Τέσσερις άνθρωποι των γραμμάτων – τέσσερις αφηγήσεις για το τοπίο της εκδοτικής δραστηριότητας, τη διαμόρφωση του χάρτη των βιβλιοπωλείων και την οικονομική κρίση του βιβλίου. Τη σκυτάλη από τον Γιώργο Κορδομενίδη παίρνει ο Κώστας Αγοραστός, αρχισυντάκτης του bookpress.gr.

Κώστας Αγοραστός

Κώστας Αγοραστός

Κώστας Αγοραστός: αρχισυντάκτης του bookpress.gr

Το να επιχειρήσει κανείς να αποτυπώσει το τοπίο των χρόνων της κρίσης, ειδικά όταν αυτή δεν έχει τελειώσει, μοιάζει εγχείρημα φιλόδοξο, αν όχι ριψοκίνδυνο. Ο καθένας από τη δική του σκοπιά, συνήθως αγνοεί ή παραγνωρίζει τους υπόλοιπους κρίκους της άτυπης αλυσίδας με την οποία είναι συνδεδεμένοι συγγραφείς, επιμελητές, τυπογράφοι, εκδότες, διανομείς, βιβλιοπώλες, δημοσιογράφοι και φυσικά οι αναγνώστες.

Η σύντομη εκδοχή της αποτύπωσης αυτών των χρόνων θα μπορούσε να είναι η εξής: παρατεινόμενος ζόφος. Όταν οι περισσότεροι εκδοτικοί οίκοι είδαν τις πωλήσεις των βιβλίων τους να σημειώνουν κατακόρυφη πτώση, μάλλον ήταν ήδη πολύ αργά για να επαναπροσδιορίσουν, καθένας ξεχωριστά, την τακτική που θα ακολουθούσαν. Οι νέες εκδόσεις (ελληνικής και μεταφρασμένης πεζογραφίας) μπορεί να σημείωσαν μείωση, σε απόλυτους αριθμούς όμως ήταν ακόμα εντυπωσιακά πολλές.

Σε αυτά τα χρόνια, για διαφορετικούς λόγους καθένας, αρκετοί εκδοτικοί οίκοι έφτασαν πολύ κοντά στο σημείο μηδέν

Η τακτική των μπαζάρ, που ακολούθησαν πολλοί εκδότες, τους έδωσε μια μικρή ανάσα, δεν έλυσε όμως σχεδόν κανένα από τα ουσιαστικά τους ζητήματα. Τα ζητήματα αυτά δεν λύθηκαν ούτε με την πώληση σε κυριακάτικες εφημερίδες τίτλων από τους καταλόγους τους, ούτε με τη μείωση του προσωπικού μέσα στους εκδοτικούς οίκους, ούτε με την υποβάθμιση από κανονική σε μερική απασχόληση, υπαλλήλων που εργάζονταν για χρόνια εκεί, ούτε με την απουσία στοιχειώδους επιμέλειας σε πολλά από τα βιβλία που εξέδιδαν και βέβαια, ούτε με την υποβάθμιση στην ποιότητα του χαρτιού και εν γένει του βιβλίου.

Η ενιαία τιμή του βιβλίου καταργήθηκε ξεσηκώνοντας αντιδράσεις τόσο από τους μεγάλους εκδοτικούς οίκους, όσο και από τους μικρότερους. Τα συνοικιακά βιβλιοπωλεία της Αθήνας και αυτά από την επαρχία, τα οποία παραδοσιακά στηρίζουν το καλό βιβλίο και δεν είχαν τη δυνατότητα μεγάλων παραγγελιών με εξασφαλισμένη μεγάλη έκπτωση, ζητούσαν κι αυτά με τη σειρά τους να διατηρηθεί μια ενιαία τιμή για τις νέες εκδόσεις, τόσο προς όφελος των πελατών-αναγνωστών τους, όσο και χάριν της δικής τους επιχειρηματικής βιωσιμότητας.

