Σπουδαίος εικαστικός, συγγραφέας και σκηνοθέτης, μια από τις μεγαλύτερες μορφές του ευρωπαϊκού θεάτρου και πνευματικός πατέρας μιας ολόκληρης γενιάς κορυφαίων Πολωνών σκηνοθετών -ανάμεσά τους ο Κρίστοφ Βαρλικόφσκι, ο Γκζέγκορζ Γιαρζίνα, ο Γιαν Κλάτα, η Μάγια Κλετσέβσκα- ο Κρίστιαν Λούπα (γενν. 1943) έρχεται στη Στέγη με τη Δίκη, μια 5ωρη παράσταση-κραυγή για τα φαινόμενα λογοκρισίας, που πληθαίνουν στην Πολωνία και την καθιστούν δαιδαλώδες, ασφυκτικό, καφκικό τοπίο.

«Στα νιάτα μου διάβαζα Κάφκα φανατικά. Μέχρι σήμερα, τον χρησιμοποιούμε σαν παράδειγμα στην Ακαδημία. Αλλά ποτέ δεν ήθελα να είμαι η φωνή του Κάφκα, ο εκφραστής της απόγνωσής του στη σκηνή. Ο Κάφκα δεν δίνει ελπίδα, δεν αφήνει περιθώριο σε καμία ψευδαίσθηση. Αν και, λέγεται, ότι, όταν διάβαζε εκείνος τα έργα του, δεν μπορούσε να σταματήσει να γελάει», σημειώνει ο Λούπα.

Οι πρόβες της Δίκης ξεκινούν το 2016 στο Teatr Polski, μία από τις πιο σημαντικές εστίες θεατρικής δημιουργίας στην Πολωνία, με ένα από τα πιο ονομαστά ανσάμπλ ηθοποιών. Η αποπομπή, όμως, του καλλιτεχνικού διευθυντή Krzysztof Mieszkowski και ο διορισμός του Τσέζαρι Μοράφσκι στη θέση της διεύθυνσης του Polski, που συμμερίζεται τα πιστεύω της ακραίας συντηρητικής, εθνικιστικής κυβέρνησης της Πολωνίας, είχε ως αποτέλεσμα να κόψει τους δεσμούς του ο Λούπα με το ιστορικό θέατρο, μια κίνηση-δήλωση από τον γενάρχη του σύγχρονου Πολωνικού θεάτρου, καθώς θα ήταν αδύνατο να δημιουργήσει την παράσταση σε συνθήκες πλήρους καλλιτεχνικής ελευθερίας. Οι εξελίξεις αυτές προκάλεσαν μεγάλες αντιδράσεις εντός και εκτός Πολωνίας. Υπέρ της απομάκρυνσης του Μοράφσκι τάχθηκαν με ψήφισμα 10.000 άνθρωποι, μεταξύ των οποίων και ο Πίτερ Μπρουκ, η Ζυλιέτ Μπινός και η Ιζαμπέλ Ιπέρ. Ο Κρίστιαν Λούπα χαρακτήρισε «εφιαλτικό» το διορισμό του Μοράφσκι σε ένα από τα πιο φωτεινά θέατρα της χώρας, ενώ δήλωσε ότι πρόκειται για:

«μια μάχη ανάμεσα στην εθνική συντηρητική κουλτούρα του Καθολικισμού και την ανεξάρτητη καλλιτεχνική δημιουργία» [1] .

Μετά από κάποιους μήνες, με τους ηθοποιούς από το Teatr Polski, που έφυγαν κι εκείνοι από το θέατρο, με την υποστήριξη θεάτρων στη Βαρσοβία και το εξωτερικό (η Στέγη ανήκει σε αυτούς τους οργανισμούς) και με κύριο παραγωγό το Nowy Theatr -το θέατρο όπου καλλιτεχνικός διευθυντής είναι ο μαθητής του, Κριστόφ Βαρλικόφσκι-, ο Λούπα ξαναδουλεύει τη Δίκη. Που, φυσικά, φέρει τις ουλές αυτής της αδιανόητης διαδρομής. Έτσι, η απελπισία του πρωταγωνιστή Κ. μπροστά στην αδιαπέραστη εξουσία είναι η απελπισία που πολλοί δημιουργοί του θεάτρου και πολλοί απλοί άνθρωποι βιώνουν στην Πολωνία. Η πρεμιέρα της Δίκης στο Nowy Theatr τον Νοέμβριο του 2017 είναι σίγουρα μια συγκινητική, ιστορική στιγμή. Το ίδιο διάστημα, οι πιο σημαντικοί ηθοποιοί του Teatr Polski έφυγαν ή εκδιώχθηκαν από το θέατρο και δημιούργησαν το Teatr Polski Underground, με την πίστη σε ένα ελεύθερο θέατρο ουσίας.

