«Τελικά έφθασα στην Αθήνα και είδα την Ακρόπολη. Έμεινα εκεί επτά εβδομάδες, σε καθημερινή επαφή με τα μνημεία, με μεγάλο πάθος και θέρμη. Ανακάλυψα τότε ότι η αρχιτεκτονική είναι το παιχνίδι των όγκων, το παιχνίδι των περιγραμμάτων, εκατό τοις εκατόν επινόηση, που εξαρτάται αποκλειστικά από τη δημιουργία εκείνου που ζωγραφίζει». 

Τα λόγια αυτά ανήκουν σε έναν από τους μεγαλύτερους αρχιτέκτονες του 20ου αιώνα, του πρωτοπόρου Σαρλ-Εντουάρ Ζανρέ-Γκρι. Ο κόσμος της αρχιτεκτονικής και της τέχνης, αλλά και όλοι οι υπόλοιποι, θαυμαστές και επικριτές του έργου του τον γνωρίζουν με το όνομα που διάλεξε από τη γενιά της μητέρας του: Λε Κορμπιζιέ. Το οποίο είναι συνώνυμο μερικών από τα μεγαλύτερα έργα αρχιτεκτονικής που δημιουργήθηκαν στις πέντε δεκαετίες της σταδιοδρομίας του σε ολόκληρη την κεντρική Ευρώπη, την Ινδία, τη Ρωσία, και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η 40η Σύνοδος της Επιτροπής της Unesco για την Παγκόσμια Κληρονομιά που έγινε το 2016 στην Κωνσταντινούπολη αποφάσισε να χαρακτηρίσει Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς της Unesco δεκαεπτά κτίρια που φέρουν την υπογραφή του.

Ο Λε Κορμπιζιέ. Photo via Le Journal de la Photographie. © Willy Rizzo.

Πολεοδόμος, ζωγράφος, γλύπτης, συγγραφέας και σχεδιαστής επίπλων ο Λε Κορμπιζιέ, διάσημος για τη συνεισφορά του σε αυτό που αποκαλείται σήμερα μοντερνισμός ή πρώιμος μοντερνισμός δεν σπούδασε ποτέ αρχιτεκτονική. Ο πρωτοπόρος στις θεωρητικές μελέτες του σύγχρονου σχεδίου, εγκατέλειψε το σχολείο της μικρής πόλης της Ελβετίας στην οποία γεννήθηκε – στις 6 Οκτωβρίου του 1887 –  Σο ντε Φον της Ελβετίας, σε ηλικία 13 ετών.

«Την εκπαίδευσή μου εγώ την πήρα μέσα από τα ταξίδια μου και τα μουσεία που επισκεπτόμουν. Στη συνέχεια πήγα να εργαστώ. Άνοιξα ένα γραφείο και πήρα τις πρώτες μου αναθέσεις. Και έτσι έγινα αρχιτέκτονας χωρίς να διαβάσω ούτε ένα αρχιτεκτονικό βιβλίο, χωρίς ποτέ να έχω σπουδάσει αρχιτεκτονική, χωρίς ποτέ να έχω σπουδάσει τους επτά ρυθμούς της αρχιτεκτονικής» έχει πει σε συνέντευξή του που παραχώρησε στο αμερικανικό περιοδικό Modulus ένα μήνα πριν πεθάνει.

Εκπαιδευμένος ως καλλιτέχνης ταξίδεψε παντού, από το Άγιον Όρος και τις χώρες της Μεσογείου μέχρι τη Λατινική Αμερική. Οι παρατηρήσεις από τα ταξίδια του μεταξύ άλλων, του δίνουν την δυνατότητα να κατασκευάσει το δικό του σύστημα στηριγμένο στον χρυσό κανόνα, το modulor όπου κυριαρχούν οι διαστάσεις σε ανθρώπινη κλίμακα.

Έζησε στο Παρίσι από το 1917. Εκεί εργάστηκε στο γραφείο του Ογκύστ Περέ (1908), ειδικού στην κατασκευή κτιρίων από μπετόν και στο Βερολίνο (1910) με τον Πίτερ Μπέρενς. Από το 1922 ο Λε Κορμπιζιέ εργαζόταν με τον εξάδελφό του, τον Πιερ Ζινρέτ. Τα πρώτα έργα του ήταν κυρίως κατοικίες τις οποίες θεωρούσε «μηχανές κατοίκησης» και εφάρμοζαν τα πέντε σημεία-αξιώματα της αρχιτεκτονικής του (πιλοτή, επίπεδη οροφή, ελεύθερη κάτοψη, οριζόντιο παράθυρο, ελεύθερη πρόσοψη).

