Τρίτος χρόνος για την Μαριάννα Κάλμπαρη στο τιμόνι του θεάτρου Τέχνης και τα πράγματα, όπως λέει, παραμένουν δύσκολα. Παιδί του Τέχνης και η ίδια, διαδέχτηκε τον Διαγόρα Χρονόπουλο στην καλλιτεχνική διεύθυνση του θεάτρου ευγνωμονώντας τον πάντα που άφησε ένα θέατρο καθαρό, χωρίς χρέη. Η Κάλμπαρη ανέλαβε, όχι μόνο τη συνέχεια ενός θεάτρου που έχει δυο σκηνές, αλλά και το άνοιγμα και την ανανέωση του δυναμικού του. 

«Η μεγαλύτερη δυσκολία», ομολογεί «είναι ότι κάθε χρονιά ξεκινάμε ξανά από το μηδέν. Έχουμε δημιουργικές συναντήσεις σε επίπεδο προσώπων και ιδεών, αλλά μας τσακίζουν οι πρακτικές δυσκολίες. Πέρσι μέχρι το Φεβρουάριο πήγαμε πολύ καλά, από εκεί και πέρα, γονατίσαμε, κάτι που συνέβη σε όλα τα θέατρα. Πιστεύαμε ότι θα έχουμε ένα απόθεμα για να μην ξεκινήσουμε και φέτος από την αρχή».

Φέτος έχετε αναγγείλει στο πρόγραμμά σας 14 παραστάσεις. Αυτό το «πολυρεπερτόριο» σάς εξυπηρετεί τελικά, ή συντελείτε και εσείς στον χαοτικό χάρτη των θεάτρων έτσι όπως διαμορφώνεται κάθε χρόνο;
Μπορεί να συντελούμε και εμείς σε αυτό τον πληθωρισμό, δεν το αρνούμαι. Τα έργα μας είναι παραγωγές και συμπαραγωγές και είναι αρκετά επειδή δεν ξέρεις ποτέ τι θα λειτουργήσει και τι θα αντέξει. Είναι σαφές ότι πολύ λίγες παραστάσεις πια αντέχουν για μια ολόκληρη σεζόν, πάνε καλά για ένα συγκεκριμένο διάστημα. Η δική μου επιθυμία είναι να υπάρχει πολυφωνία, αφού δεν μπορούμε να έχουμε ένα ανσάμπλ, όπως γινόταν στο Τέχνης παλιότερα. Τώρα δε μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο αφού δεν υπάρχει ένας σίγουρος προϋπολογισμός. Και μετά από αυτό αρχίζει μια αλυσίδα πραγμάτων, όπως το ότι οι ηθοποιοί για να επιβιώσουν, όχι για να βγάλουν χρήματα, πρέπει να δουλέψουν σε δυο και τρεις δουλειές. Συνεπώς και μια παράσταση αν πάει καλά δε συνεχίζεται, οι ηθοποιοί είναι κλεισμένοι αλλού. Πρόκειται για ένα φαύλο κύκλο, που προκύπτει καθαρά από την οικονομική δυσπραγία.

Μαριάννα Κάλμπαρη ©Δανάη Κωτσάκη

Δεν είναι δυσβάσταχτο να έχετε δυο σκηνές;
Όχι, γιατί τελικά βοηθά η μια την άλλη, βοηθά στο να υπάρχει και παιδική και εφηβική σκηνή και να μπορούν να πληρωθούν οι άνθρωποι, το λέω πολύ απλά.

Αυτό δεν έχει καμία σχέση με το παλιό Θέατρο Τέχνης και τη λειτουργία του, έτσι δεν είναι;
Το Θέατρο Τέχνης ήταν ένα ανσάμπλ. Πολύ συγκεκριμένο, με ανθρώπους από μια σχολή και με δουλειές ενός ή δυο σκηνοθετών. Αυτό δεν υφίσταται πλέον. Υπάρχουν οι άνθρωποι που προέρχονται από το Τέχνης, στη σχολή διδάσκεται η μέθοδος που διδασκόταν, στην πραγματικότητα η μέθοδος Στανισλάφσκι ήταν αυτή, αλλά δεν υπάρχει ο συγκεκριμένος θίασος που έχει συγκεκριμένη οπτική και δουλεύει με τον ίδιο σκηνοθέτη πάνω κάτω, οπότε τα πράγματα είναι συγκεκριμένα. Σήμερα, τα πράγματα είναι πιο ανοιχτά.

