Στην Αλκυονίδα μπορεί οι νεώτεροι που αγαπούν τα multiplex να μην έχουν πάει ποτέ. Κρίμα. Γιατί μέχρι τον παρόντα χρόνο στην Αλκυονίδα μπορούσε να δει κάποιος καταπληκτικές ταινίες και αφιερώματα. Γενιές και γενιές σινεφίλ έχουν περάσει τις πόρτες του, γενιές έχουν συζητήσει, σκεφτεί και κρίνει μέσα σε αυτή την ιστορική αίθουσα. Η Αλκυονίς διαμόρφωσε ένα κοινό φανατικό που αγαπά την τέχνη του κινηματογράφου και τους σπουδαίους δημιουργούς. Κινδυνεύει να κλείσει γιατί αλλάζει χρήση. Στη θέση του πιθανώς θα γίνει ένα πολυκατάστημα, δε θα είναι και πρώτη φορά που το βλέπουμε αυτό. Στην περίπτωση της Αλκυονίδας -για να μη γίνει ακόμα μια φορά- αξίζει να υπερασπιστούμε το αυτονόητο. Να κρατήσουμε μια αίθουσα ιστορικής κινηματογραφικής μνήμης ζωντανή.

Ο Δήμος της Αθήνας ομόφωνα ψήφισε για τη διατήρησή του κινηματογράφου. «Το Δημοτικό Συμβούλιο της Αθήνας, υιοθετώντας τη σχετική γνωμοδότηση της 6ης Δημοτικής Κοινότητας και αναγνωρίζοντας την ιδιαίτερη ιστορική, καλλιτεχνική και κοινωνική αξία της Αλκυονίδας, δηλώνει ότι στέκεται στο πλευρό των κατοίκων και των καλλιτεχνών και θα διεκδικήσει από κοινού, ώστε η Αλκυονίδα να συνεχίσει να λειτουργεί αποκλειστικά ως κινηματογραφική αίθουσα τέχνης», γράφει ανάμεσα σε άλλα η ανακοίνωση του Δημοτικού Συμβουλίου.

Στη συνέχεια το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού αναγνωρίζοντας την προσφορά του ιστορικού κινηματογράφου «Αλκυονίς» στην κινηματογραφική τέχνη, απέστειλε στη Διεύθυνση Προστασίας και Αναστήλωσης Νεωτέρων και Σύγχρονων Μνημείων φάκελο για τη διερεύνηση των δυνατοτήτων χαρακτηρισμού της συγκεκριμένης κινηματογραφικής αίθουσας ως μνημείου και τόπου διατήρησης ιστορικής μνήμης. Στο φάκελο επισυνάπτεται το σχετικό αίτημα της Επιτροπής Διάσωσης της «Αλκυονίδας» με πρόεδρο τον σκηνοθέτη Βασίλη Βαφέα και μέλη κινηματογραφιστές, διανοούμενους και εκπροσώπους των κατοίκων της περιοχής και της δημοτικής κίνησης της Αθήνας «Ανοιχτή Πόλη» του Δήμου Αθηναίων. Η Υπουργός Μυρσίνη Ζορμπά υποστηρίζει τη σημασία της «Αλκυονίδας» ως χώρου νεότερης ιστορικής μνήμης και συμπαραστέκεται στο αίτημα της Επιτροπής Διάσωσης του κινηματογράφου, που μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι όπως λειτουργεί σήμερα η «Αλκυονίδα»: «προσδίδει στον κινηματογράφο χαρακτηριστικά ενός θύλακα ιδιαίτερου πολιτιστικού ενδιαφέροντος σε μια περιοχή που ταλαιπωρείται από συνεχή υποβάθμιση και απαξίωση. Η ευχή όλων είναι να μη μείνουμε σε ωραίες διατυπώσεις».

Ένας κινηματογράφος, μια συναρπαστική ιστορία

«Πολύ καλά νέα απ’ τη πατρίδα. Είναι παρήγορο που μέσα σ’ αυτούς τους μαύρους καιρούς, υπάρχουν άνθρωποι που προσπαθούν να σώσουν τον πολιτισμό του τόπου», είχε πει ο Κώστας Γαβράς όταν έμαθε για την επαναλειτουργία του ιστορικού κινηματογράφου «Αλκυονίς» το φθινόπωρο του 2014.

Κόντρα στην κρίση, ο Βελισάριος Κοσσυβάκης, μετατρέπει ξανά την Αλκυονίδα, που υπήρξε για πολλά χρόνια το θέατρο του Γιώργου Μεσσάλα σε κινηματογραφική αίθουσα. Στο πλευρό του βρίσκονται όλοι, σινεφίλ και άνθρωποι του κινηματογράφου, ο κινηματογράφος κάνει πρεμιέρα με το εμβληματικό έργο του Ζαν Ρενουάρ Η Χρυσή Άμαξα με πρωταγωνιστές τους Anna Magnani, Odoardo Spadaro, Duncan Lamont και μέχρι πρόσφατα συνεχίζει με ένα εξαιρετικό πρόγραμμα ταινιών και αφιερωμάτων.