Το τελειωτικό «χτύπημα» που έπληξε του πάντες στο χώρο του βιβλίου, ήταν τα capital control του περσινού καλοκαιριού

Μεγάλα καράβια, μεγάλες φουρτούνες
Σε αυτά τα χρόνια, για διαφορετικούς λόγους καθένας, αρκετοί εκδοτικοί οίκοι έφτασαν πολύ κοντά στο σημείο μηδέν. Κάποιοι το άγγιξαν και αναγκάστηκαν να κλείσουν. Ως μέρος της αλυσίδας που αναφέραμε πιο πάνω, τα χρέη από μεγάλα βιβλιοπωλεία, τα οποία συγκέντρωναν μεγάλο αριθμό βιβλίων στα ράφια τους, το κλείσιμο και οι ασυνέπειες μεγάλων διανομέων, με γεμάτες τις αποθήκες τους και το «πάγωμα» των πληρωμών εκ μέρους της πολιτείας προς τους εκδότες για τα πανεπιστημιακά συγγράμματα έκανε την κατάσταση σχεδόν απελπιστική.

Το τελειωτικό «χτύπημα» όμως, που έπληξε του πάντες στο χώρο του βιβλίου, ήταν τα capital control του περσινού καλοκαιριού. Για μερικές εβδομάδες τα πάντα νέκρωσαν. Σειρά ακάλυπτων επιταγών κινδύνευαν να «σκάσουν» στα χέρια εκδοτών, τυπογράφων, βιβλιοπωλών. Σε αρκετούς συνέβη. Κανείς δεν εμπιστευόταν κανέναν. Οι μεταχρονολογημένες επιταγές έμοιαζαν χαρτιά χωρίς αξία και όλοι απαιτούσαν μετρητά για την ολοκλήρωση των εργασιών τους. Νέες εκδόσεις «πάγωσαν», διαφημιστικά πακέτα ακυρώθηκαν, βιβλία έμειναν στοιχειοθετημένα χωρίς να τυπωθούν.

Βιβλιοπωλείο

Ρισκάροντας κερδίζεις
Οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι κατάφεραν και τα έβγαλαν πέρα. Κάποιοι από τους μικρότερους επίσης. Φράση-κλειδί σε αυτήν τη δύσκολη κατάσταση: το καλό βιβλίο. Με αυστηρά περιορισμένα μετρητά στο πορτοφόλι τους, οι αναγνώστες επέλεξαν (και επιβράβευσαν) τα καλά βιβλία. Και αυτά δεν είναι άλλα από αυτά που σέβονται το αντίτιμό τους. Καλές επιλογές κειμένων, με σωστή τυπογραφική και γλωσσική επιμέλεια, τυπωμένα σε καλό χαρτί.

Η αλήθεια καθενός είναι το κριτήριο που υπερβαίνει τους οικονομικούς όρους και αγνοεί τη συνεχιζόμενη κρίση

Παρόλο που ακούγεται σαν κίνηση αυτοκτονίας, αυτά τα χρόνια, υπήρξαν και άνθρωποι που αποφάσισαν να ξεκινήσουν κάτι δικό τους, νέο και φρέσκο, από το μηδέν. Μικροί εκδοτικοί οίκοι και βιβλιοπωλεία (όχι στο «παραδοσιακό» κέντρο της Αθήνας) ενημερωμένα και στελεχωμένα από ανθρώπους που γνωρίζουν και αγαπούν ουσιαστικά το βιβλίο, έκαναν την εμφάνισή τους, δημιουργώντας μια μικρο-αλυσίδα αλληλοστήριξης και επιχειρηματικής εμπιστοσύνης. Άνθρωποι με όραμα, καταβάλλοντας προσωπικό μόχθο, εργάζονται στους νέους εκδοτικούς οίκους ατελείωτες ώρες διαβάζοντας χειρόγραφα, ελέγχοντας προσεκτικά όλες τις τυπογραφικές λεπτομέρειες του κάθε βιβλίου, επιμελούνται εξώφυλλα, μιλάνε με βιβλιοπώλες για τις παραγγελίες. Διανομείς, δημοσιογράφοι από το πολιτιστικό ρεπορτάζ και αναγνώστες αναγνώρισαν και στήριξαν αυτές τις προσπάθειες.