«Εργάστηκα για να δώσω στους ανθρώπους αυτό που έχουν περισσότερο ανάγκη σήμερα: τη σιωπή και την ειρήνη»

Ο Λε Κορμπιζιέ είχε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα. Περνούσε τα πρωϊνά του ζωγραφίζοντας, τα μεσημέρια γευμάτιζε με τη γυναίκα του, τα απογεύματα πήγαινε στο γραφείο του. Μέχρι το 1928 υπέγραφε τα έργα του ως Ζανερέ. Ο Μισέλ Ζλοτόφσκι, ο βασικός έμπορος των έργων του  Λε Κορμπιζιέ στο Παρίσι υπολογίζει ότι υπάρχουν περίπου 450 πίνακες, 8 τοιχογραφίες, 350 prints, 40 ταπισερί, 50 γλυπτά, 7.000 έργα σε χαρτί και μερικές εκατοντάδες κολάζ, τα οποία σπάνια εμφανίζονται σε αίθουσες δημοπρασιών. Ο όγκος των αρχείων που άφησε είναι σχεδόν εξωπραγματικός. 500.000 έγγραφα, 38.000 χάρτες, 6.000 σχέδια, καθώς και έργα ζωγραφικής, γλυπτά, ταξιδιωτικές σημειώσεις, φωτογραφίες, βιβλία, όλα αρχειοθετημένα από τον ίδιο. Ο πρώτος τόμος με το πλήρες έργο του δημοσιεύθηκε το 1929, όταν ήταν 42 ετών.

Αυτά που χτίζει είναι πολύ λιγότερα. 75 κτίρια σε 12 χώρες και 42 σημαντικά πολεοδομικά έργα. Τα πιο γνωστά του έργα είναι η Villa Savoye (Πουασύ, Γαλλία), το Caprenter Center (στο Κέιμπριτζ τns Μασαχουσέτης), το μοναστήρι τns La Tourette, η εκκλησία Notre Dame du Haut (Ronchamp, Γαλλία) και η Unite d’ Habitation (Μασσαλία, Γαλλία), ενώ στη μεταπολεμική αρχιτεκτονική του χρησιμοποίησε πιο αδρά, παραδοσιακά υλικά, όπως το ανεπίχριστο μπετόν, την πέτρα και το εμφανές τούβλο.

«Το έχω πει, ότι τα υλικά για την οικοδόμηση μιας πόλης είναι ο ουρανός, ο χώρος, τα δέντρα, το ατσάλι και το τσιμέντο, με αυτή τη σειρά και ιεράρχηση»

Σύμφωνα με τον Ρέντζο Πιάνο το παρεκκλήσιο της Ρονσά είναι «ένα από τα πιο όμορφα μέρη διαλογισμού στον κόσμο».  Ακόμη και οι επικριτές του Λε Κορμπιζιέ καταθέτουν τα όπλα μπροστά στο κορυφαίο του έργο. Ένα καθολικό εκκλησάκι εμπνευσμένο από έναν αγνωστικιστή αρχιτέκτονα προτεσταντικής εκπαίδευσης ο οποίος έβαλε στην άκρη κάθε δογματισμό και αφέθηκε να το σχεδιάσει με απόλυτη ελευθερία και πλοηγό την εσωτερικότητά του.

Ο Λε Κορμπιζιέ εξόργισε και σκανδάλισε, δίχασε τον κόσμο της αρχιτεκτονικής όσο λίγοι. Η ειρωνεία και η συκοφαντία συνόδευαν κάθε πτυχή της δραστηριότητάς του. Ένα από τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της εκδοχής του Λε Κορμπιζιέ για την Νεωτερική αρχιτεκτονική, όπως αναπτύχθηκε στη δεκαετία του 1910 και του 1920, ήταν η οπτική της απλότητα. Σχεδιασμένος ως αντίδραση ενάντια στις διακοσμητικές υπερβολές του 19ου αιώνα και πιο πρόσφατα της Αρτ Νουβό, ο αρχιτεκτονικός Μοντερνισμός προσπάθησε να ανακτήσει την ουσία του κτιρίου, για να δημιουργήσει μορφές που μιλούσαν για καθαρότητα, τάξη και λογική και όχι για πλούτο και για επιθυμία να τον εμφανίζουν. Η χρήση του λευκού ασβεστοχρώματος ήταν κεντρική για τη δημιουργία αυτής της απογυμνωμένης αισθητικής. Για τον Λε Κορμπιζιέ, το λευκό χρώμα αντιπροσώπευε την πνευματική διαύγεια και την ενάργεια που ήταν απαραίτητη για την αντιμετώπιση των προκλήσεων της ζωής στον 20ό αιώνα και για να αξιοποιηθούν οι δυνατότητες που προσέφεραν οι νέες τεχνολογίες του

«Μέσα στη σύγχυση της ταραχώδους εποχής μας, πολλοί έχουν συνηθίσει να σκέφτονται πάνω σ’ ένα φόντο μαύρο. Όμως, τα καθήκοντα του αιώνα μας, του τόσο επίπονου, τόσο γεμάτου από κινδύνους, τόσο βίαιου, τόσο νικηφόρου, φαίνεται να απαιτούν από εμάς να σκεφτόμαστε πάνω σε φόντο λευκό».

