Το πιο διάσημο γλυπτό του Μέμου Μακρή, βρίσκεται στο προαύλιο του Πολυτεχνείου. Είναι το γλυπτό του με τη μορφή του κεφαλιού ενός νέου, προς τιμήν των θυμάτων της εξέγερσης του Πολυτεχνείου  το 1973. Ο Μέμος Μακρής, ένας από τους σπουδαιότερους Έλληνες γλύπτες του β΄μισού του 20ού αιώνα, πέρασε τη μακράν πιο δημιουργική του φάση εξόριστος, εγκλωβισμένος καλύτερα, στη μεταπολεμική Ουγγαρία, σε μια ιστορική περίοδο, κατά την οποία η ανατολικοευρωπαϊκή χώρα αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα του λεγόμενου Ανατολικού Μπλοκ.

Ευκαιρία της γνωριμίας με τον Μέμο Μακρή είναι η έκθεση που παρουσιάζει το Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, με τίτλο «Μέμος Μακρής: από την Αθήνα στο Παρίσι (1934-1950)». Το ΜΙΕΤ επιχειρεί να φέρει ξανά στο προσκήνιο τον Μακρή, παρουσιάζοντας μια θεματική έκθεση που αναδεικνύει μια άγνωστη περίοδο του γλύπτη, τα χρόνια 1934-1950, στα οποία εντάσσεται και η δύσκολη περίοδος της Κατοχής και του Εμφυλίου.

Η ιστορία της έκθεσης ξεκινά με την ανακάλυψη μιας σειράς σχεδίων του Μέμου Μακρή από τα χρόνια της Κατοχής, στα κατάλοιπα της ζωγράφου Ελένης Σταθοπούλου, με την οποία ο γλύπτης συνδεόταν από τα χρόνια των σπουδών του και έως το 1948, οπότε και γνώρισε τη μετέπειτα σύζυγό του, τη σερβο-γαλλίδα Ζιζή Σίρνιτς. Η σημασία του corpus των περίπου είκοσι πέντε φύλλων (γυμνά, μελέτες για γλυπτά και μια σειρά από πορτρέτα του Βασίλη Ρώτα) στη συλλογή της Σταθοπούλου είναι κομβική για το έργο του Μακρή, δεδομένου ότι πρόκειται για τα μοναδικά σχέδιά του που σώζονται, αφού, όπως η πλειοψηφία των ομοτέχνων του, από ένα σημείο και έπειτα εργαζόταν απευθείας πάνω στον πηλό ή το χαλκό, εγκαταλείποντας σταδιακά το σχέδιο.

Στο αρχείο Μερλιέ των Μικρασιατικών σπουδών, στη λίστα των υποτρόφων του Γαλλικού Ινστιτούτου που επιβιβάστηκε στο θρυλικό Ματαρόα που μετέφερε στο Παρίσι διακόσιους Έλληνες φοιτητές με προορισμό το Παρίσι το 1945, στη θέση 19 βρίσκεται το ονοματεπώνυμο του Αγαμέμνονα Μακρή. Είναι η αρχή του ταξιδιού του για το Παρίσι και στη συνέχεια για την Ουγγαρία στην οποία πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωή του. Ο Μέμος Μακρής, που γεννήθηκε στην Πάτρα το 1913, πραγματοποίησε τις σπουδές του στην Αθήνα στη δεκαετία του 1930 και –όπως η πλειοψηφία των συναδέλφων του εικαστικών καλλιτεχνών– έδωσε το σημαντικότερο καλλιτεχνικό του έργο στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες και έως τη δεκαετία του 1980. Για τον Μέμο Μακρή, τα πράγματα θα αλλάξουν αρκετά από το 1950 και μετά, οπότε ζει στη Βουδαπέστη. Τότε θα δώσει μνημειακά έργα, που αρχικά υποτάσσονταν στο δόγμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, αργότερα όμως υπάκουαν στο ατομικό του ιδίωμα και τις ανησυχίες που τον απασχολούσαν ήδη από την παρισινή του περίοδο (1945-1950).

Ο ιστορικός τέχνης Σπύρος Μοσχονάς, μας ξεναγεί στον κόσμο του Μέμου Μακρή και την εξαιρετικά διαφωτιστική γα τη ζωή και το έργο του καλλιτέχνη έκθεση.

