Πέτυχα τον συγγραφέα Θωμά Κοροβίνη ενώ ετοίμαζε τις βαλίτσες του για το κτήμα του στο Πήλιο. Εκεί, για έβδομο καλοκαίρι, θα γίνει η καθιερωμένη συνάντηση λογοτεχνίας και μουσικής. Φέτος το θέμα είναι μια σκυταλοδρομία ελληνικού ερωτικού λόγου. Λογοτέχνες από όλη τη χώρα θα διαβάσουν δικά τους αδημοσίευτα κείμενα με θέμα τον «έρωτα». «Έρως Αιέν» ο φετινός τίτλος και συνοδεύεται από μουσικές και σονέτα του Σαίξπηρ.

«Θα μου χαρίσετε μερικές ιστορίες;», τον ρώτησα διστακτικά, σαν να του ζητούσα ένα χορό με τις λέξεις, τις εικόνες και το παρελθόν. Μου έγραψε μια φράση: «Αγαπητή μου Αργυρώ, μ’ έβαλες να κολυμπήσω στα βαθιά».

Και μας χάρισε έντεκα μικρές, πολύτιμες ιστορίες.

Σε μια σχολική τάξη το 2000
Την Πρωταπριλιά του 2000 και ενώ δίδασκα Ιστορία στην Γ΄Λυκείου, στο χωριό Άγιος Αθανάσιος Θεσσαλονίκης, άφησα τον εαυτό μου να γκρεμιστεί από την έδρα και σωριάστηκα στα μωσαϊκά. Έχω και σχεδόν 1 και 90 ύψος. Σάλος, πανικός, κλάματα και αναστάτωση. Ήταν καθ’ οδόν το Α’ Βοηθειών, όταν τους φανέρωσα τη χοντροκομμένη πλάκα. Ήταν ένα σοφά σκηνοθετημένο και πολύ πειστικό θεατρινίστικο πρωταπριλιάτικο αστείο. Είχα χτυπήσει με το πέσιμο. Και τους είχα συνταράξει τους μαθητές μου. Μα τα όσα μου είχαν κάνει εκείνη τη χρονιά τα παλιόπαιδα, ήταν ανεκδιήγητα. Αγαπιόμασταν και πολύ. Τα χρειάστηκαν. Έτσι πήρα μια μικρή εκδικησούλα, πρωτοτυπώντας και με το έθιμο.

«Ίσως να είμαι ισόβιος αιχμάλωτος μιας απώλειας που δεν την έζησα άμεσα και δεν ευθύνομαι γι’ αυτήν»

Ένας έρωτας που αποκαλύφθηκε μπροστά μου
Δεν το θυμάμαι με λεπτομέρειες, διατηρώ όμως θερμή την αίσθηση. Κάποτε η ηθοποιός Δέσπω Διαμαντίδου, σπουδαία προσωπικότητα, κοσμοπολίτισσα και πρώιμη Ελληνίδα σουφραζέτα, με την οποία είχαμε καλή γνωριμία, μου αφηγήθηκε πώς αντιλήφθηκε μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, τον ακαριαίο έρωτα ανάμεσα στη Βουγιουκλάκη και τον Παπαμιχαήλ, ενώ έπαιζαν και οι τρεις τους στη σκηνή του Κρατικού θεάτρου κι ενώ ήταν και η ίδια ερωτευμένη -και τα είχαν- με τον Δημήτρη. – Και τι κάνατε, κυρία Δέσπω; Δεν τον διεκδικήσατε; την ρώτησα. -Όχι, αγόρι μου. Πόνεσα βέβαια πολύ, αλλά κατάλαβα ότι εκείνη την ώρα μιλούσε το πεπρωμένο. Και αποχώρησα. Η ιστορία αυτή διδάσκει το μεγαλείο της υπέρβασης. Και τη λέω στη μνήμη της Δέσπως.

Μια ξαφνική μπόρα στη Θεσσαλονίκη
Θυμάμαι κάτι καταποντισμούς χειμερινούς στη Σαλονίκη του παλιού καιρού, που δε βλέπω πια να επαναλαμβάνονται. Το μάτι μου είχε σκαλώσει σε μια τέτοια μπόρα -φοιτητής ήμουνα –  στο σουλούπι του ποιητή Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου. Είχε σταθεί σε μια γωνιά στην παλιά παραλία, μουσκεμένος ολόκληρος, με μια γκρίζα καπαρντίνα, τουρτουρίζοντας. Σα να ‘θελε να τιμωρήσει τον εαυτό του ο μεγάλος μας λυρικός ποιητής. Όποτε μου ‘ρχεται η σκηνή, τον μνημονεύω και προσεύχομαι γι’ αυτόν με στίχους του που έχω αποστηθίσει: «Καμιά σκαπάνη μουσικού δεν θα σε βρει τόσο βαθιά στο αίμα. Προσευχηθείτε για τις σκοπιές που αγρυπνούν».

