θεωρία των Πάντων») και δεν θα ερχόμαστε έτσι ενώπιοι ενωπίω με το όντως «στραβό» κορμί του Ζόλταν Φενιβέσι, κυρίως θα είχαμε μια χειρονομία που θα έλεγε εμπράκτως το εξής: «Αγαπητοί άνθρωποι με ειδικές ανάγκες, αυτή εδώ είναι μια ταινία που γυρίσαμε εμείς, μια ομάδα αρτιμελών ανθρώπων του κινηματογράφου, για εσάς. Εσάς, που σας αναλογεί μόνο ο ρόλος του θεατή. Γιατί ακόμη κι αν πρόκειται για μια ιστορία για ανθρώπους με ειδικές ανάγκες, μην περιμένετε να πρωταγωνιστήσετε οι ίδιοι. Δεν είστε για αυτά. Παραμείνετε καθηλωμένοι κι αφήστε μας εμάς να κάνουμε σινεμά».

«Δολοφονικά Αμαξίδια» του Ατίλα Τιλ

Αλλά για να αποφύγω τις τυχόν παρεξηγήσεις, ενώ τα «Δολοφονικά Αμαξίδια» σαφώς και είναι μια ταινία που τα προβλήματα υγείας των ηρώων της είναι στην καρδιά της, δεν επικεντρώνεται σε αυτά τα προβλήματα και την προσπάθεια αντιμετώπισής τους κ.λ.π, αλλά διηγείται μια απολαυστική ιστορία που έχει μέσα άφθονη δράση, τοπικές μαφίες, φιλίες που σχηματίζονται, έρωτες του παρελθόντος που δεν λένε να σβήσουν, οικογενειακά τραύματα, μαύρο, αλλά και άλλων αποχρώσεων, χιούμορ.

Ένας εκ των τριών πρωταγωνιστών ήταν πυροσβέστης κι έπαθε το ατύχημα εν υπηρεσία, προσπαθώντας να βγάλει κάποιον από τη φωτιά. Αλλά από ήρωας μετατρέπεται σε αντιήρωα, αφού οδηγείται στο έγκλημα και στη φυλακή. Ακόμη και μέσα εκεί συνεχίζει το γαϊτανάκι της βίας. Η ιστορία μας ξεκινά όταν έχει αποφυλακιστεί και γνωρίζει τους δυο νεαρότερους φίλους, οι οποίοι έχουν εκ γενετής τα δικά τους προβλήματα υγείας. Επιδεικνύουν μια περιστασιακή μικροπαραβατικότητα που είναι περισσότερο ένα παιχνίδι και μια αταξία, αλλά εκείνος θα τους παρασύρει σε ένα εντελώς άλλης πίστας γαϊτανάκι. Γιατί, ούτε λίγο ούτε πολύ, αναλαμβάνει συμβόλαια ως εκτελεστής ενός εμπόρου ναρκωτικών. Φιλοδοξεί να μαζέψει γρήγορα λεφτά που θα του επιτρέψουν να ξαναπερπατήσει (φυσιολογικά ή τεχνητά, δεν τον νοιάζει, τα λεφτά όλα μπορούν να τα αγοράσουν λέει), αν δηλαδή αυτό είναι όντως το κίνητρό του και δεν έχει μπει σε μια διαδικασία όπου βρίσκει στη βία ένα καταφύγιο εκδικητικής λύτρωσης και ταυτόχρονα την αυτοκαταστροφική προσμονή της δικής του τελικής λύτρωσης. Ο έμπορος ναρκωτικών είναι Σέρβος και βρίσκεται σε πόλεμο με έναν ντόπιο έμπορο, όπως ακριβώς συνέβαινε στο έξοχο νορβηγικό «Με Σειρά Εξαφάνισης». Είτε έχουμε να κάνουμε με αναφορά σε εκείνη την ταινία, είτε είναι μια απλή σύμπτωση (αν και ακόμη και ο ντόπιος ανταγωνιστής φέρνει εμφανισιακά στο Νορβηγό συνάδελφό του), οι δυο ταινίες έχουν κοινά στοιχεία που δεν περιορίζονται στο υπόγειο χιούμορ τους ή τον χλευασμό των στερεοτύπων.

