Λίγες μέρες πριν την πρεμιέρα του «Με το ένα χέρι κρατούσε τον Καραγάτση και με το άλλο το τσιγάρο», που έγραψε και σκηνοθετεί η Bίλια Χατζοπούλου στο θέατρο Skrow, βρίσκω τη Λένα Δροσάκη για να μιλήσουμε για το ρόλο της και τον κόσμο που μας παρουσιάζουν επί σκηνής. Διαβάζοντας το κείμενο το προηγούμενο βράδυ είμαι γεμάτος συναίσθημα γι’ αυτόν τον κόσμο, για κείνες τις εποχές της απλότητας και της αθωότητας του ελεύθερου πνεύματος που ήθελε να ξεκουνήσει την κοινωνία ερήμην. Άλλα όπως μου λέει και η Λένα αργότερα, κάποια πράγματα είναι μόνο συναίσθημα και όχι λέξεις.

Το έργο είναι ο μονόλογος μιας γυναίκας που γεννήθηκε τη δεκαετία του ’30 στην Κοζάνη, σπούδασε δασκάλα και πρωτοδιορίστηκε τη δεκαετία του ‘50 σ’ ένα μικρό νησί των Κυκλάδων. Μετά από χρόνια θα εξομολογηθεί την περιπέτειά της στο νησί. Τα πρόσωπα, τα πέτρινα τοπία, ο αέρας, η αγάπη, η βία. Μια σκληρή πορεία που θα την ξαναθυμηθεί με ακρίβεια. Θα ανατρέξει σε μια εποχή στέρησης, απέναντι σε μια εποχή αφθονίας. Η Βίλια Χατζοπούλου έχει δημιουργήσει το ψήγμα ενός κόσμου που έχει χαθεί στο χρόνο, μια δυνατή γραφή με πολύ έντονες εικόνες και μυρωδιές που εύκολα σε ταξιδεύουν στον κόσμο της ηρωίδας της που ενσαρκώνει η Λένα Δροσάκη κι έτσι σκηνικά καλούμαστε να χωθούμε στον κόσμο που έπλασαν μαζί στο θέατρο Skrow.

Βίλια Χατζοπούλου

Ποια είναι η Λένα Δροσάκη;

Και εγώ την ψάχνω, την αναζητώ, Πάντα έρχομαι σε μία αμηχανία όταν είναι να πω για μένα. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Πάτρα, έφυγα για να σπουδάσω θέατρο όπως και έκανα και κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα.

Και κάπως έτσι πριν κάποια χρόνια ήρθε και ένα βραβείο (Μελίνα Μερκούρη). Τι σου έφερε αυτό το βραβείο σε εκτίμησαν παραπάνω; Υπήρξε ζήλια; Τι έφερε το μετά;

Δεν ξέρω τι κάνουν οι άλλοι σε σχέση με μένα. Αυτό που ξέρω είναι ότι εγώ στην αρχή ένιωσα τεράστια χαρά και όλα αυτά τα αναμενόμενα συναισθήματα αλλά αργότερα ένιωσα ένα βάρος που έπρεπε να φέρω και να αποδείξω ποια είμαι. Στην ουσία αυτή η διαδικασία με αποπροσανατολίζει από το στόχο μου, οπότε λέω ηρέμησε δεν έχεις ν’ αποδείξεις τίποτα.

Έχουν περάσει από τότε τρία χρόνια, έχει αλλάξει κάτι στη ζωή σου;

Το μόνο που έχει αλλάξει είναι ότι με γνωρίζω όλο και περισσότερο.

Ας πάμε στο τώρα, το ότι παίζεις ένα κείμενο που έχει γράψει και σκηνοθετεί το ίδιο πρόσωπο, σου δημιουργεί δυσκολίες;

Στην αρχή υπήρχε δυσκολία, πιο πολύ από μέρους μου, γιατί μιλούσα στον άνθρωπο που το έχει γράψει και έλεγα πολλές φορές τη ματιά μου πάνω στο κείμενο και αυτό με κόμπλαρε κάπως. Έτσι συμφωνήσαμε ότι ξεχνάμε ποιος το έχει γράψει για να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε πάνω σε λευκό χαρτί, γιατί όντως στην αρχή υπήρξε δυσκολία στην αντιμετώπιση του κειμένου. Ανακαλύψαμε καινούρια πράγματα μαζί, οπότε το ξεπεράσαμε εύκολα. Ξέρεις είναι αυτό που μου έλεγε και η Βίλια στην αρχή, ότι μερικές φορές γράφεις ερήμην, και αυτό σε κάποιον εξωτερικό παρατηρητή χτυπάει πιο βαθιά σε σημεία που δεν έχει συνειδητοποιήσει αυτός που το γράφει.