«Μ’ αρέσουν οι ιστορίες που αφηγούνται φλογερά πάθη, έρωτος ή αίματος»

Ο χαμένος αδερφός
Ίσως να είμαι ισόβιος αιχμάλωτος μιας απώλειας που δεν την έζησα άμεσα και δεν ευθύνομαι γι’ αυτήν, μου κόστισε όμως πολύ όταν μου αποκαλύφτηκε. Στα δεκαπέντε μου η μάνα μου μού φανέρωσε απρόσμενα ότι απέβαλε το 1956, χάνοντας ένα αγοράκι λίγο μικρότερό μου. Θυμάμαι που την είχα άδικα μαλώσει. Η γυναίκα δούλευε σκυλίσια στην ταβέρνα μας απ’ τα χαράματα ως τα μεσάνυχτα. Από τότε ψάχνω τον χαμένο αδερφό, θαρρείς κι αν υπήρχε, τάχα η ζωή μου θα ‘ταν αλλιώτικη, θα ‘χα ένα στήριγμα να το πιστεύω. Λες και δε βλέπω τι γίνεται γύρω μου με τους στενούς συγγενείς. Αλλά να, θαρρούμε πως αυτό που λείπει θα μπάλωνε τη μεγάλη τρύπα. Δεν είμαι καλομαθημένο μοναχοπαίδι. Έχω μια αδερφή, πολύ καλή, και στο διάβα της ζωής μου απέκτησε αρκετά «καρντάσια», φίλους πιστούς, μα αυτή η πληγή είναι αγιάτρευτη, σα να τραγουδώ πάντα το τραγούδι του νεκρού αδερφού. Πιθανόν έτσι να δίνω μια εξήγηση γιατί, -ενώ δασκαλευόμουν από παιδί απ’ τους ώριμους, από έφηβος ακόμη και μέχρι σήμερα που γερνώ, χνωτιζόμουν και ταίριαζα πιο πολύ με τους ώριμους έφηβους και τους ανθηρούς νέους. Μπορεί πάλι να μιλάει μέσα μου κι ο δάσκαλος, ή και ο πατέρας που συμπληρώνεται απ’ τους γιους που δεν επέλεξε ή δεν αξιώθηκε να αποκτήσει.

«Είμαι τύπος συμποσιακός, της τάβλας»

Ο Βισκόντι με συγκλόνισε και με συγκλονίζει πάντα
Στο χωριό μου, τη Νέα Μηχανιώνα Θεσσαλονίκης, είχαμε και χειμερινό και θερινό σινεμά. Με τον κινηματογράφο είμαι δεμένος πολύ. Ο Βούλγαρης ο Παντελής, που είναι φίλος μου, μου ‘χει τάξει να με βάλει να παίξω. Για να δούμε. Παλιό όνειρο κι αυτό.  Έχω δει άπειρες ταινίες. Η πρώτη που με συγκλόνισε και με συγκλονίζει πάντα, και που την είδα πολύ μικρός, είναι ο «Ρόκκο και τ’ αδέρφια του», του Βισκόντι. Δεν ήταν μόνο οι απαράμιλλοι στους ρόλους τους ηθοποιοί, η Παξινού, ο Σαλβατόρε, η Ζιραντό, ήταν ότι ο σκηνοθέτης είχε ανεβάσει σε ένα υψηλό επίπεδο ποιητικού δράματος, κάνοντας  τέχνη αξιώσεων, αυθεντικά κομμάτια της ρημαγμένης ζωής των μεταναστών και των βιοπαλαιστών που καταφεύγουν μοιραία και στο περιθώριο. Υπερβαίνοντας τα μελοδράματα ρουτίνας που μας έτρεφαν τότε εμάς τους λαϊκούς ανθρώπους, ελληνικά, τουρκικά, ινδικά. Με εξαίρεση το εξ ανατολών προλεταριακό τραγικό έπος «Γη ποτισμένη με ιδρώτα», με την εξαίσια Ναργκίς που με καθήλωσε.

