Το κορίτσι του τίτλου είναι η σχεδόν δεκαεξάχρονη Λάρα, η οποία φιλοδοξεί να γίνει μπαλαρίνα. Η Λάρα, που έχει γεννηθεί με τα βιολογικά χαρακτηριστικά ενός αγοριού και που είχε αρχικά βαφτιστεί Βίκτορ, είναι διεμφυλική έφηβη, νιώθει κορίτσι, ντύνεται σαν κορίτσι, θέλει όλοι να της φέρονται όπως φέρονται στα κορίτσια και έχει ξεκινήσει τις διαδικασίες για εγχείριση αλλαγής φύλου, ώστε να φέρει σε όλο της το σώμα τα εξωτερικά γνωρίσματα του φύλου με το οποίο ταυτίζεται.

Ζει σε μονογονεϊκή οικογένεια, μαζί με τον εξάχρονο αδελφό της και τον πατέρα της. Για τη μητέρα της δεν θα μάθουμε τίποτα, δεν θα ακούσουμε τίποτα, δεν θα γίνει σε όλη τη διάρκεια της ταινίας η παραμικρή αναφορά, η παραμικρή νύξη. Η μητέρα της Λάρα δεν είναι καν ένα φάντασμα που στοιχειώνει με την παρουσία του τη ζωή της, η μητέρα της είναι σκέτη και απόλυτη απουσία, απουσία ως γεγονός, απουσία ως γεγονός που μοιάζει να μην έχει και την παραμικρή σημασία ή την παραμικρή επίδραση στη ζωή της, στη ζωή του αδελφού της (υποθέτοντας αν και όχι με απόλυτη σιγουριά ότι έχουν την ίδια μητέρα), στη ζωή του πατέρα τους, στη ζωή της οικογένειας.

Σε αντιστάθμισμα, η Λάρα έχει την τύχη να έχει έναν πατέρα που είναι παρών με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Αν του αποδώσουμε τον χαρακτηρισμό «ανοιχτόμυαλος», υπάρχει ο κίνδυνος να βλέπουμε το ζήτημα στενά και πολύ εξαρτημένα από το τώρα. Σε μερικά χρόνια η συμπεριφορά του πατέρα μπορεί να μην φαντάζει ανοιχτόμυαλη, αλλά η μόνη κοινωνικά αναμενόμενη και αποδεκτή. Όπως αντίστροφα μερικά χρόνια πριν (ή ενδεχομένως και για πάρα πολλούς ανθρώπους ακόμη και τώρα) η συμπεριφορά του πατέρα μπορεί να μην φάνταζε ανοιχτόμυαλη, αλλά σχεδόν εξωπραγματική. Οπότε ο χαρακτηρισμός «ανοιχτόκαρδος» είναι ένας χαρακτηρισμός πιο ανεξάρτητος από το χρόνο και τις αντιλήψεις της κάθε εποχής. Ο πατέρας της στέκεται δίπλα στη Λάρα ολόψυχα, αυθεντικά τρυφερά, χωρίς κρατούμενα και αστερίσκους.

Και μπορεί στη δική του στάση να εστιάζει η ταινία, μπορεί στη δική του στάση να έχουμε αρκετά δεδομένα για να προσθέσουμε το «ανοιχτόκαρδη» δίπλα στο «ανοιχτόμυαλη», αλλά η δική του στάση δεν παρουσιάζεται καθόλου ως ξεκομμένη από τη γενικότερη στάση του περίγυρου, της κοινωνίας, των θεσμών. Στο «Κορίτσι» η επιθυμία της Λάρα τόσο να αντιμετωπίζεται από όλους σαν κορίτσι και όχι σαν ένα αγόρι που ντύνεται με γυναικεία ρούχα, όσο και να προβεί σταδιακά στην επέμβαση αλλαγής φύλου, δεν συναντά ιδιαίτερα εμπόδια, δεν έρχεται αντιμέτωπη με ιδιαίτερες συγκρούσεις, δεν πραγματώνεται μέσα σε ένα εχθρικό περιβάλλον, αλλά σε ένα περιβάλλον αποδοχής και εν τέλει φυσικότητας. Αν είναι όντως αυτή η πραγματικότητα της βελγικής κοινωνίας σήμερα ή αν εξιδανικεύεται εσκεμμένα από τον Λούκας Ντοντ, προκειμένου η ιστορία της Λάρα να μην είναι η ιστορία ενός «θέλω» που αντιπαρατίθεται με προκαταλήψεις και προσκόμματα του έξω κόσμου, αλλά η έμφαση να δοθεί στον εσωτερικό της κόσμο, δεν είναι θέμα που είμαστε αρμόδιοι να κρίνουμε.

Εκτός βέβαια και αν έχουμε να κάνουμε με κάτι άλλο. Εκτός και αν το «Κορίτσι», είτε σκόπιμα είτε όχι, λειτουργεί ως καθρέφτης των δικών μας προκαταλήψεων ή εν πάση περιπτώσει των αντιλήψεων του 2018, όπου ακόμα τα ζητήματα του gender τώρα αρχίζουν να συζητούνται ευρύτερα και να γίνονται ευρύτερα κατανοητά.