Χαρακτηρίστηκε Μιχαήλ Άγγελος της αρχιτεκτονικής, την οποία όπως υποστήριζε πάντα ανακάλυψε «εργαζόμενος καθ΄ οδόν για να κερδίσω το ψωμί μου. Παρατηρούσα πώς ήταν φτιαγμένα τα σπίτια, οι ναοί, οι δρόμοι, τα παρεκκλήσια». Ο Λε Κορμπιζιέ πίστευε πως οι σύγχρονες πόλεις πρέπει να εκτείνονται προς τα επάνω και όχι προς την περιφέρεια. Ήθελε να κατεδαφίσει το Παρίσι και έβρισκε τους ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης πολύ μικρούς. Στην «Πολυκατοικία της Μασσαλίας» πραγματοποίησε το όραμα της «κατακόρυφης πόλης». Η οικιστική αυτή ενότητα, το κάθετο χωριό είναι ένα κτίσμα γιγαντιαίων διαστάσεων με διαμερίσματα-μεζονέτες, αλλά και παιδικούς σταθμούς, ξενοδοχεία, μαγαζιά, βιβλιοθήκη, αίθουσα προβολών ακόμη και γυμναστήριο στην ταράτσα. Το επανέλαβε στη Νάντ, στο Φερμινί, στην κοινότητα του Μπριγιέ αλλά και στο Βερολίνο. Οι πολυκατοικίες του στεγάζουν χιλιάδες ανθρώπους και σε αντίθεση με τα εκλεπτυσμένα λευκά κτίρια της προπολεμικής περιόδου, είναι από άγριο εμφανές μπετόν, βαμμένες με έντονα βασικά χρώματα.

Το Εθνικό Μουσείο Δυτικής Τέχνης στο Τόκιο, το Κάρπεντερ Βίζουαλ Αρτ Σεντρ στο Χάρβαρντ των Η.Π.Α. και τα σχέδια του περιπτέρου των Εκθέσεων της Ζυρίχης, συγκαταλέγονται στα σημαντικότερα έργα του.

«Ο Καθεδρικός της Παναγίας των Παρισίων είναι καταπληκτικός, είναι ένα πολύ όμορφο πράγμα, μόνο που η καρδιά μου είναι στην Ελλάδα και όχι στο γοτθικό. Γιατί το γοτθικό είναι προϊόν μιας σκληρής, σχεδόν επιθετικής νοοτροπίας σε σύγκριση με… Μιλώ για ένα ελληνικό αίσθημα και για ένα γοτθικό αίσθημα. Είναι δύο διαφορετικά πράγματα»

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Λε Κορμπιζιέ εργάστηκε στην Ινδία όπου ολοκλήρωσε μια σειρά έργων μεγάλης κλίμακας. Tα τελευταία καλοκαίρια της ζωής του τα περνούσε, σ’ ένα ξύλινο καλύβι διακοπών (Cabanon de vacances) στη θάλασσα της Κυανής Ακτής. Πέθανε το 1965 από ανακοπή καρδιάς ενώ κολυμπούσε στο Καπ Μαρτέν.

Τα 17 έργα του Λε Κορμπιζιέ που χαρακτηρίστηκαν από την UNESCO Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς

Immeuble Molitor, Paris, France.

Maison Curutchet, La Plata, Argentina.

Immeuble Clarté, Geneva, Switzerland.

Dominican Monastery of La Tourette near Lyon, France.

Maison de la Culture, Firminy, France.

Weissenhof-Siedlung Estate, Stuttgart, Germany.

Villa Savoye near Paris, France.

Cité Frugès, Pessac, France.

Maison Guiette, Antwerp, Belgium.

The National Museum of Western Art, Tokyo, Japan.

Villa Le Lac, Corseaux, Switzerland.

Notre-Dame du Haut, Ronchamp, France.

Maison Curutchet, La Plata, Argentina.

Maison La Roche, Paris, France.

Cabanon de Le Corbusier, Roquebrune-Cap-Martin, France.

Unité d’habitation, Marseille, France.

Usine Claude et Duval Factory, Saint-Dié, France.