Σε λίγους μήνες, τον Φεβρουάριο του 2019, ο χώρος του μεγάρου Τσίλερ-Λοβέρδου στην οδό Μαυρομιχάλη 6, χωρίς λινάτσες και σκαλωσιές, θα μετατραπεί σε επισκέψιμο για το κοινό χώρο. Κομψότητα και μεγαλοπρέπεια είναι αυτά που χαρακτηρίζουν τον εσωτερικό του χώρο παρά την εγκατάλειψή του για δεκαετίες αλλά και τις καταστροφικές συνέπειες από την πυρκαγιά που υπέστη  τη δεκαετία του ’80.

Το συνολικό εμβαδόν της κατοικίας του Τσίλερ ξεπερνά τα 1.000 τ.μ., είναι ένα δείγμα καθαρής αρχιτεκτονικής που ακολουθεί τις αρχές του μεγάλου αρχιτέκτονα ενώ η αισθητική προσέγγιση παραπέμπει στη διαφάνεια και τη σαφήνεια όγκων και χώρων.

Εμβληματικό κτίριο για την πολιτιστική και αρχιτεκτονική κληρονομιά της πρωτεύουσας, από την πλήρη εγκατάλειψη έρχεται στο φως με τις ζωγραφικές του διακοσμήσεις, τα ξυλόγλυπτα έργα, τις οροφογραφίες, και τα ψηφιδωτά δάπεδα. Οι υπηρεσίες Συντήρησης και Αναστήλωσης του υπουργείου Πολιτισμού που δουλεύουν εκεί, από το 2012 και το 2013 αντίστοιχα, με μια θαυμάσια εργασία ανέδειξαν τον πλούτο του κτιρίου αλλά και τις διαφορετικές αισθητικές αντιλήψεις των διαδοχικών φάσεων κατοίκησης του κτιρίου από τις δύο οικογένειες Τσίλερ και Λοβέρδου.

Οι πόρτες του ανακαινισμένου πλέον μεγάρου άνοιξαν για τους πρώτους επισκέπτες, που παρευρέθηκαν στην ειδική ξενάγηση για την υπουργό Πολιτισμού Λυδία Κονιόρδου, τη γενική γραμματέα Μαρία Ανδρεαδάκη-Βλαζάκη, στελέχη του υπουργείου και τους διαπιστευμένους δημοσιογράφους. Η υπουργός Πολιτισμού, όπως δήλωσε μετά την περιήγηση, επισήμανε:

«Στόχος είναι η πρώτη φάση συντήρησης να έχει ολοκληρωθεί το επόμενο εξάμηνο. Το κτίριο θα γίνει επισκέψιμο για το κοινό μέχρι να ολοκληρωθούν οι μουσειακές μελέτες για να στεγαστεί η βυζαντινή συλλογή Δ. Λοβέρδου» – το κτίριο θα λειτουργήσει ως παράρτημα του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου.

Ο Έρνστ Τσίλερ έχτισε το μέγαρο το διάστημα 1882-1885 για να στεγάσει την οικογένειά του, μετά τον γάμο του στη Βιέννη με τη πιανίστρια Σοφία Δούδου και τα πέντε παιδιά του τη Βαλέρια, την Ναταλία, την Ιωσηφίνα (Φιφή), τον Όθωνα και τον Βάλτερ.

Η οικία γνώρισε λαμπρές ημέρες και το «πομπηιανό» σαλόνι της δέχτηκε σπουδαίες προσωπικότητες από την Ελλάδα και το εξωτερικό μέχρι το 1912 που έζησε ο Τσίλερ εκεί. Στο σαλόνι δόθηκε αυτό το χαρακτηριστικό όνομα εξαιτίας «των εξαιρετικών τοιχογραφιών σε λευκό φόντο, ζωγραφισμένες από τον Σλοβένο ζωγράφο Γιούρι Σούμπιτς, που είναι εμπνευσμένες από την Πομπηία και αναπαριστούν φτερωτές νύμφες-ψυχές, μορφές με έντονους συμβολισμούς.

Από την καταστροφική πυρκαγιά όταν λειτουργούσε ως βεστιάριο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, σώθηκαν οι τοιχογραφίες όπως και η περίτεχνη οροφή του, καθώς είχαν καλυφθεί με ψευδοροφές από την οικογένεια Λοβέρδου. Στον δεύτερο όροφο υπήρχαν τα υπνοδωμάτια των Τσίλερ. Στις οροφές τους ξεχωρίζουν τα ζωγραφικά θέματα με τους ελικοειδείς βλαστούς και τα μονογράμματα του αρχιτέκτονα (Ε.Ζ.) και της συζύγου του (S.Ε.Ζ.).

Το σπίτι του Τσίλερ βγήκε σε πλειστηριασμό το 1912, εξαιτίας των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε ο Γερμανός αρχιτέκτονας. Πέρασε στην ιδιοκτησία του ιδρυτή της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας, του φιλότεχνου Διονύσιου Λοβέρδου (1878-1934), ο οποίος επίσης στέγασε εκεί την οικογένεια αλλά και την πολυάριθμη συλλογή του που αποτελούνταν, κυρίως, από βυζαντινές εικόνες και έργα τέχνης.

Οι κόρες του, Μαρία Λοβέρδου και Ιωάννα Βασιλειάδη, δώρισαν το νεοκλασικό στο ελληνικό Δημόσιο, με διαχειριστή το ΥΠΠΟ, για λογαριασμό του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου στο οποίο πέρασε και η συλλογή των εικόνων. Την εποχή της κατοίκησής του από την οικογένεια Λοβέρδου στο ισόγειο προστέθηκαν 500 τ.μ. και οικοδομήθηκε το παρεκκλήσι με τον εξαιρετικό ψηφιδωτό θόλο.