Πενήντα δυο χρόνια έχει να παρουσιαστεί στο αθηναϊκό κοινό η περίφημη Μανόν του Μασνέ, μια από τις διασημότερες όπερες του γαλλικού ρεπερτορίου. Θα την υποδυθούν στη νέα παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής δυο σπουδαίες Ελληνίδες υψίφωνοι της ΕΛΣ με διεθνή αναγνώριση, η Μυρτώ Παπαθανασίου και η Χριστίνα Πουλίτση.

Η Μανόν είναι βασισμένη στο μυθιστόρημα του αββά Πρεβώ «Μανόν Λεσκώ», ένα έργο με το οποίο:

«το Παρίσι ξετρελάθηκε όταν κυκλοφόρησε και οι άνθρωποι έτρεχαν να αγοράσουν [τις παράνομες εκδόσεις του] λες κι ορμούσαν στη μάχη».

Γιατί τόσος θόρυβος; Απλώς η γαλλική κυβέρνηση είχε απαγορεύσει την ιστορία της Μανόν με τον ιππότη ντε Γκριέ (Histoire du chevalier des Grieux et de Manon Lescaut, ο πρωτότυπος τίτλος) γιατί το θεωρούσε τολμηρό και ακόλαστο ερωτικό έργο. Όλα αυτά συμβαίνουν στα μέσα του 18ου αιώνα και είναι με κάποιο τρόπο έργο αυτοβιογραφικό του αββά Πρεβώ : Ο ήρωάς του, ο ιππότης ντε Γκριέ, προοριζόταν κι αυτός για ιερωμένος κι έχει τον ίδιο ανήσυχο χαρακτήρα με τον συγγραφέα του.

Το μυθιστόρημα αυτό ήταν η αρχή των romans larmoyants, των δακρύβρεχτων μυθιστορημάτων, που συγκινεί μέχρι σήμερα ως είδος παρόλο που μιλά για μιαν εταίρα κι έναν απατεώνα. Η επίδρασή του στους μεταγενέστερους είναι τεράστια. Επηρεάζει τον Ρουσσώ, τον Ντιντερό, τον Δουμά αλλά κάνει αυτούς τους ήρωες και πρωταγωνιστές σε όπερες από συνθέτες όπως ο Ομπέρ, ο Μασνέ και ο Πουτσίνι.

Ο άτυχος ιππότης και ο μοιραίος έρωτας προς τη Μανόν μεταφέρεται μοναδικά από τον Μασνέ μέσα από μουσική ζωηρή, γεμάτη πάθος και κυρίως αισθησιασμό, μουσική ενός ύφους, το οποίο εξέφρασε με τον πιο γλαφυρό τρόπο τη γαλλική μπελ επόκ, την αισθητική και τις αξίες της. Η Μανόν παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Παρίσι από τον θίασο της Κωμικής Όπερας στην αίθουσα Φαβάρ στις 19 Ιανουαρίου 1884. Η επιτυχία ήταν τέτοια ώστε με τον ίδιο θίασο η όπερα να συμπληρώσει χίλιες παραστάσεις το 1919, χίλιες πεντακόσιες το 1931 και δύο χιλιάδες το 1952. Στο μεταξύ, η Μανόν γοήτευσε ολόκληρο τον κόσμο, από το Λονδίνο ως την Αγία Πετρούπολη και τη Νέα Υόρκη. Σήμερα, άλλωστε, θεωρείται η δεύτερη σε επιτυχία και απήχηση γαλλική όπερα μετά την Κάρμεν του Μπιζέ.

Ο Μασνέ υπήρξε σπουδαίος συνθέτης, ταπεινός όσο και αποτελεσματικός, και επέλεγε τα κατάλληλα μέσα χωρίς να καταφεύγει σε υπερβολές και περιττά εφέ. Στη Μανόν οι ωραίες μελωδίες αφθονούν. Οι άριες της Μανόν και του Ντε Γκριέ, τα ντουέτα ανάμεσα στους δύο, τα χορωδιακά ξεχωρίζουν για τη μελωδικότητά τους. Η δε ποικιλία τους είναι τέτοια που επιτρέπει στον Μασνέ να τα εντάξει στη ροή της μουσικής με τρόπο που εξυπηρετεί ιδανικά το μουσικοδραματικό περιεχόμενο του έργου. Η μουσική είναι άλλωστε το στοιχείο που έχει δώσει στην όπερα αυτή διαχρονικότητα και μεγάλη δημοφιλία, ανεξάρτητα από μόδες.

