Μετά τον «Άνθρωπο ανεμιστήρα», με τον οποίο μας συστήθηκε, η εκ Θεσσαλονίκης ορμώμενη ομάδα «Εν δυνάμει» παρουσιάζει στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών τη δεύτερη παραγωγή της, το «“Άλλο” σπίτι», και πάλι σε σκηνοθεσία της Ελένης Ευθυμίου. «Αθόρυβη» αλλά εμφανώς ταλαντούχα η νεαρή σκηνοθέτιδα, τη θυμόμαστε ήδη από το Δώμα του Νέου Κόσμου, τρία-τέσσερα χρόνια πριν, όταν μαζί με τη Βασιλική Τρουφάκου είχαν αναλάβει εξολοκλήρου τη θεατρική διασκευή, σκηνοθεσία και ερμηνεία του μυθιστορήματος «Η άγνωστη τρομοκράτισσα».

Τόσο με τον «Άνθρωπο ανεμιστήρα» όσο και με το τωρινό «“Άλλο” σπίτι», η ομάδα αναμετριέται με ένα από τα παρακλάδια του θεάτρου ντοκουμέντου, αυτό της υποκειμενικής μαρτυρίας, που φέρνει στη σκηνή την προσωπική εμπειρία – όχι μόνο ως πρωτογενές δραματουργικό υλικό, αλλά και όσον αφορά τη σκηνική της ενσάρκωση από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές της. Σαν να μην φτάνουν οι δυσκολίες που θέτει το είδος από μόνο του, καθώς καλείται τόσο να δώσει καλλιτεχνική υπόσταση σε ένα υλικό που δεν έχει δημιουργηθεί απαραιτήτως για τη σκηνή όσο και να δώσει σκηνικό βήμα σε μη ηθοποιούς, στη συγκεκριμένη περίπτωση έχουμε να κάνουμε, επιπλέον, με μια ομάδα που συγκαταλέγει στα μέλη της άτομα με αναπηρία. Ψηλά ο πήχης, λοιπόν – αλλά το στοίχημα είναι εν πολλοίς κερδισμένο από το γεγονός πως και οι δύο δουλειές μαρτυρούν, ανεξάρτητα από το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, όχι απλώς μόχθο αλλά την κατάκτηση ενός σπουδαίου αγαθού: τη δημιουργία ενός καλλιτεχνικού πυρήνα που δίνει χώρο και χρόνο σε κάθε προσωπικότητα να αναπτυχθεί και να εκφρασθεί.

Στον «Άνθρωπο ανεμιστήρα», η παράσταση είχε στραφεί κυρίως γύρω από το τι σημαίνει να είσαι άτομο με αναπηρία και άνοιξε με άκρως θεατρικό τρόπο ένα παράθυρο στις σκέψεις, τον ψυχισμό και τα συναισθήματά τους, κάνοντάς μας να ανατρέψουμε πολλές από τις παγιωμένες μας αντιλήψεις (από πού κι ως πού, άραγε, παγιωμένες;) – ενδεικτικότερο παράδειγμα η σχέση τους με τον έρωτα και τη σεξουαλική επιθυμία, ένα θέμα που εμείς οι «άλλοι» απλώς θεωρούσαμε πως δεν τους απασχολεί. Τώρα, στο «“Άλλο” σπίτι», η δουλειά της ομάδας προεκτείνεται στο θέμα του χώρου· τι είναι σπίτι, ιδιωτικός χώρος, οικογένεια, κοινωνικοποίηση; Πώς ονειρεύονται το τέλειο σπίτι ή τη ζωή τους μακριά από την οικογενειακή στέγη, που ενίοτε λειτουργεί σαν ένα «χρυσό κλουβί»; Αλλά και πώς αντιμετωπίζουν την εγκατάλειψη ή τον εγκλεισμό τους στα πάσης φύσεως ιδρύματα;