Ο Λούπα θέτει στη Δίκη τους θεατές στη θέση του κατήγορου, που γίνεται μάρτυρας της βασανιστικής παρακμής του σώματος και της ψυχής επί σκηνής:

«Όλος αυτός ο παράδοξος, δημαγωγικός λόγος, που υιοθετούν οι εξουσίες στη λογιστική ανάμεσα στο κράτος και τον πολίτη, όλο αυτό θυμίζει εντυπωσιακά το καφκικό μοντέλο, μαζί με τον παραλογισμό και την αίσθηση του πανικού, τη ματαιότητα της υπεράσπισης και την απώλεια της αίσθησης της πραγματικότητας που αντιμετωπίζουμε σήμερα. Όλα αυτά είναι καφκικά στοιχεία. Τη στιγμή που παρατηρήσουμε αυτά τα στοιχεία μεμονωμένα, μπορούμε να προσφέρουμε έναν τρόπο κατανόησης της πραγματικότητας στον θεατή. Και ανάποδα. Η πραγματικότητα μας δίνει ένα διαφορετικό ερμηνευτικό σχήμα για να ξαναδιαβάσουμε το έργο του Κάφκα. Είναι αμφίδρομη αυτή η σχέση».

Η διεθνής κριτική αντιμετώπισε την παράσταση όχι μόνο ως καλλιτεχνικό γεγονός αλλά και ως πράξη αντίστασης ενάντια σε κάθε είδους ανελευθερία. Παρά τις επιμέρους αντιρρήσεις, οι κριτικοί φαίνεται να συμφωνούν ότι πρόκειται για εγχείρημα που σκαλίζει ένα ανυπόφορο τραύμα. «Ο τρόπος με τον οποίο οι ηθοποιοί του Λούπα μιλούν και κινούνται στη σκηνή θυμίζει χαλασμένο φωνογράφο, που επαναλαμβάνει την άρρητη φρίκη της ανθρωπότητας σε έναν μονότονο, αδιάφορο τόνο. Η δραματουργία του Λούπα εικονοποιεί ένα επίπεδο τερέν χωρίς ορίζοντα. Οι χαρακτήρες περιπλανιούνται σε αυτήν την έρημη γη, χωρίς σκοπό, απεγνωσμένα, με μια λάβα πυρακτωμένη που καίει υπόγεια, και η οποία, ωστόσο, παραμένει αόρατη και αθόρυβη», γράφει ο KaiChieh Tu στο The Theatre Times. «Μια παράσταση βραδυφλεγούς ακρίβειας. Το πρώτο και το τρίτο μέρος της Δίκης παγιδεύουν με θαυμαστό τρόπο τον θεατή στον εφιάλτη του πρωταγωνιστή», σημειώνει για τη Δίκη η Laura Cappelle στους Νew York Times, ενώ η Malwina Głowacka στο teatralny.pl μιλάει για μια «δύσκολη, απαιτητική εμπειρία που προκαλεί αμφιλεγόμενα συναισθήματα», μια εμπειρία «οδυνηρή, αν και τόσο συναρπαστική».

To θέατρο ως χώρος απεριόριστης καλλιτεχνικής ελευθερίας αλλά και ως μέσο εξερεύνησης της βαθιάς κρυμμένης αλήθειας συνιστά το σπουδαιότερο κίνητρο δημιουργίας για τον Λούπα και τους συνεχιστές του. Γι’ αυτό και η Δίκη έχει ξεχωριστή θέση στην ιστορία του Πολωνικού και Ευρωπαϊκού θεάτρου. Η παράσταση αυτή βεβαίως, πέρα από την πολιτική της σημασία, είναι μια μοναδική ευκαιρία να έρθει το κοινό σε επαφή με το έργο αυτού του τόσου επιδραστικού δημιουργού [2]. Ενός δημιουργού που έζησε μια δύσκολη παιδική ηλικία, που μετέπειτα δήλωσε ότι η σχέση των γονιών του ήταν σαν βγαλμένη από έργο του Μπέρνχαρντ (καθόλου τυχαίο ότι είναι ένας από τους συγγραφείς που ανέβασε στο θέατρο επανειλημμένα), που, ως παιδί, δημιούργησε με τη φαντασία του έναν τόπο, τη Juskunia, με τη δική της γλώσσα και τους δικούς της θεούς, «ένα καταφύγιο από τους γονείς, μια φυγή από το αυστηρό τους βλέμμα, μια σφαίρα ελευθερίας, όπου δεν μπορούσαν να εισέλθουν». Ένας από τους κατοίκους της Juskunia ήταν και ο Πικάσο:

«ο Πικάσο ήταν ένας θεός για μένα. Δεν ήμουν τόσο μεγάλος φαν της ζωγραφικής του. Περισσότερο μου άρεσε η στάση του ως καλλιτέχνη. Ήταν ένας αυτοκράτορας της δικής μου Juskunia. Ανήκε σε αυτόν τον μυθικό τόπο, όπου κάθε πράξη ελεύθερης, δημιουργικής βούλησης ήταν ό,τι πιο σημαντικό [3]».

