Ο Λουκίνο Βισκόντι ήταν ευγενής από καταγωγή, απόγονος του Καρλομάγνου και μιας οικογένειας που κυβέρνησε το Μιλάνο για αιώνες (όταν ήταν μικρός καθόταν δίπλα στον Πουτσίνι και έβλεπαν όπερες στο ιδιωτικό θεωρείο της οικογένειας στη Σκάλα του Μιλάνου). Ο πλούσιος μεγαλοαστός, ο κόμης Βισκόντι, αγαπούσε τα μεταξωτά πουκάμισα, τις ακριβές παριζιάνικες γραβάτες, τα χειροποίητα παπούτσια και αγόραζε κολώνιες μόνο από του Penhaligon’s στη Burlington Arcade του Λονδίνου.

Όταν ήταν μικρός καθόταν δίπλα στον Πουτσίνι και έβλεπαν όπερες στο ιδιωτικό θεωρείο της οικογένειας στη Σκάλα του Μιλάνου

Ήταν όμως ταυτόχρονα ανοιχτά ομοφυλόφιλος και μαρξιστής διανοούμενος: αγαπούσε τα ωραία αγόρια (και το έδειχνε σε μια εποχή όπου τίποτα δεν ήταν εύκολο) και πίστευε ότι η αστική τάξη είχε κλείσει τον ιστορικό κύκλο της (έγινε μέλος του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος με την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου).

Ταυτόχρονα αριστοκράτης και ριζοσπάστης, ο Βισκόντι ήταν ο δικαιωματικός κληρονόμος μιας μεγάλης παράδοσης – την ίδια στιγμή όμως πίστευε στην ανάγκη ριζικής ανατροπής της παράδοσης αυτής. Ήταν επίσης επιστήθιος φίλος του Λέοναρντ Μπέρνσταϊν, της Κοκό Σανέλ και της Μαρίας Κάλλας, την οποία σκηνοθέτησε αριστουργηματικά στην όπερα. Και κυρίως ήταν ένας από τους σπουδαιότερους σκηνοθέτες στην ιστορία του κινηματογράφου, ένας δημιουργός αδιανόητης ευφυΐας, μοναδικού στοχαστικού βάθους και απαράμιλλης αισθητικής τελειότητας. Το «τιτάνιο βισκοντιανό οικοδόμημα» (όπως το χαρακτήριζε ο Βασίλης Ραφαηλίδης) περιλαμβάνει ορισμένες από τις ομορφότερες ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ.

Λουκίνο Βισκόντι

Λουκίνο Βισκόντι

Ο Λουκίνο Βισκόντι γεννιέται στις 2 Νοεμβρίου του 1906 στο Μιλάνο και είναι το τέταρτο παιδί του δούκα Τζιουζέπε Βισκόντι και της πλούσιας γυναίκας του, Κάρλα Έρμπα. Το 1928 υπογράφει την πρώτη (σκηνογραφική) του δουλειά στο θέατρο. Το 1935 στο Παρίσι, ο νεαρός Ιταλός που έχει εγκαταλείψει μια χώρα βυθισμένη στο φασισμό, γνωρίζεται με τον Ζαν Ρενουάρ. Η συνάντηση είναι αποφασιστική. Μπαίνει στο ερασιτεχνικό γκρουπ παραγωγής του Ρενουάρ σαν τρίτος βοηθός σκηνοθέτη (σχεδιάζει και τα κοστούμια).

"Σένσο" (1954)

“Σένσο” (1954)

Έπειτα από μια σύντομη απογοητευτική διαμονή στο Χόλιγουντ, γυρίζει στην Ιταλία και συνεργάζεται με το ιταλικό περιοδικό Cinema, που εκδίδεται με διακηρυγμένο στόχο να υπηρετήσει «μια επαναστατική τέχνη, εμπνευσμένη από μια ανθρωπότητα που υποφέρει και ελπίζει». Ο Βισκόντι δημοσιεύει εκεί τον Ιούνιο του 1941 μια δριμύτατη λίβελο με τίτλο «Τα πτώματα στο νεκροταφείο», στιγματίζοντας το φασιστικό καθεστώς.

Ανοίγει το δρόμο για τον ιταλικό νεορεαλισμό

Η φασιστική λογοκρισία τού απαγορεύει να γυρίσει την πρώτη κινηματογραφική δουλειά που σχεδίαζε, τη μεταφορά του «Ο εραστής της Γκραμίνα» του Τζιοβάνι Βέργκα. Από αυτή την απαγόρευση θα γεννηθεί το 1942 το «Ossessione», μεταφορά του μυθιστορήματος του Τζέιμς Κέιν «Ο ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δυο φορές», το οποίο είχε αξιοσημείωτη απήχηση. Ο Βισκόντι με το φιλμ αυτό ανοίγει το δρόμο για τον ιταλικό νεορεαλισμό, το σημαντικότερο κινηματογραφικό κίνημα του 20ου αιώνα μαζί με τη γαλλική νουβέλ βαγκ.