Σιγά σιγά το στίγμα καθενός έγινε πιο δυνατό, καθώς τα μεν βιβλιοπωλεία προσείλκυσαν παρουσιάσεις βιβλίων από τους μικρούς και «έκκεντρους» εκδοτικούς οίκους, οι δε νέοι εκδοτικοί λάμβαναν πληθώρα χειρογράφων από παλαιότερους, αλλά κι από πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς.

Βιβλιοπωλείο

Ο πρώτος κρίκος
Οι συγγραφείς, από τη δική τους μεριά, είδαν κεκτημένα χρόνων να χάνονται και τις ισορροπίες να αλλάζουν. Οι πωλήσεις των βιβλίων τους μειώθηκαν όπως και τα ποσοστά τους στα νέα συμβόλαια που καλούνταν να υπογράψουν. Οι υπεύθυνοι των εκδόσεων μέσα στους εκδοτικούς οίκους έγιναν πιο «σφιχτοί», υπολογίζοντας περισσότερο το ποιο βιβλίο θα «βγάλει τα έξοδά του» και λιγότερο φιλίες και «υποχρεώσεις» που είχαν παγιωθεί. Αναπόφευκτα, οι περισσότεροι στράφηκαν προς μικρότερους εκδοτικούς οίκους. Μαζί με αυτούς, ένας μεγάλος αριθμός νέων συγγραφέων εναπόθεσε τα κείμενά του και τις συγγραφικές του φιλοδοξίες εκεί.

Καλά βιβλία κυκλοφορούν συνεχώς και η έκπληξη μπορεί να προκύψει από οπουδήποτε

Είναι κοινό μυστικό ότι υπήρξαν αρκετές περιπτώσεις μικρών εκδοτικών αλλά και νέων συγγραφέων, που με πρόσχημα την κρίση και την οικονομική δυστοκία, οι μεν πρώτοι απαίτησαν το κόστος  της έκδοσης των βιβλίων από τους νέους συγγραφείς, οι δε δεύτεροι το έδωσαν. Και αν αυτό είναι κάτι που «ανέκαθεν συνέβαινε», στις μέρες μας το μόνο που πέτυχε ήταν να θολώσει το τοπίο και να καλλιεργήσει ψεύδη και αυταπάτες. Με μια σελίδα στο facebook, πολλά εύκολα και δωρεάν επαινετικά σχόλια, αρκετοί νέοι (αλλά και μεγαλύτεροι συγγραφείς, συνηθισμένοι στην κολακεία) θεώρησαν ότι κάπως έτσι ξεκινά η συγγραφική τους πορεία.

Τα «πληρωμένα βιβλία» μπορεί να είναι μια «πληγή», που κακοφορμίζει ύπουλα, οι εξασκημένοι αναγνώστες όμως διακρίνουν και εμπιστεύονται τις επιλογές των εκδοτών που γίνονται με συνέπεια και υποστηρίζονται επί της ουσίας.

Σήμερα η κατάσταση είναι αρκετά δύσκολη ακόμα. Με πείσμα και αγωνία, για το πού θα μας βγάλει η ροή των πραγμάτων, συγγραφείς, εκδότες, βιβλιοπώλες και αναγνώστες προσπαθούν να πιαστούν ο καθένας από ό,τι δημιουργικότερο και αρτιότερο μπορούν να παραγάγουν, να προτείνουν ή να διαβάσουν. Η αλήθεια καθενός είναι το κριτήριο που υπερβαίνει τους οικονομικούς όρους και αγνοεί τη συνεχιζόμενη κρίση. Καλά βιβλία κυκλοφορούν συνεχώς και η έκπληξη μπορεί να προκύψει από οπουδήποτε. Θα έχει όμως πάντα χαρακτηριστικά σκληρής δουλειάς και προσωπικής αλήθειας.

– Σχετικά άρθρα: «Το βιβλίο στα χρόνια της κρίσης: Γιώργος Κορδομενίδης»

«Το βιβλίο στα χρόνια της κρίσης: Κάλλια Παπαδάκη»