Η αιώνια μαγεία του μοιραίου πάθους

Η υπόθεση της Μανόν αφορά τη σύντομη ζωή της επαρχιωτοπούλας Μανόν Λεσκώ, η οποία πόθησε τα πλούτη και τη μεγάλη ζωή στο Παρίσι. Αφού τα έζησε για σύντομο χρονικό διάστημα, κατηγορήθηκε για πορνεία, απελάθηκε και κατέληξε να πεθάνει από εξάντληση στον δρόμο προς το λιμάνι της Χάβρης. Τη Μανόν ερωτεύτηκε παράφορα ο ιππότης Ντε Γκριέ, ο οποίος κατέστρεψε τη ζωή του ακολουθώντας την αγαπημένη του.

Όλη η όπερα στηρίζεται στην προσωπικότητα της ίδιας της Μανόν, η οποία αποτελεί την επιτομή του στερεότυπου της εποχής σχετικά με τη δύναμη αποπλάνησης της γυναικείας γοητείας. Η Μανόν είναι νέα και όμορφη, ασταθής και αναποφάσιστη, ειλικρινής στην ανειλικρίνειά της, γενναιόδωρη και φιλόδοξη. Ορκίζεται χωρίς δυσκολία αιώνια πίστη σε όποιον αγαπημένο τής προσφέρει αυτό που ζητά και με την ίδια ευκολία τον εγκαταλείπει.

Στο κυνήγι των ηδονών δεν εξαντλείται παρά μονάχα από την ίδια την εξάντληση, αφού προηγουμένως μετανοήσει για τις αμαρτίες στις οποίες της έχουν ζητήσει οι άλλοι να υποπέσει. Η μουσική του Μασνέ αποδίδει όλες αυτές τις όψεις με εντυπωσιακή ευστοχία. Από τη διστακτική είσοδό της ως τον γεμάτο τύψεις αποχαιρετισμό προς τον Ντε Γκριέ, τη φιλάρεσκη γκαβότα της στον «Περίπατο της βασίλισσας» και την αισθησιακή μουσική αποπλάνησης του Ντε Γκριέ στην εκκλησία ως τη γεμάτη μετάνοια κατάληξη. Όλα συνθέτουν την αινιγματική και φευγαλέα προσωπικότητά της.

Ο σκηνοθέτης Θωμάς Μοσχόπουλος για τη Μανόν

Πόση σημασία έχει σήμερα ένα ανέβασμα της Μανόν και τι είναι αυτό που φέρνει την ιστορία της στο παρόν;

«Το ειδικό ενδιαφέρον που μπορεί να έχει ένα ανέβασμα στις μέρες μας», λέει ο Θωμάς Μοσχόπουλος, «μπορεί να βρίσκεται στο ότι αποτυπώνει σχεδόν συμβολικά έναν κόσμο που μεθυσμένος από την “ευκολία” και την “ανεμελιά” διακατέχεται από μια ακόρεστη όρεξη για κατανάλωση ηδονών και εφήμερης επιβεβαίωσης.

Οι αξίες εύκολα τοποθετούνται σε επίπεδο αγοραστικής αξίας, ο έρωτας συγχέεται με τον ερωτισμό και η έννοια της πορνογραφίας μπορεί άνετα να χρησιμοποιηθεί για κάθε μορφή ανθρώπινης συμπεριφοράς και όχι μόνο στη στενή της κυριολεξία, είναι ένας κόσμος που οδηγείται με απαστράπτουσα επιπολαιότητα σε μια νομοτελειακή δραματική έξοδο εθελοτυφλώντας για τις όποιες συνέπειες μέσα από την αποθέωση του εφήμερου.