Ο επαγγελματίας δολοφόνος στο καροτσάκι έχει κότσια, ψυχραιμία, μπορεί να εκτελεί χωρίς τύψεις, αλλά αυτά είναι προσόντα που προφανώς έχουν και άλλοι στο επάγγελμα. Εκείνος όμως έχει ένα επιπλέον προσόν που τον κάνει ακαταμάχητο. Δεν γεμίζει το μάτι, τον βλέπεις κυριολεκτικά και μεταφορικά αφ’ υψηλού, δε σου προκαλεί ανησυχία και υποψία, αλλά λύπη και συμπάθεια. Έτσι σε μια σειρά σκηνών εκτελεί. Και μια από αυτές είναι σκηνή ανθολογίας. Σε μια κεντρική πλατεία της Βουδαπέστης εκτελεί το θύμα του, το θύμα έχει μπράβους, οι μπράβοι έχουν βγάλει τα πιστόλια τους και κοιτάνε παντού, προσπαθούν να δουν από πού ήρθε η σφαίρα, μέσα στο πλήθος ο άνθρωπος ο καθηλωμένος στο αμαξίδιο τους κοιτά με απορία κι αθώο βλέμμα, αυτός είναι ο τελευταίος που θα μπορούσαν ποτέ να υποψιαστούν, κοιτούν για κάποιον άνθρωπο ακόμη πιο ζόρικο από τους «φυσιολογικούς», όχι για κάποιον πολύ πιο αδύναμο.

«Δολοφονικά Αμαξίδια» του Ατίλα Τιλ

Κι ενώ η ταινία λειτουργούσε ούτως ή άλλως εξαιρετικά και θα μπορούσε να είναι ήδη πολύ ικανοποιημένη με τον εαυτό της, έρχεται στο τέλος να βάλει μια -καθόλου αυθαίρετη κι από το πουθενά πάντως, το ακριβώς αντίθετο- τρικλοποδιά και να μας περάσει σε ένα άλλο επίπεδο, να βάλει τα τεκταινόμενα και τον ίδιο της τον εαυτό σε ένα κουτάκι μπαμπούσκας, να παίξει με το βαθμό ευπιστίας μας ως θεατές, να θέσει όλη την ιστορία της σε μια εντελώς διαφορετική προοπτική.

Ο αρτιμελής πρωταγωνιστής Ζάμπολκς Θούροζι είναι ένας πολύ σημαντικός ηθοποιός. Έχει αυτή την αύρα τη μεταφυσική που σου μαρτυρά ότι η διαφορετικότητα έχει πολλές διαστάσεις. Υπό μια έννοια κι οι ηθοποιοί που έχουν αυτή την αύρα έχουν διαφορετικά σώματα, αφού αυτό που εκπέμπει το δικό τους πρόσωπο, το δικό μας δεν μπορεί. Δίπλα του οι Ζόλταν Φενιβέσι και Άνταμ Φέκετε μπορεί να μην έχουν την ίδια αύρα, αλλά αυτό δε σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι προδίνουν την ταινία, ότι η ταινία μπατάρει από τις δικές τους ερμηνείες ή ότι χρειάζεται να επιστρατεύσουμε συγκαταβατικό βλέμμα για τις υποκριτικές τους ικανότητες. Δεν κάνουν αυτοί κάτι λάθος. Ο άλλος δίπλα τους είναι ξεχωριστός. Εν προκειμένω, αυτοί έχουν τα σώματα τα δικά μας κι ο άλλος το διαφορετικό.