Κατορθώνει να είναι μια ταινία, όπου επιτρέπει τις πιο διαφορετικές οπτικές γωνίες

Θέλω να πω, ίσως προσπερνάμε εύκολα και μας φαίνονται σχετικά αμελητέες καταστάσεις που συνιστούν εξωτερικά εμπόδια, που συνιστούν περισσότερο ή λιγότερο τραυματικές εμπειρίες. Η αρχική μετακόμιση της οικογένειας σε άλλη πόλη, μπορεί να έγινε για να φοιτήσει η Λάρα στη φημισμένη σχολή μπαλέτου, αλλά μπορεί να έγινε γιατί στο παλιό σχολείο και στην παλιά γειτονιά όλοι ήξεραν τη Λάρα ως Βίκτορ και δεν μπορούσαν να σηκώσουν την αλλαγή τόσο εύκολα. Το ότι ο εξάχρονος αδελφός σε μια στιγμή που θυμώνει αποκαλεί τη Λάρα Βίκτορ, σημαίνει ότι η εξωτερίκευση της δυσφορίας φύλου και η απαίτηση της Λάρα να αντιμετωπίζεται ως κορίτσι δεν μετρά πολλά χρόνια. Ο ίδιος πατέρας τον οποίο βλέπουμε ως ιδανικό, ίσως να μας έμοιαζε λίγο σπαστικός αν βρισκόμασταν σε μια άλλου τύπου ιστορία ενηλικίωσης, ίσως να εντοπίζαμε στοιχεία υπερβολικής ανησυχίας και άρα συναισθηματικής καταπίεσης πάνω στο παιδί του που είναι στην εφηβεία. Κυρίως όμως το μπούλινγκ που κάνουν σε μια σκηνή οι άλλες χορεύτριες στη Λάρα, είναι μια σκηνή την οποία αντιμετωπίζουμε σαν κάτι δευτερεύον και ήπιο, ενώ έχει όλα τα χαρακτηριστικά του τραύματος.

Και γενικότερα όμως, ακριβώς επειδή το «Κορίτσι» καβαλά το κύμα μιας εποχής και μιλά για ένα ζήτημα όπου οι αντιλήψεις δεν έχουν ακόμη παγιωθεί και όπου τα ιδεολογικά στρατόπεδα τώρα διαμορφώνονται, για ένα ζήτημα που ξεβολεύει δημιουργώντας αμηχανία σε πάρα πολλούς, το πώς θα δει κανείς τη Λάρα λειτουργεί επίσης ως ένα είδος δικού του καθρέφτη. Η Λάρα λοιπόν που θέλει πάρα πολύ δύο πράγματα. Να κάνει την εγχείριση και να γίνει μπαλαρίνα. Δεν θα μάθουμε αν θέλει να γίνει μπαλαρίνα επειδή αγαπά τόσο πολύ τον χορό ή αν μέσω αυτού του οχήματος θέλει να φτάσει στην πιο ιδεατή μορφή της θηλυκότητας. Η δασκάλα χορού θα της πει ότι υπάρχουν κατασκευαστικά χαρακτηριστικά στο σώμα που δεν μπορούν να αλλάξουν ούτε με επεμβάσεις. Κάθε που πάει να χορέψει η Λάρα προσπαθεί να χωρέσει τα πόδια της στις πουέντ, χωρίς να έχει την εξάσκηση ετών που έχουν τα άλλα κορίτσια. Κάθε που πάει να χορέψει η Λάρα, εκτός από τα πόδια της, καταπιέζει και τα γεννητικά της όργανα. Τους περνάει μονωτικές ταινίες. Να τα πνίξει, να μην φαίνονται, να μην υπάρχουν. Δεν το κάνει επειδή έχει ανάγκη να κρυφτεί από κανέναν. Από την ίδια κρύβεται. Το δικό της σώμα δεν αντέχει. Δεν αντέχει να έχει γεννητικά όργανα αγοριού. Τι κι αν ο ψυχολόγος της λέει ότι εκείνος ένα κορίτσι βλέπει απέναντί του, ότι δεν θα την κάνει κορίτσι η εγχείριση, ότι είναι ήδη κορίτσι.

Ματώνει τα δάκτυλα των ποδιών της με τις πουέντ, ματώνει τα γεννητικά της όργανα με τις ταινίες, η Λάρα δεν αντέχει το σώμα με το οποίο γεννήθηκε, η Λάρα στραβώνει και καταπνίγει το σώμα με το οποίο γεννήθηκε, η Λάρα βιάζεται να εγχειριστεί, η Λάρα βιάζεται να γίνει κανονική. Θα λατρέψεις τη δύναμή της και τη λαχτάρα της; Θα την αντιπαθήσεις; Θα τη λυπηθείς; Θα τη δεις με συγκατάβαση; Θα τη δεις με ανάμικτα συναισθήματα; Δεν θεωρώ το «Κορίτσι» ταινία μεγάλου βεληνεκούς. Αλλά εν μέρει λόγω θέματος και εν μέρει λόγω του τρόπου με τον οποίο αφηγείται την ιστορία της και του τι επιλέγει να συμπεριλάβει σε αυτή, κατορθώνει να είναι μια ταινία, όπου επιτρέπει τις πιο διαφορετικές οπτικές γωνίες ανάλογα με τη θέση που βρίσκεσαι εσύ και την κοιτάς, εσύ που δεν ένιωσες ποτέ ότι ζεις σε ξένο σώμα, με λάθος γεννητικά όργανα, με ένα τέτοιο θεμελιακό λάθος.