Μέσα στο κείμενο βλέπουμε όλο τον μικροαστισμό και τις προκαταλήψεις μιας μικρής κοινωνίας, ως Λένα έχεις ζήσει τέτοιες στιγμές;

Ευτυχώς όχι, είναι μια εποχή παλιά τη δεκαετία του ’50 που η Ελλάδα βρισκόταν σε δύσκολες καταστάσεις, ευτυχώς δεν είμαστε πια σε τέτοιο σημείο, αν και σαφώς τα τελευταία χρόνια δεν περάσαμε εύκολα. Παρόλα αυτά σίγουρα έχουμε εξελιχθεί σαν κοινωνία. Έχω μεγαλώσει σε μια μικρή κοινωνία όμως, σαφώς αναγνωρίζω την προκατάληψη σαν συμπεριφορά, αλλά όχι στο βαθμό που βλέπουμε στο κείμενο.

Πώς μπορεί μια κοπέλα του 2019 να μπει στα παπούτσια ενός κοριτσιού της δεκαετίας του ’50;

Διαβάζοντας για την εποχή και με τη φαντασία μόνο, σίγουρα με το συναίσθημα γιατί αν το σκεφτούμε όλοι οι ρόλοι είναι συναίσθημα, δεν μπορείς να ταυτιστείς απόλυτα ποτέ με τις συνθήκες κάθε ήρωα αλλά κάπου μέσα μας πάντα κρύβουμε κοινά συναισθήματα και παράλληλες εμπειρίες. Θέλω να πω πως σίγουρα δεν έχω βιώσει την προκατάληψη όπως λέγαμε πριν, αλλά σκέφτομαι ότι είμαι από την Πάτρα που είναι μια επαρχιακή κοινωνία επίσης, δεν είναι το ίδιο να πεις ότι θες να γίνεις ηθοποιός και ότι θες να γίνεις γιατρός ή δικηγόρος ας πούμε, παντού συμβαίνει αυτό. Άρα παίρνεις δικά σου μικρά βιώματα και τα διογκώνεις με τη φαντασία σου για να τα φέρεις στα μετρά αυτού που καλείσαι να παίξεις.

Κατερίνα Κέντρου

Ζούμε σε μια κοινωνία που έχουμε πρόσβαση σε οποιαδήποτε πληροφορία με το πάτημα ενός κουμπιού σε αντίθεση με την κοινωνία του κειμένου που η γνώση είναι θησαυρός που πρέπει να παλέψεις για ν’ αποκτήσεις, παρόλα αυτά δεν θεωρείς ότι είμαστε πιο μαλθακοί σαν γενιά;

Μπορεί την πληροφορία να την έχουμε πολύ εύκολα, αλλά τελικά δεν μας αποτυπώνεται γιατί περνάει φευγαλέα και μετά από δευτερόλεπτα θα έρθει ένα καινούριο ερέθισμα που θα ακυρώσει το προηγούμενο, οπότε αυτό ακυρώνει τη διαδικασία. Αντιθέτως εκείνα τα χρόνια έπρεπε να μοχθήσεις για να βρεις τη γνώση, οπότε είχε τεράστια σημασία σαν γεγονός στις ζωές τους, εμείς έχουμε τέτοια πληθώρα γνώσεων και αγαθών που στην ουσία τα θεωρούμε όλα αυτονόητα και τα εκμηδενίζουμε μέσα μας, αυτή η ευκολία λοιπόν δεν είναι και τόσο γόνιμη τελικά.

Θεωρείς ότι η κάθε έλλειψη δημιουργεί αυτό το απαράμιλλο πάθος για ν’ αρπάξεις αυτό που θες;

Εννοείται. Αυτό που δεν έχουμε. Είναι στη φύση του ανθρώπου νομίζω, το ανικανοποίητο, η έλλειψη. Βέβαια αρκεί να πέσει στην αντίληψή μας ότι υπάρχει για να το θελήσουμε, γιατί αν δεν ξέρεις τι είναι βιβλίο πώς θα το ψάξεις. Σε πάω μέσα στο κείμενο τώρα, δεν ξέρανε καν τι είναι βιβλίο, οπότε έρχεται μια δασκάλα γεμάτη θέληση για να μεταδώσει γνώση και μαγεύει, χαρίζει και μια δασκάλα που είναι δοτική είναι θησαυρός. Αλλά ταυτόχρονα και μπελάς, και αυτό που μου έκανε εντύπωση διαβάζοντας το κείμενο, είναι ότι ένας άνθρωπος που ήρθε να χαρίσει γνώση είναι πρόβλημα για την κοινωνία. Σαφώς, γιατί σε μετακινεί, σε ξεβολεύει, ταράζει τα νερά, αυτό δεν είναι εύκολο να το αποδεχτούν οι μεγαλύτεροι άνθρωποι που έχουν μεγαλώσει με κάποιες σταθερές στη ζωή τους. Το παιδί μαγεύεται, ταξιδεύει με το μυαλό του πολύ εύκολα και αυτό το μετακινεί απ’ αυτά που ξέρουν οι μεγάλοι. Και σε κείνη την εποχή που το βασικό στοιχείο της καθημερινότητας τους ήταν η επιβίωση, όταν παλεύεις να καλλιεργήσεις αυτά που θα φας και έχεις τρία βασικά προϊόντα όπως ψωμί ελιές και μέλι για να φας, το να έρθει ένας άνθρωπος να μιλήσει για ταξίδια και όνειρα ήταν τρομερό. Πώς μιλάς για βιβλία και για κολύμπι το χειμώνα, οι άνθρωποι την έβλεπαν σαν μάγισσα. Όταν η ηρωίδα αναφέρει το κολύμπι τα παιδιά τής λένε ότι η θάλασσα είναι των ψαριών και των καραβιών και οι άνθρωποι μπαίνουν στο νερό για να σβήσουν την κάψα μόνο το καλοκαίρι.

