Συνάντησα τον Μάκη Παπαδημητρίου στο θέατρο Βρετάνια, λίγο πριν την πρεμιέρα του έργου «Αν υπάρχει, δεν το’ χω βρει ακόμα» του Νικ Πέιν. Καθίσαμε στα παρασκήνια, στο παγκάκι του σκηνικού καθώς στο θέατρο γινόντουσαν εργασίες πυρετωδώς για το φθινοπωρινό του ξεκίνημα.

Ο Μάκης Παπαδημητρίου σε ρόλο σκηνοθέτη και ηθοποιού παρουσιάζει ένα έργο όπου συμπυκνώνει όλα τα οικογενειακά προβλήματα μέσα σε ένα έργο. Άνθρωποι που έχουνε «χάσει το δρόμο τους» μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον, ένα ζευγάρι που δεν επικοινωνεί πια, μία κόρη που δέχεται μπούλινγκ στο σχολείο, ένας θείος που προσπαθεί να βρει τον εαυτό του μετά από μία ερωτική απογοήτευση και καταλήγει να είναι δάσκαλος για το μικρό κορίτσι, αλλά ταυτόχρονα και μαθητής της. Μιλήσαμε με το Μάκη Παπαδημητρίου για το έργο, τα νέα θεατρικά κείμενα, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, αλλά και τις σχέσεις όπως διαδραματίζονται μέσα στο έργο.

Γεννήθηκα στην Κυψέλη και μεγάλωσα στην Ηλιούπολη και τα τελευταία 14 χρόνια ζω στην Κυψέλη. Πέρασα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών στο Τμήμα Φυσικής, όταν ήμουν στο 2ο έτος «έμπλεξα» με μια ερασιτεχνική θεατρική ομάδα που λέγεται «Φιλοπρόοδος» του ομίλου Υμηττού, μετά από παρότρυνση της φίλης μου της Δήμητρας που έμενε στην ίδια πολυκατοικία. Εκεί κάναμε «το Πανηγύρι» του Κεχαΐδη και ήταν η πρώτη μου ενασχόληση με το θέατρο.

Το 1999 έδωσα στο Εθνικό Θέατρο, πέρασα και τα πράγματα πήραν το δρόμο τους, δεν τελείωσα ποτέ την Φυσική, χρώσταγα καμιά δεκαπενταριά μαθήματα. Το αστείο στην ιστορία είναι ότι όταν πήγα να δω τη λίστα των επιτυχόντων στο Εθνικό είδα ένα όνομα που μου έκανε μεγάλη εντύπωση, γιατί λεγόταν Χρήστος Μαλάκης του οποίου το όνομα κάτι μου έλεγε, γιατί στο πανεπιστήμιο είχα έναν Μαλάκη που μας έκανε ένα από τα πιο δύσκολα μαθήματα (Στατιστική φυσική), οπότε τις πρώτες μέρες έψαχνα να δω ποιος είναι αυτός και αρχίσαμε να μιλάμε και του λέω «τι δουλειά κάνει ο πατέρας σου;» και μου λέει «καθηγητής στο Πανεπιστήμιο» και τώρα μην τα πολυλογώ ο Χρήστος είναι ο νονός του γιου μου.

Μια ιστορία που θυμάμαι από το θέατρο είναι όταν κάναμε ένα εξαιρετικό θεατρικό «Ο συγγραφέας» του Τιμ Κράουτς στο δώμα του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, ήταν μια σκηνοθεσία τεσσάρων ατόμων, της Κατερίνας Λυπηρίδου του Γιάννη Περλέγκα και του Χρήστου Μαλάκη. Το έργο είναι πολύ ιδιαίτερο γιατί δεν έχει σκηνή, όλοι οι ηθοποιοί καθόμασταν μέσα στους θεατές και δεν υπήρχε σκηνικός χώρος. Το έργο είναι μια αφήγηση όπου δυο ηθοποιοί ένας σκηνοθέτης και δυο θεατές λένε την εμπειρία τους από ένα έργο. Το έργο δεν πήγε καλά, δεν πήγε καθόλου καλά, για την ακρίβεια κατέβηκε πρόωρα, αλλά είναι από τις αγαπημένες μου παραστάσεις. Λοιπόν εκείνη την περίοδο επειδή ο κόσμος δεν είχε συνηθίσει να βλέπει κάτι τέτοιο γινόντουσαν πολλά ευτράπελα, ένα εκ των οποίων είναι που κάποια στιγμή μέσα στο κείμενο πρέπει να βάλουμε τον κόσμο σε διάδραση, ένας τύπος αφού είπε ότι είχε να πει σηκώνεται κι αρχίζει να κάνει Τάι-Τσι και μετά έφυγε.