Ο Λούπα αναγνώριζε στον Τάντεους Κάντορ και τον Καρλ Γιούνγκ δύο βασικές επιρροές, ενώ έχει πει ότι στόχος του πάντα είναι να «δημιουργεί κόσμους στα σύνορα της φαντασίας και της σκέψης». Η αποκάλυψη των μη ορθολογιστικών μηχανισμών της ανθρώπινης ψυχής διατρέχει σαν νήμα το έργο του. Στις παραστάσεις του δημιουργεί ο ίδιος συνήθως και το εικαστικό και το δραματουργικό υλικό (στη Δίκη υπογράφει τη διασκευή, τη σκηνοθεσία, τη σκηνογραφία και τους φωτισμούς), συνθέτοντας μοναδικά σκηνικά τοπία.

Η ενασχόλησή του με το μυθιστόρημα και η ανάδειξή του ως σημαντικού αφηγηματικού υλικού αναγνωρίστηκε και από την κριτική επιτροπή του Ευρωπαϊκού Βραβείου Θεάτρου, που το 2009 του απένειμε βραβείο για τη συνολική του προσφορά στο θέατρο. «O Λούπα έχει το στίγμα της πολιτιστικής παράδοσης της κεντρικής Ευρώπης, από την οποία ξεκινά, εξελίσσοντάς την στο σημείο όπου την καθιστά όραμα του κόσμου. Ένα θέατρο όπου το μυθιστόρημα, από τον Φίοντορ Ντοστογιέφσκι ως τον Ρόμπερτ Μούζιλ και τον Τόμας Μπέρνχαρντ αναβιώνει, χωρίς να χάνει με κανέναν τρόπο, την επική του διάσταση ή την ανθρώπινη πυκνότητά του. Ένα θέατρο αναπόδραστης συνθλιβής, που συνοδεύεται από μεταστροφές και έναν γαλαξία λέξεων που χρησιμοποιείται για να φωτίσει τις ανθρώπινες συμπεριφορές, να αμφισβητήσει τη μοίρα, να νομιμοποιήσει τον φόνο ή να εξηγήσει το πάθος», αναφέρει η επιτροπή. Και συνεχίζει: «Σαν σκηνοθέτης, που ανήκει στην παράδοση των ‘Θεάτρων Τέχνης’, επιβεβαιώνει το πάθος του για τις λέξεις και την αδιαπραγμάτευτη εστίασή του στους ηθοποιούς. Οι ηθοποιοί είναι, για την ακρίβεια, στο κέντρο του έργου του».

Οι ηθοποιοί-ιερά τέρατα του Λούπα, μέσα από αυτοσχεδιασμούς, τη γραφή εσωτερικών μονολόγων και πολύμηνες πρόβες καλούνται να σκάψουν βαθιά στον πυρήνα της ύπαρξής τους, ‘στην καρδιά των βιωμάτων τους’, κατά την έκφραση του μεγάλου σκηνοθέτη. Η δύναμη της υποκριτικής τους, που συχνά η κριτική τη χαρακτηρίζει «αόρατη» ή «διαφανή», επιτυγχάνεται μέσα από μια ολοκληρωτική ένωση με τα πρόσωπα που ερμηνεύουν. Μέσα από μια ιδιαίτερη διαχείριση του χρόνου –υπάρχει ένα είδος διάτασης του χρόνου στο σύμπαν του Λούπα- περιπλανιούνται στις πιο ακρινές γωνιές των προσώπων που υποδύονται. Η θέαση-συμμετοχή σε μια τέτοια εμπειρία είναι απαιτητική και ταυτόχρονα αποκαλυπτική για τον θεατή. Που, αν αφεθεί, μαγνητίζεται. Υπνωτίζεται. Συνυπάρχει. Χαράσσεται. Γιατί, ναι, ακόμη κι αν αντιστέκεται, είναι αδύνατο να βγει αλώβητος από τον σκηνικό κόσμο του Κρίστιαν Λούπα. Το σημάδι θα είναι εκεί.

[ 1 ] “Culture wars in Poland: Teatr Polski actors revolt against new director” by Rob Sharp, The Guardian, 13.3.2017

[ 2 ] Δουλειές του Κρίστιαν Λούπα έχουμε δει στην Ελλάδα δύο φορές στο παρελθόν: το Τάδε έφη Ζαρατούστρα του Νίτσε από το Εθνικό θέατρο της Κρακοβίας «Stary», το 2004, στο Φεστιβάλ Αθηνών και το Ρίττερ, Ντένε, Φος του Μπέρνχαρντ από το «Stary» πάλι, το 2011, στα 46α Δημήτρια.

[ 3 ] Από συνέντευξη του Krystian Lupa στον Krzysztof Mieszkowski, με τίτλο «Juskunia», στο περιοδικό «Νotatnik Teatralny», 1999, τομ. 18-19, αναδημοσιευμένη στο Krystian Lupa: Rozmowy/Conversations, Notanik Teatralny, 2009, σελ. 236-265.

Info παράστασης:

Η Δίκη | 6 – 10 Μαρτίου 2019 | Κεντρική Σκηνή, Στέγη Ιδρύματος Ωνάση