«Η λογική μας είναι η αίθουσα να υπηρετεί το κοινό της, κι όχι το κοινό την αίθουσα», υποστηρίζει ο επίμονος  Βελισάριος Κοσσυβάκης.

Η ιστορική αίθουσα έκανε πρεμιέρα στην Ιουλιανού 42, κοντά στην πλατεία  Βικτωρίας, το 1969, μέσα στη χούντα. Το ισόγειο της νεόδμητης τότε μεγάλης πολυκατοικίας είχε αποφασιστεί από τον πολιτικό μηχανικό Βαγγέλη Σιδέρη να λειτουργήσει ως κινηματογραφική αίθουσα. Χρειάζεται πολύ λίγος χρόνος για να γίνει το κέντρο του ενδιαφέροντος του κινηματογραφόφιλου κοινού και πολύ περισσότερο, το κέντρο της ανεξάρτητης κινηματογραφικής δημιουργίας.

Τη διεύθυνση ανέλαβε ο φίλος του, οικονομολόγος Μίμης Μανωλάκος και την επιλογή των ταινιών ο νεαρός δημοσιογράφος/κριτικός κινηματογράφου της εφημερίδας «Θεσσαλονίκη», Χρίστος Χριστοδούλου. Μετά τα πρώτα δειλά βήματα, αποφασίζεται η Αλκυονίς να οδηγηθεί σ’ ένα πρόγραμμα ταινιών ακραιφνώς καλλιτεχνικού περιεχομένου. Οι ευρωπαϊκές ταινίες των μεγάλων δημιουργών κυριάρχησαν στα δύο πρώτα χρόνια λειτουργίας της: Μπέργκμαν, Αντονιόνι, Γκοντάρ, Φελλίνι, Τρυφό, Ρόζι, Παζολίνι, Ντράγερ, Βισκόντι κ.α.

Η Αλκυονίς, όμως, αποφασίζει να εισάγει και η ίδια ταινίες, που θα προορίζονταν για αποκλειστική προβολή στην αίθουσά της. Έτσι, το νεότερο αθηναϊκό κοινό γνωρίζει τον Αϊζενστάιν από τις ταινίες «Ιβάν ο Τρομερός», «Αλέξανδρος Νιέφσκι» που προβάλλονται για πρώτη φορά, τον Μίκλος Γιάντσο στις ταινίες «Νικημένοι», «Ο ήχος της σιωπής», τον Ναγκίσα Οσίμα με την «Τελετή» και άλλους σπουδαίους σκηνοθέτες, άγνωστους όμως στο κοινό της πρωτεύουσας. Διακριτή, ωστόσο, ήταν και η παρουσία του ελληνικού κινηματογράφου, που από αυτή την εποχή αρχίζει να εμφανίζει έργο ανάλογο μ’ αυτό του καλλιτεχνικού ευρωπαϊκού κινηματογράφου.

Από το 1971 και μέχρι την πτώση της δικτατορίας το 1974, γεγονότα αποτέλεσαν οι προβολές ελληνικών ταινιών, με αντισυμβατική γραφή και περιεχόμενο, ως σχεδόν πολιτική πράξη απέναντι στη δικτατορία. Φτάνουμε στο 1971. Μία χρονιά που καταγράφεται μία πολύ μεγάλη επιτυχία στην αίθουσα: κατ’ αποκλειστικότητα προβάλλεται η «Αναπαράσταση» του Θ. Αγγελόπουλου, που αγγίζει τα 11.000 εισιτήρια μόνο την πρώτη εβδομάδα προβολής της. Ανάλογο αριθμό πέτυχαν το «Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο» του Παζολίνι και ο «Ιβάν ο Τρομερός» του Αϊζενστάιν.

Από την περίοδο αυτή και μέχρι την πτώση της δικτατορίας το 1974, γεγονός αποτέλεσε η προβολή ελληνικών ταινιών, με αντισυμβατική γραφή και περιεχόμενο, ως σχεδόν πολιτική πράξη απέναντι στη δικτατορία: «Κρανίου Τόπος» του Αριστόπουλου, «Μέρες του ‘36» του Αγγελόπουλου, «Άσπρο Μαύρο» των Ρεντζή και Ζερβού, οι οποίες πυροδότησαν κλίμα έντονα αντιδικτατορικό, εντός της αίθουσας, με κορύφωση την προβολή, της δύο φορές κομμένης από τη λογοκρισία, ταινίας «Ο Βαρθολομαίος» του Μανούσου Μανουσάκη (χαμένης σήμερα) και με άδεια για προβολή σε μία μόνο αίθουσα. Η Αλκυονίδα γέμισε από κόσμο, όπως όμως και όλη η Ιουλιανού, όπου το τραγούδι του Γιάννη Μαρκόπουλου «Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί», ως υπόκρουση της ταινίας, ακούγονταν από όλους και δονούσε το κτήριο και ο δρόμος. Έτσι προέκυψε και το ανέκδοτο της εποχής:

«Γιατί οι ασφαλίτες μετέρχονται άλλον τρόπον και δεν εισβάλλουν ένα βράδυ στην Αλκυονίδα, για να έχουν στο χέρι τους όλους τους αντιστασιακούς μαζεμένους;».