H παράσταση «Αστερισμοί» του 2014 ήταν το έναυσμα για να ανακαλύψεις το κείμενο του Νικ Πέιν ;

Ακριβώς, ξεκίνησα κάποια στιγμή πέρσι μια έρευνα πάνω σε νέα θεατρικά και κάποια στιγμή γράφω το όνομα του Πέιν. Το έργο το ήξερα είναι η αλήθεια αλλά δεν το είχα διαβάσει και εντυπωσιάστηκα κι άρχισα κατευθείαν να το μεταφράζω. Και η αλήθεια είναι ότι κλείσαμε την παράσταση με τον Κάρολο Παυλάκη πριν ολοκληρωθεί η μετάφραση του έργου. Του είπα την ιστορία, του άρεσε και συμφωνήσαμε. Αυτό που είναι πολύ σημαντικό είναι ότι ο Πέιν δεν είναι ένας αφελής συγγραφέας, ας πούμε στους αστερισμούς επειδή έχει μέσα πολύ φυσική σαν έργο το είχε ψάξει και ήξερε πολύ καλά τι έγραφε.

«Δεν ξέρω τι θα έκανα αν ερχόταν κάποια στιγμή που θα μάθαινα ότι ο δικός μου γιος κάνει μπούλινγκ σε άλλους»

Έχουν κάτι κοινό αυτά τα έργα όπως το καταπληκτικό χιούμορ του Πέιν ή τις μικρές ατάκες, οι μονόλογοι του έχουν συγκεκριμένη δομή. Και τα δύο έργα έχουν έναν μικρόκοσμο της οικογένειας. Ο Πέιν έγραψε τους Αστερισμούς επειδή είχε χάσει τον πατέρα του και είχε ακούσει κάπου ότι μπορεί να τον συναντήσει σε κάποιο παράλληλο σύμπαν και άρχισε μια μεγάλη έρευνα πάνω σ’ αυτές τις επιστήμες. Στο «Αν υπάρχει, δεν το ‘χω βρει ακόμα» ο πατέρας είναι επίσης περιβαλλοντολόγος, η επιστήμη δεν λείπει από τα έργα του.

Πώς είναι η μετάφραση σαν διαδικασία;

Μ’αρέσει γιατί δεν υπάρχει το ενδιάμεσο του μεταφραστή που δεν είναι ηθοποιός. Ας πούμε εκτιμώ τον Νίκο Χατζόπουλο ως μεταφραστή, ο οποίος είναι εξαιρετικός στη μετάφραση αλλά είναι και ηθοποιός οπότε υπάρχει μια σύνδεση στο πώς θα μεταφέρεις στη γλώσσα σου το ξένο κείμενο. Αντίθετα υπάρχουν και μεταφραστές οι οποίοι είναι μεν καλοί άλλα δεν είναι ηθοποιοί και υπάρχει η δυνατότητα να πάρει ένας σκηνοθέτης το κείμενο τους και να κάνει μετατροπές πάνω του, προς όφελος της παράστασης πάντα, αυτοί λοιπόν που δεν δέχονται μύγα στο σπαθί τους νομίζω πως περισσότερο βλέπουν τον μύθο τους ως μεταφραστές παρά ως συνεργάτες.

Πώς μπήκες στη σκηνοθεσία;

Θα σου πω, με τη σκηνοθεσία έχω ασχοληθεί από πολύ παλιά, το 2002 τελείωσα τη σχολή, το 2003 ήταν η πρώτη μου σκηνοθεσία με την παράσταση «Loop» που ήταν και η πρώτη παράσταση που ανέβηκε στο δώμα του Θεάτρου του Νέου Κόσμου. Μετά έκανα το «Έγκλημα αλά Ινδικά» και ύστερα έναν μονόλογο με την Κατερίνα Λυπηρίδου, μετά έγινε το «Loot» και «το Τάβλι» και η συν-σκηνοθεσία στο «Πέτρες στις Τσέπες τους». Γενικά δεν είναι κάτι που αναφέρω όμως. Αν του χρόνου δεν έχω δουλειά, δεν θα πω ότι είμαι άνεργος σκηνοθέτης.