Θεωρείς ότι η πίεση των φραγμών της μάζας, του όχλου, σ’ ένα ελεύθερο πνεύμα έχουν κατασταλτικό χαρακτήρα;

Το ελεύθερο πνεύμα δεν μπορείς να το τιθασεύσεις, πάντα θα βρίσκει τρόπο να ξεφεύγει από τη μάζα και να παίρνει το δρόμο που έχει ανάγκη. Θεωρώ ότι είναι σαν μια έκρηξη μέσα στον εγκέφαλο αυτή η διαδικασία. Άπαξ και ξεκινήσει δεν μπορείς παρά να παλέψεις ενάντια σε οποιονδήποτε φραγμό για να πας στην κατεύθυνση που θες. Σίγουρα αυτό το βιώνει η ηρωίδα μέσα στο κείμενο, κάθε φραγμός βρίσκει διέξοδο υπό άλλη μορφή. Έτσι νομίζω άλλωστε ότι έρχεται και η εξέλιξη στις κοινωνίες, απ’ αυτούς τους ανθρώπους που θέλουν να πετύχουν κάτι έξω από το βόλεμα της κοινωνίας.

Αυτό που με τράβηξε στο κείμενο είναι η δύναμη που έχουν οι μυρωδιές και οι γεύσεις. Το ζεστό ψωμί, οι ζαρωμένες ελιές και το μέλι. Βρίσκουμε τέτοιες στιγμές στη ζωή μας σήμερα;

Όχι, έχουμε ξεχάσει τι σημαίνουν αυτά τα πράγματα στις πόλεις, γιατί υπάρχει αφθονία και σαφώς δεν έχουμε ποιότητα. Είχα πάει το καλοκαίρι στην Κρήτη, σ’ ένα σημείο που δεν έπιαναν τα κινητά μας και είχαμε αυτό τον αποκλεισμό από την καθημερινότητα μας. Ένιωσα τόση ευτυχία με το πόσο δυνατές ήταν ξάφνου οι γεύσεις, η μυρωδιά της ρίγανης και του λαδιού, όλα ήταν τόσο ζωντανά γύρω μας. Έχουμε χάσει την πραγματική απόλαυση από την καθημερινότητά μας, είναι τόσα αυτά που πρέπει να κάνουμε μέσα στη μέρα απλά για να επιβιώσουμε που απλά έχουμε ξεχάσει να ζούμε.

Τι έχεις πάρει ως Λένα σ’ αυτό το διάστημα των προβών;

Κομμάτια δικά μου που δεν τα έχω αναγνωρίσει, αυτό που λέγαμε τώρα για την απόλαυση το θυμήθηκα μέσα από τη διαδικασία των προβών, σκέφτηκα ότι ξεχνάω να γευτώ το φαγητό μου, ξεχνάω να απολαύσω ένα βιβλίο, να σταθώ στο δρόμο και να παρατηρήσω γύρω μου, όλα φεύγουν τόσο γρήγορα.

Τι συμβολίζει το αγόρι με τον Καραγάτση και το τσιγάρο;

Το βιβλίο είναι το μέσο για την ελευθερία του αγοριού, αλλά αυτό που νιώθω και σκέφτομαι πραγματικά γι’ αυτό το αγόρι δεν περιγράφετε με λόγια, είναι μερικά συναισθήματα που δεν βγαίνουν από μέσα μας με μορφή λέξεων, τα κρατάς για σένα.

Info παράστασης:

Με το ένα χέρι κρατούσε τον Καραγάτση, με το άλλο το τσιγάρο | 5 Φεβρουαρίου έως 16 Απριλίου | Θέατρο Skrow