Ένα βιβλίο φυλαχτό και τα άλλα που ζήλεψα
Ένα βιβλίο που θυμάμαι να με έχει διδάξει, από πολλές πλευρές και να με είχε μαγέψει από μικρό, όταν έκανα τον αναγνώστη στην εκκλησία, είναι το «Ψαλτήριον» του προφητάνακτος Δαβίδ. Έχω ζηλέψει τον Μάρκες, «Τα εκατό χρόνια μοναξιάς». Και τον Καβάφη.

«Η πιο πολύτιμη και πιο δύσκολη είναι η τέχνη της επικοινωνίας, εκεί οι πιο πολλοί τα κάνουμε θάλασσα»

Αυτές οι ιστορίες μου αρέσουν…
Από ιστορίες είμαι φουλ. Και δικές μου και άλλων. Μερικές είναι απίστευτες. Μ’ αρέσουν οι ιστορίες που αφηγούνται φλογερά πάθη, έρωτος ή αίματος. Η τεχνολογία, φοβάμαι, τα ‘χει ρημάξει αυτά.

Μια γιορτή στον Άη Μάμα
Είμαι τύπος συμποσιακός, της τάβλας. Τι να πρωτοπώ. Το ’83 σ’ ένα πανηγύρι στον Άη Μάμα Χαλκιδικής, ένα λεβεντόπαιδο, χωρικός, έριξε μια ζεϊμπεκιά και μια αρραβωνιασμένη παράτησε τον μνηστήρα και ακολούθησε τον χορευταρά ενώπιον όλων. Έγινε κόλαση μετά. Θα μπορούσα να το κάνω αφηγηματικό παραμύθι. Πάντα κάτι βρίσκεται. Κι ένας άλλος, δικός σου τρόπος να το πεις, αν παιδευτείς βέβαια. Μα έχουν σχεδόν όλα ειπωθεί πια.

Οι ιστορίες μέσα στα τραγούδια
Μ’ αρέσουν τα βαριά λαϊκά τραγούδια του μεγάλου, του άφατου πόνου. Αυτά που γράφτηκαν για τους σακατεμένους. Σαν του Τζουανάκου και του Λαύκα. Οι μεγάλοι μας λαϊκοί, Νίνου, Σωτηρία,  Πόλυ, η Γκραίη, έχουν κληροδοτήσει αθάνατες ερμηνείες σε τέτοια τραγούδια. Και προπαντός ο Στέλιος. Εκεί, στον πόνο τον ανθρώπινο έχουν διαπρέψει όλοι οι μεγάλοι, από τον Μάρκο, μέχρι τον Κραουνάκη. Δεν ξέρω ποιο να διαλέξω! Αν πω π.χ. «Το τελευταίο βράδυ» της Ευτυχίας και του Καζαντζίδη, ή τη «Μαρκίζα» του φίλου μου Μάνου Ελευθερίου και του Σπανού, φοβάμαι πως θα αδικήσω άλλα.

Η ευτυχία στο Πήλιο
Όλη η μαγεία στο Πήλιο δεν είναι οι αυγές και τα βασιλέματα, οι θάλασσες και τα όρη, μα κυρίως η σχέση με τη γη, το φύτεμα και το μεγάλωμα των καρποφόρων, είναι σα να γεννάς κάθε χρόνο από καμιά δεκαριά παιδιά. Ενώ είσαι άτεκνος, νιώθεις πολύτεκνος.

Η τέχνη η πιο αριστοκρατική, η σπάνια, η πολύτιμη
Η πιο πολύτιμη και πιο δύσκολη είναι η τέχνη της επικοινωνίας, εκεί οι πιο πολλοί τα κάνουμε θάλασσα. Θέλει προπόνηση, πηγαίο αίσθημα, αγαπητικό φρόνημα, ασκήσεις αλτρουισμού και ουμανιστικό ιδεώδες. Θέλει ερωτικό βλέμμα προς τον κόσμο.

Info: Το τελευταίο βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη «Ο κατάδεσμος» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα.

Σκυταλοδρομία Ελληνικού Ερωτικού Λόγου, μετά Μουσικής: «Έρως Αιέν» | Σάββατο 9 Ιουλίου στις 21:00 | Είσοδος ελεύθερη | Κτήμα Θωμά Κοροβίνη στα Πλατανίδια του Πηλίου