Πώς αντιμετωπίζεις σκηνοθετικά το κείμενο του Πέιν;

Κοίτα έμενα δεν μ’ αρέσουν οι άσκοπες εντάσεις, είναι τόσο καλογραμμένο το κείμενο, έχει ένα εκπληκτικό χιούμορ με πραγματικά λόγια που δεν χρειάζεται να κάνω κάτι για να πείσω τον κόσμο, δεν έχει από πίσω μια καρικατούρα για ν’ αποδείξουμε πόσο καλά το κάνουμε είναι μια σύμβαση έτσι κι αλλιώς. Έτσι αντιμετωπίσαμε το σκηνικό, τα ρούχα και τα φώτα. Η Μαγδαληνή Aυγερινού ας πούμε αντιμετωπίζει το σκηνικό με μια λιτή αισθητική, αυτό κάνω κι εγώ με την υποκριτική θέλω ως σκηνοθέτης να μπω κατευθείαν στην ιστορία δεν θέλω να πείσω για κάτι.

Μέχρι πριν λίγα χρόνια θεωρούσαμε ότι το μπούλινγκ υπήρχε μόνο εκτός συνόρων, κάναμε λίγο τα στραβά μάτια σαν κοινωνία και ξαφνικά υπάρχει παντού. Σαν πατέρας πώς θα αντιμετώπιζες μια κατάσταση παρενόχλησης απέναντι στον γιο σου;

Κατ’ αρχάς καλώς γίναμε ευαίσθητοι με αυτά τα θέματα. Θα λειτουργούσα με έναν τρόπο που θα θεωρούσα ότι είναι σωστός, με την έννοια ότι δεν θα ήθελα να προσβάλω κανέναν και θα ήθελα να κάνω σωστά βήματα. Μιλάς με το παιδί σου, με το δάσκαλο, με τους γονιούς των άλλων παιδιών και πιστεύω πως παίρνουν τα πράγματα έναν δρόμο, δεν πιστεύω πως πρέπει να πάρεις το νόμο στα χέρια σου. Θέλει προσοχή, πρέπει να χτίσεις μια σχέση με το παιδί σου για να μην σου κρύβει πράγματα. Από την άλλη δεν ξέρω τι θα έκανα αν ερχόταν κάποια στιγμή που θα μάθαινα ότι ο δικός μου γιος κάνει μπούλινγκ σε άλλους.

Έχεις νιώσει ποτέ σαν παιδί αυτή την απελπιστική μοναξιά της «Άννας»;

Όχι, ήμουν αρκετά τυχερός, μεγάλωσα σ ένα περιβάλλον γεμάτο παιδιά και έπαιζα συνέχεια. Δεν ένιωσα ποτέ μοναξιά σαν παιδί. Η Άννα νιώθει μόνη επειδή έχει την ιδιαιτερότητα να είναι μια υπέρβαρη έφηβη που δεν της κάνουν παρέα στο σχολείο και δέχεται λεκτική παρενόχληση, το αστείο είναι ότι τρώει δυο εβδομάδες αποβολή διότι αντιδρά στο μπούλινγκ υπερασπιζόμενη τη μάνα της.

Ποια από τις σχέσεις του έργου θεωρείς την πιο προβληματική;

Κυρίως των γονιών. Έχουν μια στάση παθητική απέναντι στο παιδί τους αν και δεν το λένε ποτέ ανοιχτά. Ο πατέρας ασχολείται με το βιβλίο που γράφει το οποίο του απορροφά όλο τον χρόνο. Η μητέρα ενώ προσπαθεί να προστατέψει την κόρη της την παίρνει στο σχολείο που δουλεύει αλλά ταυτόχρονα δεν λέει σε κανέναν ότι είναι η κόρη της. Η μόνη στιγμή που τους βλέπουμε ενεργούς αλλά με ασυγκράτητη αμηχανία είναι στο νοσοκομείο αφού η Άννα έχει κάνει την απόπειρα αυτοκτονίας. Ο πατέρας λέει στον τελευταίο μονόλογο πως αν κατανοούσαμε τι είναι αυτό που πρέπει να γίνει, τότε όλοι θα ήταν πρόθυμοι ν’ αλλάξουν, που νομίζω ότι είναι το νόημα και όλου του κειμένου.