Με την πτώση της Χούντας και την υποχώρηση της αυστηρής λογοκρισίας  παρουσιάζεται το σύνολο σχεδόν της πρωτοπορίας του Σοβιετικού κινηματογράφου. Αϊζενστάιν, Μπουτόβκιν, Ντοβζένκο. Συνεχίζεται δε η παρουσίαση των νέων τάσεων του παγκόσμιου κινηματογράφου: Ουμπέρτο Σόλας, Αλέα, Λίτιν κ.α. Ταυτόχρονα, το ελληνικό πρόγραμμα, καθ’ όλη τη λειτουργία της Αλκυονίδας, πάντα κατείχε το 1/3 του συνόλου των προβολών, για κάθε χρονιά.

Η Αλκυονίδα αρχίζει αυτή την εποχή συνεργασία με πρεσβείες χωρών (που θα συνεχιστεί μέχρι τέλους) των οποίων ο κινηματογράφος δεν ήταν ευρέως γνωστός στην Ελλάδα. Έτσι, κάθε χρονιά έχουμε δύο τουλάχιστον αφιερώματα σε εθνικές κινηματογραφίες: Μεξικού, Πορτογαλίας, Βουλγαρίας, Τσεχοσλοβακίας, Πολωνίας, Αργεντινής, Κούβας. Εν τω μεταξύ, στα μέσα του ’70, αναλαμβάνει υπεύθυνος για την επιλογή των ταινιών ο Ζήνος Παναγιωτίδης, φοιτητής τότε της φιλοσοφικής σχολής.

Η λειτουργία μεταμεσονύκτιας ζώνης, κάθε Σάββατο, με ταινίες αντισυμβατικής φόρμας και περιεχομένου σταμάτησε μετά από μία επεισοδιακή βραδιά, αφιερωμένη στον ερωτισμό.  Η Αλκυονίδα συνεργάζεται (1978-1981) με τον κριτικό κινηματογράφου Διαμαντή Λεβεντάκη, ο οποίος διαχειρίζεται ένα μεγάλο αριθμό ταινιών του νέου ελληνικού κινηματογράφου και κάθε Κυριακή πρωί, τις παρουσιάζει με αναλυτική εισαγωγή, ενώ ακολουθεί συζήτηση με το σκηνοθέτη. Από τα ξεχωριστά γεγονότα της δεκαετίας του ’80: η παρουσίαση μέσα σε τρία χρόνια των περισσότερων ταινιών του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, η λειτουργία απογευματινής ζώνης κάθε Σάββατο και Κυριακή, με τίτλο «Ζήτω οι επαναλήψεις», όπου επανήλθαν στην επικαιρότητα, ταινίες ξεχασμένες των εταιρειών διανομής, η λειτουργία μεταμεσονύκτιας ζώνης, βασισμένη πάνω σε ιδέα του Γιάννη Σολδάτου, κάθε Σάββατο, με ταινίες αντισυμβατικής φόρμας και περιεχομένου.

Χαρακτηριστικό είναι πως η ζώνη αυτή σταμάτησε τις προβολές της μετά από μία επεισοδιακή βραδιά, αφιερωμένη στον ερωτισμό, με καλεσμένους τους Νίκο Κούνδουρο, Γιάννη Τσαρούχη, Γιώργο Βέλτσο και συντονιστή τον Γιάννη Σολδάτο. Μία βραδιά που, πολύ απλά, δεν άρχισε ποτέ! Ο κόσμος είχε ασφυκτικά γεμίσει την αίθουσα, καθώς και όλη την Ιουλιανού, μεταξύ Αριστοτέλους και Φυλής. Η αστυνομία ήρθε και διακριτικά διεμήνυσε να μη συνεχιστούν οι μεταμεσονύκτιες προβολές. Το γεγονός ήταν στις κύριες ειδήσεις των καλλιτεχνικών στηλών στις εφημερίδες της επόμενης μέρας. Στην Αλκυονίδα πρότειναν ταινίες, έγραφαν εισαγωγικά και αφιερώματα οι θεωρητικοί του κινηματογράφου Βασίλης Ραφαηλίδης, Ν. Φ. Μικελίδης, Ανδρέας Τύρος.

Όμως στις αρχές του ’90, η πολιτική των γραφείων διανομής αλλάζει και η Αλκυονίδα αδυνατεί να προβάλει τις ταινίες που θέλει. Κλείνει, τη θέση της δίνει σε ένα θέατρο και το 2014 μετατρέπεται ξανά σε κινηματογραφική αίθουσα.

Αυτή τη φορά πρέπει να σωθεί και να μην ξανακινδυνεύσει ποτέ.