"Ο Ρόκκο και τ' αδέλφια του" (1960)

“Ο Ρόκο και τ’ αδέλφια του” (1960)

Το 1945 κάνει τα πρώτα του λαμπρά βήματα στο χώρο της θεατρικής σκηνοθεσίας με το έργο του Ζαν Κοκτό «Οι τρομεροί γονείς». Περνάει αμέσως στην όπερα και σκηνοθετεί το «Οι γάμοι του Φίγκαρο» (το 1946), ενώ ανεβάζει και το σαιξπηρικό «Όπως σας αρέσει» (με σκηνικά του Σαλβαντόρ Νταλί) το 1948. Την ίδια χρονιά γεννιέται και το πρώτο αριστούργημα του βισκοντιανού έργου, το φιλμ «Η γη τρέμει», εμπνευσμένο από μυθιστόρημα του Βέργκα και βραβευμένο στη Μόστρα της Βενετίας.

"Λούντβιχ" (1972)

“Λούντβιχ” (1972)

Ένα βράδυ του 1949, στην όπερα της Ρώμης, ο Βισκόντι παρακολουθεί μια παράσταση του βαγκνερικού «Πάρσιφαλ». Πρωταγωνιστεί η Μαρία Κάλλας, η οποία γίνεται επιστήθια φίλη του: στα επόμενα δέκα χρόνια ο Βισκόντι θα πραγματοποιήσει μια επανάσταση στον τρόπο που ανεβαίνουν οι όπερες με μόνιμη πρωταγωνίστρια την Ελληνίδα σοπράνο. Στο φιλμ «Senso» (1954) εγκιβωτίζεται μια παράσταση της όπερας «Ιλ Τροβατόρε» του Βέρντι. Το «Ο Ρόκο και τ’ αδέρφια του» (1960) αποτελεί ταινία-ορόσημο για το νεορεαλισμό και την τελευταία νεορεαλιστική ταινία του δημιουργού. Το «Ο γατόπαρδος» (1963) που ακολουθεί είναι πράγματι έργο οριακό καθώς εγκαινιάζει μια σειρά από αριστουργηματικές ταινίες που συνιστούν την αποθέωση της μαεστρίας του Βισκόντι: «Μακρινά αστέρια της άρκτου» (1965), «Οι καταραμένοι» (1968), «Θάνατος στη Βενετία» (1971), «Λούντβιχ ή Το λυκόφως των θεών» (1972). Ειδικώς «Οι καταραμένοι», έργο κορυφαίο, ρωμαλέο στη σύλληψη και στην πραγμάτωση, βαθύ και κοφτερό στη διαλεκτική του, συγκλονιστικό και άρτιο στη δραματουργία, είναι ίσως το σπουδαιότερο φιλμ που έχει γυριστεί με θέμα το ναζισμό.

"Ο γατόπαρδος" (1963)

“Ο γατόπαρδος” (1963)

Το 1972 μια θρόμβωση θα αφήσει παράλυτη την αριστερή πλευρά του δημιουργού. Θα βρει εντούτοις την απαραίτητη ενέργεια για να πραγματοποιήσει το σπαρακτικό «Η γοητεία της αμαρτίας» (1974), που αποτελεί την πνευματική διαθήκη του, καθώς και το κύκνειο άσμα του, το «Ο αθώος» (1976). Πεθαίνει στη Ρώμη στις 17 Μαρτίου του 1976.

"Θάνατος στη Βενετία" (1971)

“Θάνατος στη Βενετία” (1971)

Στα φιλμ του Λουκίνο Βισκόντι βλέπουμε πραγματωμένο το παράδοξο της ύπαρξής του: ο Βισκόντι έζησε μια ζωή βασισμένη στην παραδοσιακή κοινωνική τάξη, πίστευε στην αναγκαιότητα να ανατραπεί αυτή η τάξη και στα φιλμ του μας άφησε μια μαγική ποιητική αποτύπωση όλων όσων θα έπρεπε να θυσιαστούν ή να χαθούν με τη μετάβαση σε ένα μέλλον χειραφέτησης.

Πάνσοφος δημιουργός, ο  Βισκόντι ήταν ένας ανθρωπιστής σε μια εποχή που δεν ευνοούσε τον ανθρωπισμό. Ο κόμης Βισκόντι έζησε στην καρδιά της τραγωδίας του 20ου αιώνα και με όπλο τις κινηματογραφικές διασκευές βιβλίων (Τόμας Μαν, Ντοστογιέφσκι, Καμύ, Βέργκα) τραγούδησε συγκλονιστικά το θάνατο ενός ολόκληρου πολιτισμού και μας μίλησε για τον έρωτα και τον άνθρωπο όπως κανείς άλλος.