«Για να μείνουμε στη γλυπτική, που ήταν και η τέχνη που υπηρέτησε», λέει ο κ. Μοσχονάς, «στη Σχολή ο Μακρής δέχτηκε αρχικά την επίδραση του καθηγητή Κώστα Δημητριάδη, ενός σημαντικού γλύπτη με αξιόλογη διεθνή παρουσία. Ο Δημητριάδης ήταν από εκείνους που ακολούθησε το παράδειγμα του Ωγκίστ Ροντέν και το δίδαγμα του Γάλλου γλύπτη επιχείρησε να μεταφέρει στους δικούς του μαθητές, στην Αθήνα. Μετά από ένα σύντομο ταξίδι στο Παρίσι, το 1937, θα συνδεθεί φιλικά με τον Απάρτη, θα δει από κοντά έργα των Αριστίντ Μαγιόλ και Αντουάν Μπουρντέλ, ενώ στα τελευταία έτη των σπουδών του στη Σχολή, θα μπει στο εργαστήρι του Μιχάλη Τόμπρου. Η διδασκαλία του Τόμπρου αλλά και το παράδειγμα του Απάρτη (θα εγκατασταθεί στην Αθήνα το 1939, σε ένα ατελιέ που του παραχώρησε ο Μακρής) επιδρούν στο νεαρό γλύπτη, ο οποίος θα ακολουθήσει το δρόμο του ρεαλισμού με έμφαση σε αξίες όπως η καθαρότητα της μορφής και το αφαιρετικό πλάσιμο. Όταν θα βρεθεί στο Παρίσι, το 1950, ο Μακρής θα δεχτεί την έντονη επίδραση διάφορων πηγών, ενίοτε αντικρουόμενων (γοτθική γλυπτική, τέχνη των πρωτογόνων που είδε στο μουσείο του Τροκαντερό, τη μοντέρνα τέχνη, τον Πικάσο, τη γλυπτική των νέων του δασκάλων Ανρί Λωράν και Μαρσέλ Ζιμόν). Σταδιακά, η γλυπτική του χωρίς να απομακρυνθεί από την αναπαράσταση, θα ακολουθήσει περισσότερο αντιρρεαλιστική πορεία. Τα χρόνια αυτά, βέβαια, ο Μακρής φιλοτεχνεί κατά κύριο λόγο προτομές φίλων του και λιγοστά αγάλματα γυναικείων μορφών.»

Πώς τον επηρέασε η εξορία και η αριστερά;
Μολονότι είναι συνομήλικος με γλύπτες που στην Ελλάδα συνέβαλαν στη στροφή προς την Αφαίρεση (π.χ. Λουκόπουλος ή ο λίγο μεγαλύτερος Ζογγολόπουλος, τους οποίους γνώριζε επειδή επίσης σύχναζαν στο εργαστήρι του Απάρτη), ο Μακρής δεν ενδιαφέρθηκε για την αφηρημένη τέχνη. Αυτό είναι ένα στοιχείο που σχετίζεται με τις αριστερές πεποιθήσεις του: όχι επειδή το Κόμμα τον περιόρισε (η γλυπτική του ήταν αρκετά ελεύθερη, τόσο στην επίσημη έκφρασή της, όσο και στα μικρά, προσωπικά έργα που φιλοτεχνούσε), αλλά με την έννοια ότι πίστευε στην ανθρωποκεντρική τέχνη και επεδίωκε μια ουσιαστική επαφή με το κοινό, την οποία δεν θεωρούσε ότι θα επιτύγχανε με την αφαίρεση.