Είναι η Μανόν μια αντι-Τραβιάτα ή μια πρώιμη Λούλου; Ένα θύμα των καταστάσεων και μιας κοινωνίας που υποτάσσει μια νέα γυναίκα σε κατηγοριοποιήσεις ή μια φιλήδονη αμοραλίστρια που καταστρέφεται από τον ναρκισσισμό της; Ο ιππότης Ντε Γκριέ; Μια πιστή ύπαρξη με άδολα και δυνατά αισθήματα; Ή ένας αφελής εμμονικός νέος, καλομαθημένος από την οικονομική και κοινωνική επιφάνεια της οικογένειάς του; Ίσως ούτε ο Πρεβώ ούτε ο Μασνέ να αποσκοπούσαν σε ξεκάθαρες ή ηθικολογικές απαντήσεις. Στο έργο αυτό, το galant πνεύμα του γαλλικού 18ου αιώνα δέχεται τα «τσιμπήματα» του Διαφωτισμού, που παρακινεί σε κριτική σκέψη και επανεξέταση κάθε βεβαιότητας, ενώ κατά την μπελ επόκ μέσα από την ευζωία καλύπτονται έντεχνα μεγάλες εντάσεις και ανισότητες καθώς και ανακατατάξεις σε κάθε επίπεδο κοινωνικής και πνευματικής ζωής. Σαν δύο μεγάλες φούσκες που μεγαλώνουν ασύστολα οι δύο αυτές εποχές θα σκάσουν σε μεγάλες και παγκόσμιας εμβέλειας κρίσεις που θα συνταράξουν ολόκληρο τον κόσμο».

«Και στον Πρεβώ αλλά και στον Μασνέ», τονίζει ο Θωμάς Μοσχόπουλος,  «οι “αφηγήσεις” της “ιστορίας” της Μανόν Λεσκώ αναφέρονται σε έναν “παρελθόντα” χρόνο για να κατανοήσουν τον παρόντα. Έτσι και το ανέβασμα θα αναμείξει τον 18ο και τον 19ο αιώνα με το πρόσφατο παρελθόν μας ξεκινώντας από τις εξωτερικές λαμπερές εικόνες τους και την ιλιγγιώδη αίσθηση “αναρρίχησης” και καταλήγοντας στον αποσβολωμένα γυμνό πόνο της ξαφνικής πτώσης του παρόντος».

Μια νέα μεγάλη παραγωγή

Τη σκηνοθεσία της Μανόν υπογράφει ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Θεάτρου Πόρτα, με μεγάλη εμπειρία στην όπερα, Θωμάς Μοσχόπουλος, ο οποίος βλέπει την ιστορία της Μανόν μέσα από τη νοηματική ρευστότητα που κυριαρχεί στο έργο, εστιάζοντας στη θυματοποίηση αλλά ταυτόχρονα και στον αμοραλισμό των βασικών χαρακτήρων. Η Ευαγγελία Θεριανού υπογράφει τα σκηνικά, η Κλαιρ Μπρέισγουελ τα κοστούμια, ο Κορνήλιος Σελαμσής τη μουσική δραματουργία και η Σοφία Πάσχου την κινησιολογία.

Ο αρχιμουσικός της ΕΛΣ Λουκάς Καρυτινός θα έχει την ευθύνη της μουσικής διεύθυνσης, ενώ τις δύο τελευταίες παραστάσεις θα διευθύνει ο νέος Ελληνοϊταλός ανερχόμενος αρχιμουσικός Κλεάντε Ρούσσο. Τη Χορωδία της ΕΛΣ θα διευθύνει ο Αγαθάγγελος Γεωργακάτος.

Στον ιδιαιτέρως απαιτητικό ρόλο του τίτλου πρωτοεμφανίζονται δύο από τις σημαντικότερες Ελληνίδες υψιφώνες, η Μυρτώ Παπαθανασίου και η Χριστίνα Πουλίτση. Στον ρόλο του Ιππότη ντε Γκριέ ο αναγνωρισμένος Ρουμάνος τενόρος Γιόαν Χοτέα και ο ανερχόμενος Έλληνας τενόρος Κωνσταντίνος Κληρονόμος.

Τον Λεσκώ θα ερμηνεύσουν ο διακεκριμένος βαρύτονος της ΕΛΣ Διονύσης Σούρμπης και ο Βαγγέλης Μανιάτης.

Μαζί τους νεότεροι και καταξιωμένοι μονωδοί, όπως οι Πέτρος Μαγουλάς, Τάσος Αποστόλου, Νίκος Στεφάνου, Χρήστος Κεχρής, Χάρης Ανδριανός, Κωστής Ρασιδάκις κ.ά.

Info παράστασης:

Μανόν | 12, 14, 16, 19, 21, 23, 26, 30 Δεκεμβρίου 2018 | Κεντρική Σκηνή Εθνικής Λυρικής Σκηνής – Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος, ΚΠΙΣΝ