Η επιλογή των ηθοποιών έγινε από σένα;

Τον Δημήτρη Πασσά τον ξέρω χρόνια, είμαστε φίλοι και συνεργάτες έχουμε ξαναδουλέψει μαζί στο παρελθόν έπαιζε και στο Loot που είχα σκηνοθετήσει. Την Μαρία Λεκάκη την γνώρισα πέρσι το καλοκαίρι, είναι τρομερή έχει εξαιρετικό χιούμορ, πολύ καλό παιδί και εξαίρετη ηθοποιός και η Αγγελική Γρηγοροπούλου είχε τα εξωτερικά χαρακτηριστικά που έχει η Άννα και με έβγαλε από τη δύσκολη θέση να κάνω ακρόαση γιατί ρώτησα έναν φίλο και μου λέει κοίτα αυτό το κορίτσι και κάναμε ένα ραντεβού διαβάσαμε λίγο το κείμενο και έμεινα πολύ ευχαριστημένος. Είμαι ευτυχής που την έχουμε στην παράσταση, πρόκειται περί ενός αριστουργηματικού κοριτσιού απ’ όλες τις απόψεις.

Θα άφηνες ποτέ το θέατρο για να κάνεις κάτι άλλο;

Σινεμά, το αφήνω αύριο, ναι εννοείται, μου αρέσει πολύ το σινεμά. Η αλήθεια είναι ότι τώρα συμμετέχω στα γυρίσματα τις δεύτερης μεγάλου μήκους ταινία του Δημήτρη Μπαβέλλα και έχουμε σταματήσει τώρα λόγω του θεάτρου. Λογικά θα την δούμε στο επόμενο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Τηλεοπτικά είσαι ένα παιδί του MEGA πώς βλέπεις όλη αυτή την ιστορία;

Τι να πω, είδαμε όλοι τι έγινε. Κοίτα παιδί του MEGA δεν νιώθω, χρήματα από το κανάλι δεν έπαιρνα, ήταν εξωτερικές παραγωγές που αν τις είχε αγοράσει κάποιο άλλο κανάλι θα παίζαμε εκεί. Με την τηλεόραση δεν ξέρω τι γίνεται να σου πω την αλήθεια. Υπήρξε μια εποχή που ήταν τόσα πολλά τα σήριαλ, μπορεί να γινόντουσαν τριάντα και τώρα γίνονται πέντε. Το θέμα δεν είναι η ποσότητα, το θέμα είναι να γίνονται ποιοτικές δουλειές και να πληρώνεται ο κόσμος, δεν θα έκανα τηλεόραση μόνο και μόνο για να κάνω. Δε νομίζω ότι θα γυρίσουμε ποτέ στην εποχή που στην τηλεόραση ήταν όλα ρόδινα, πρέπει να  βάλεις πολύ νερό στο κρασί σου πια και δεν ξέρω αν είμαι διατεθειμένος να το κάνω.

Πώς ανακαλύπτεις καινούρια κείμενα;

Διαβάζοντας και ψάχνοντας κυρίως, γιατί λεφτά και χρόνος για ταξίδια δεν υπάρχουν όχι απαραίτητα μ’ αυτή τη σειρά, όχι βασικά με αυτή τη σειρά. Κατά καιρούς υπάρχουν μερικοί άνθρωποι με τους οποίους συνεργάζομαι και κατά καιρούς συζητάμε τι θα μπορούσαμε να κάνουμε οπότε αυτό και μόνο μας βάζει σε μια διαδικασία ψαξίματος. Υπάρχουν πάρα πολλά υπέροχα σύγχρονα έργα και έχω ήδη ένα στο μυαλό μου για τα επόμενα.

Ιnfo παράστασης:

Αν υπάρχει, δεν το ‘χω βρει ακόμα | 11 Οκτωβρίου – 11 Νοεμβρίου 2018 | Θέατρο Βρετάνια