Ζώντας στην Ουγγαρία, η γλυπτική του επηρεάστηκε από τη μνημειακή γλυπτική των ανατολικών χωρών;
Από τη στιγμή που ο γλύπτης εγκαταστάθηκε στην Ουγγαρία, στράφηκε προς τη μνημειακή γλυπτική δημόσιου χαρακτήρα (γεγονός που συνδέεται και με το κομμουνιστικό καθεστώς). Και στην Ελλάδα, μετά το 1980, φιλοτέχνησε κατά βάση δημόσια έργα – ανδριάντες και ηρώα. Άλλωστε, ο ίδιος δήλωνε σε διάφορες ευκαιρίες ότι δεν πουλούσε τα γλυπτά του. Είναι ενδεικτικό ότι ένα από τα πιο διάσημα έργα του, το γλυπτό κεφάλι στο Πολυτεχνείο (ο τίτλος του οποίου είναι «Προς τιμήν των θυμάτων») το δώρισε ο ίδιος στο Ίδρυμα, έπειτα από πρόταση της ΕΦΕΕ. Σίγουρα, σε έναν βαθμό, η ρητορική του κομμουνιστικού καθεστώτος και η ανάγκη για μνημειακά σύνολα επέδρασαν στον Μακρή, του οποίου οι πιο σημαντικές δημιουργίες εντάσσονται στο πλαίσιο της δημόσιας τέχνης της μεταπολεμικής Ουγγαρίας. Οι επιρροές του όμως, μάλλον θα πρέπει να αναζητηθούν στην ελληνική και (κυρίως) την παρισινή του περίοδο. Η ελληνική του περίοδος του επιτρέπει να φιλοτεχνήσει ρεαλιστικά μνημειακά σύνολα, ενώ το Παρίσι τον καθοδηγεί στο ξεπέρασμα του ρεαλισμού. Για παράδειγμα, ένα από τα πιο σπουδαία έργα του Μακρή στην Ουγγαρία, το «Μνημείο της Απελευθέρωσης» στην πόλη Πετς, εμπνέεται από τη «Νίκη της Σαμοθράκης» και παράλληλα χαρακτηρίζεται από το αφαιρετικό πλάσιμο και τις αδρές επιφάνειες του υλικού.

Η προτομή της Μέλπως Αξιώτη

Η προτομή της Μέλπως Αξιώτη

Γιατί ο Μέμος Μακρής, παρόλο που του υπάρχουν έργα του στο δημόσιο χώρο, δεν αναγνωρίστηκε περισσότερο;
Δεν θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο Μέμος Μακρής δεν είναι ένας αναγνωρισμένος γλύπτης. Τόσο στην Ουγγαρία όσο και στην Ελλάδα, είναι αρκετά τα έργα του που κοσμούν πλατείες και δημόσιους χώρους έχοντας αναδειχτεί σε τοπόσημα. Ωστόσο, στην Ελλάδα, μετά τις αναδρομικές του εκθέσεις στην Εθνική Πινακοθήκη το 1979 και στη Δημοτική Πινακοθήκη Πάτρας το 1993, δεν έχει πραγματοποιηθεί κάποια έκθεση αφιερωμένη στον γλύπτη. Μόλις τον Μάιο του 2016 παρουσιάστηκε στην P gallery, στην Αθήνα, η έκθεση «Μέμος Μακρής, οι κάκτοι» (24 Μαΐου-23 Ιουλίου), αφιερωμένη στην τελευταία ενότητα έργων του.

Σε έναν επισκέπτη της έκθεσης τι θα προτείνατε να παρατηρήσει και να κατανοήσει περισσότερο;
Το σύνολο των εκτιθέμενων έργων συγκροτεί την πρώτη φάση της δημιουργίας του Μακρή. Μετά το 1950, το ύφος του γλύπτη χάνει ολοένα και περισσότερο τον ρεαλιστικό χαρακτήρα του, γίνεται πιο αφαιρετικό, πιο γεωμετρικό. Θα μπορούσε, συνεπώς, να υποστηριχθεί ότι το υλικό που συγκεντρώνεται στην έκθεση αποτελεί μια ενιαία περίοδο, που μολονότι διακρίνεται από τη διάθεση πειραματισμού, στην πραγματικότητα δεν αμφισβητεί τη ρεαλιστική αφετηρία. Στο Μέγαρο Εϋνάρδου, λοιπόν, ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει σχέδια και γλυπτά, που του επιτρέπουν να κατανοήσει την υφολογική ωρίμανση του νεαρού καλλιτέχνη.

Kεντρική φωτογραφία άρθρου: Ο Μέμος Μακρής (πρώτος αριστερά) με φίλους του πριν φύγει για το Παρίσι

Info:
«Μέμος Μακρής – Από την Αθήνα στο Παρίσι (1934-1950)» | 15 Δεκεμβρίου 2016 – 25 Φεβρουαρίου 2017 | Μέγαρο Εϋνάρδου | Ώρες λειτουργίας: Τρίτη-Παρασκευή 12:00-20:00, Σάββατο 11:00-17:00

Στις 24 και 31 Δεκεμβρίου 2016 η έκθεση θα λειτουργήσει 11:00-14:00

Πληροφορίες: 210 5223101, 210 5223540, 210 3234267