Η σχολή και το θέατρο είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα;
Όχι ακριβώς, γιατί η σχολή τροφοδοτεί το θέατρο, τα παιδιά της σχολής είναι η ψυχή του θεάτρου όχι μόνο ως ηθοποιοί που δοκιμάζονται και κάποιες φορές σε πολύ μικρή ηλικία σε μεγάλους ρόλους. Δουλεύουν μέσα στο θέατρο, αποκτούν και μια άλλη εμπειρία μέσα από άλλα πόστα, αυτό ισχύει σήμερα.

H φετινή αφίσα του Θεάτρου Τέχνης

H φετινή αφίσα του Θεάτρου Τέχνης

Περιμένατε ότι θα υπάρχουν τόσο μεγάλες αντιδράσεις με το έργο του Πιτσιρίκου, που έχει ενταχθεί στον καλλιτεχνικό προγραμματισμό σας για τη νέα σεζόν;
Ομολογώ πως όχι.

«Διάλεξα τον Πιτσιρίκο μέσα από μια διάθεση πειραματισμού με ένα τρόπο γραφής»

Γιατί το διαλέξατε;
Το διάλεξα μέσα από μια διάθεση πειραματισμού με ένα τρόπο γραφής. Πιστεύω ότι ταιριάζει για να γραφτούν τα νούμερα ενός καμπαρέ, γατί περί αυτού πρόκειται. Αυτό καθαρά. Δεν υπήρχε κάποιος στόχος πρόκλησης ή πολιτικής θέσης, γιατί το θέατρο κατά τη γνώμη μου δεν μπορεί να ταυτίζεται με κανενός την πολιτική θέση, τοποθέτηση και άποψη. Εδώ είναι μια πιο συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά ο στόχος ήταν καλλιτεχνικός, τι μπορεί να βγάλει δηλαδή αυτός ο τρόπος γραφής σε αυτό το είδος.

Όταν διαλέγει όμως κάποιος τον Πιτσιρίκο να γράψει ένα καμπαρέ με τίτλο «2017», βάζει και μια πολιτική θέση του θεάτρου του και μια ιδεολογική ταυτότητα. Γι’ αυτό σας κατηγορούν.
Αυτός δεν ήταν ο στόχος. Το αποτέλεσμα θα κριθεί καλλιτεχνικά. Έγινε μεγάλος θόρυβος, αλλά όχι πολύ μεγάλος στα αλήθεια. Ας μην υπερτιμήσουμε αυτό που συζητάμε μεταξύ μας. Η κοινωνία καίγεται από άλλα θέματα. Αν το αποτέλεσμα δε μας δικαιώσει, κακώς για την επιλογή μας. Αλλά αυτό πρέπει να κάνουμε λίγη υπομονή και να το περιμένουμε.

Μαριάννα Κάλμπαρη ©Δανάη Κωτσάκη

Βρίσκετε ότι αυτές οι αντιδράσεις ήταν φωνές συντηρητικές ή απλώς υπερβολικές;
Η κοινωνία είναι σε τέτοια αμηχανία και τέτοιο φόβο, που φτάνουμε σε σημείο να φοβόμαστε τι μπορεί να πει κάποιος σε κάτι που θα γράψει. Όλα αυτά είναι υπερβολικά, το θέατρο είναι παιχνίδι καλλιτεχνικής δημιουργίας, τίποτα άλλο, και έτσι πρέπει να κρίνεται. Επίσης, δεν μπορείς εκεί να λογοκρίνεις και μάλιστα προληπτικά.

«Δεν μπορείς στο θέατρο να λογοκρίνεις και μάλιστα προληπτικά»

Το θέατρο έχει αντίκτυπο σήμερα στην κοινωνία;
Οι άνθρωποι έρχονται νομίζω στο θέατρο γιατί έχουν ανάγκη να αισθανθούν και να σκεφτούν. Και να επικοινωνήσουν ίσως και μεταξύ τους. Τα βασικά. Αυτό που βλέπω είναι ότι το κοινό έχει μεγάλη ανάγκη να ακούσει μια ολοκληρωμένη ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, την αφήγηση που έχει χαθεί από τη ζωή μας γιατί εκεί έξω υπάρχει ο μεγάλος σουρεαλισμός. Δεν πιστεύω ότι οι παραστάσεις επηρεάζουν τον κόσμο τόσο πολύ. Μπορεί να τον επηρεάσουν προσωπικά ή ως αίσθημα, αλλά δεν πιστεύω ότι μπορούν να επιδράσουν σε σύνολα. Ποιες παραστάσεις το έχουν κάνει αυτό; Μπορεί μια πολύ καλή παράσταση να συγκινήσει, αλλά να αλλάξει τον τρόπο σκέψης των ανθρώπων, όχι δεν το πιστεύω.