Και οι δύο παραστάσεις αποτελούν αποτέλεσμα πολύμηνης δουλειάς, δουλειάς που, προφανώς, μέτρησε πολλά περισσότερα στάδια και πολύ περισσότερο υλικό από αυτό που τελικά επιλέχθηκε – όπως, θεωρώ, και πολλά περισσότερα ευεργετικά αποτελέσματα για τους συμμετέχοντες από ό,τι μόνη της η τελική παρουσίαση. Εννοώ, εν προκειμένω έχουμε να κάνουμε με μια περίπτωση όπου η διαδικασία μετράει -σε αντίθεση με οποιαδήποτε άλλη παράσταση- ακόμη περισσότερο από το αποτέλεσμα που παρουσιάστηκε επί σκηνής, οπότε η αξία της δουλειάς χαιρετίζεται ούτως ή άλλως.

Το ευτύχημα είναι πως ο έπαινος αξίζει και στο σκηνικό αποτέλεσμα. Όπως και στον «Άνθρωπο ανεμιστήρα», έτσι και εδώ η Ελένη Ευθυμίου αποδεικνύει πως είναι ένας εξαιρετικός ενορχηστρωτής είκοσι και πλέον ανθρώπων επί σκηνής (αυτό από μόνο του δεν είναι λίγο) αλλά και ικανότατη στη δημιουργία ενός ολικού θεάματος γεμάτου τραγούδια και μουσική, βιντεοπροβολές, σωματική αλληλεπίδραση, ρυθμό, συναισθηματικές εναλλαγές και υποδειγματική χρήση της σκηνογραφίας· γνωρίζει, με άλλα λόγια, πολύ καλά πώς να ντύσει το ντοκουμενταρίστικο υλικό της με άκρως θεατρικό ένδυμα – κάτι που αποτελεί το κατεξοχήν διακύβευμα κάθε παράστασης του είδους.

Όσον αφορά το κομμάτι του περιεχομένου, που μάλλον είναι και το κυριότερο λόγω της σύνθεσης και του στόχου της ομάδας, αυτό που και σε αυτή τη δουλειά ξεχωρίζει είναι η ευθεία ματιά, η χωρίς καμία διάθεση ωραιοποίησης αλλά ούτε και πρόκλησης οίκτου. Η παράσταση εκμεταλλεύεται και το χιούμορ και το συναίσθημα και τη σκληρή αλήθεια -η οποία διατυπώνεται περισσότερο με υπόγειους τρόπους και όχι κραυγαλέα και γι’ αυτό το λόγο είναι και πιο επιδραστική-, όχι όμως για να προκαλέσει φτηνό συναίσθημα ή εύκολη συγκίνηση. Η παράσταση καταφέρνει να είναι τόσο άμεση, ανθρώπινη, ευαίσθητη και σκληρή όσο και η ουσία της πραγματικότητας που την έχει εμπνεύσει. Γι’ αυτό ακριβώς καταφέρνει να είναι μια παράσταση που ξεβολεύει και συν-κινεί, που κινητοποιεί σκέψη και συναίσθημα αντί να τα αποχαυνώνει στο όνομα μια δήθεν «ταύτισης».

Αν πρέπει να ψάξουμε για αδυναμίες, είναι ελάχιστες, και σίγουρα δεν οφείλονται στην «ιδιαιτερότητα» της ομάδας αλλά κυρίως στο είδος του επινοημένου θεάτρου, όπου συγκαταλέγεται η παράσταση. Για την ακρίβεια, μπορεί να διακρίνει κανείς μια δραματουργική πληθωρικότητα, που βαραίνει κάπως τη συνοχή της παράστασης προς το τέλος. Στοιχείο μάλλον αμελητέο μπροστά στα άλλα, τα πραγματικά σπουδαία που χαρίζει η παράσταση σε θεατές και συμμετέχοντες.

Info παράστασης: «Το άλλο σπίτι» στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών | 9 – 24 Ιανουαρίου | Είσοδος: 10 – 12€