«Δολοφονικά Αμαξίδια» του Ατίλα Τιλ

Αν τα τελευταία χρόνια τρεις άλλοι Ούγγροι σκηνοθέτες, ο Μπέλα Ταρ με το «Άλογο του Τορίνο» ή ο Λάζλο Νέμες με το «Γιο του Σαούλ»  κι ο Κορνέλ Μουντρούτσο με το «Λευκό Θεό» κινηματογράφησαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ιστορίες Αποκάλυψης, ο Ατίλα Τιλ με τα «Δολοφονικά Αμαξίδια», μολονότι προφανώς και δεν διαπραγματεύεται το πιο ευχάριστο θέμα του κόσμου, έρχεται να σπάσει αυτόν τον κύκλο του ζόφου. Αν ο «Λευκός  Θεός»  ήταν μια αλληγορία για τον ρατσισμό, την καταπίεση και την εξέγερση των κολασμένων, εδώ έχουμε να κάνουμε πολύ λιγότερο με αλληγορία και περισσότερο με μια πολιτική ταινία υπό την έννοια ότι δίνει πρωταγωνιστικό και δυναμικό ρόλο σε άτομα με ειδικές ανάγκες.

«Δολοφονικά Αμαξίδια» του Ατίλα Τιλ

Ενδεχομένως το ότι μια χώρα, όπως η Ουγγαρία του Ούρμπαν, πρωτοστατεί ευρωπαϊκά στην ακροδεξιά φασίζουσα ατζέντα, δεν συνεπάγεται εξ ορισμού ότι αντιμετωπίζει τους πολίτες της με όρους ευγονικής και βλέπει τους ανάπηρους με ενόχληση. Ωστόσο, όπως και να έχει, δεν μπορεί παρά να επισημανθεί ότι δυο σημαντικές ταινίες από την Ουγγαρία των τελευταίων ετών δίνουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε σκύλους (με σαφή συμβολική αναφορά) και σε άτομα με ειδικές ανάγκες. Η κάμερα παύει να κοιτάει ψηλά και στρέφει το βλέμμα της χαμηλά. Στο ύψος σκυλιών που τρέχουν αλαφιασμένα, στο ύψος ανθρώπων που κινούνται σε αμαξίδια. Κι αν ο «Λευκός Θεός» έχει μια αναμφίβολη δύναμη εικόνων που δεν μπορούν να βγουν εύκολα από το μυαλό, εικονοποιώντας αταβιστικούς φόβους και αποτελώντας κινηματογραφική εμπειρία, τα «Δολοφονικά Αμαξίδια» μπορεί να μην φτάνουν σε τέτοια επίπεδα εικόνας, αλλά καταφέρνουν να μην χάσουν ποτέ τη μπάλα όπως τη χάνει ο «Λευκός Θεός», καταφέρνουν το αμάλγαμα των ειδών που πραγματοποιούν να μην τους ξεφύγει σε αναληθοφάνεια. Και το ότι δεν τους ξεφεύγει, ενώ θα το δικαιούνταν, είναι ένα ακόμα συν που πρέπει να πιστωθεί στον Ατίλα Τιλ. Για να ξεφύγουν από τα όρια της εθνικής κινηματογραφίας, οι ταινίες χρειάζεται και αυτού του είδους την αναζήτηση, την αναζήτηση ιστοριών που δεν έχουν ειπωθεί, το στρέψιμο του βλέμματος σε περιοχές μη προφανείς. Αλλά αυτό αν δεν συνδυάζεται με ισχυρά κινηματογραφικά βλέμματα, όπως στην περίπτωση των συγκεκριμένων Ούγγρων σκηνοθετών, θα εξέπιπτε σε στείρο εντυπωσιασμό. Τίποτα το στείρο λοιπόν δεν υπάρχει στα «Δολοφονικά Αμαξίδια». Όλα είναι γόνιμα.

«Δολοφονικά Αμαξίδια» του Ατίλα Τιλ