Πέρσι ποιες ήταν οι παραστάσεις που πήγαν πολύ καλά στο Τέχνης;
«Τα παιδιά του Ήλιου» γιατί αφηγείτο μια ιστορία, ήταν θέατρο με χαρακτήρες που εκφράζονταν και βασανίζονταν από σκέψεις. Κατάλαβα ότι το κοινό το απολάμβανε αυτό, ένιωθε μια ασφάλεια. Και ο μονόλογος του Παπαβασιλείου.

Μαριάννα Κάλμπαρη ©Δανάη Κωτσάκη

Τα κλασικά έργα εξακολουθούν να είναι η σίγουρη συνταγή;
Πάντα έχουν επιτυχία. Είναι μια ανάγκη του κοινού, αλλά και των θεάτρων να έχουν ασφάλεια σε δοκιμασμένα κείμενα. Το όφελος είναι αμφίπλευρο.

Πόσα νέα ελληνικά έργα φτάνουν κάθε χρόνο στα χέρια σας;
100-150 έργα. Πάντα γράφαμε και γράφεται πολύ θέατρο. Και ανεβαίνουν πολύ περισσότερα από ό,τι παλιά, που υπήρχε σνομπισμός μεγάλος απέναντι στο ελληνικό έργο. Το μεγάλο θέμα για ‘μένα, είναι ότι πρέπει να υπάρχει συνέχεια σε ένα αξιόλογο αποτέλεσμα ή δείγμα γραφής, να μην είναι ένα πυροτέχνημα. Δηλαδή να μπορεί ένας συγγραφέας να είναι μέρος ενός θεάτρου, να έχει μια στέγη.

«Ένα θεατρικό έργο, το μισό είναι στο χαρτί, το άλλο μισό είναι το πώς θα ανέβει»

Όπως έκανε ο Κουν για παράδειγμα;
Όπως έκανε ο Κουν, ακριβώς. Όπως κάνουν αρκετά θέατρα στην Ευρώπη, όταν μπορούν. Τα κείμενα γεννιούνται μέσα στο θέατρο. Και τα μεγάλα έργα έχουν γεννηθεί μέσα στο θέατρο. Οι συγγραφείς που είχε ο Κουν ήξεραν ότι το έργο που θα έγραφαν θα το δοκίμαζε, θα το κουβέντιαζαν, θα το αναδιαμόρφωναν, οπότε θα ανέβαινε. Γιατί ένα θεατρικό έργο, το μισό είναι στο χαρτί, το άλλο μισό είναι το πώς θα ανέβει. Αυτό ονειρεύομαι να το κάνω στο θέατρο, αλλά δεν είναι εύκολο με αυτές τις συνθήκες να κρατήσεις τους ανθρώπους.

Διαβάζετε καλά έργα; Υπάρχουν καλοί συγγραφείς;
Υπάρχουν, αλλά είναι σπάνιο να έχει κάποιος μια προσωπική γραφή, να έχει ενδιαφέρον, να την εξελίσσει με ένα στίγμα συγκεκριμένο. Νομίζω οι συγγραφείς φοβούνται να είναι μοναδικοί, αλλά και παγκοσμίως υπάρχει αυτό ως φαινόμενο. Οπότε λείπει αυτό που κάνει ένα έργο ξεχωριστό και μια φωνή να ακούγεται πιο δυνατά από τις άλλες, μια ματιά αλλιώτικη. Εκεί ταυτίζεσαι με ένα έργο, με το διαφορετικό, το μοναδικό και όχι με αυτό που μοιάζει με όλα τα άλλα. Αυτό έχουμε ανάγκη.

«Δε μπορείς να δημιουργήσεις αν δεν είναι λυμένα τα βασικά»

Θα μου πείτε τον αντίκτυπο της ρευστότητας που υπάρχει γύρω σας στο θέατρο;
Νομίζω οδηγούμαστε σε μια απο-επαγγελματοποίηση. Όλο και πιο σπάνια μπορούμε να κρατήσουμε ανθρώπους που μας ενδιαφέρουν κοντά μας. Οι ηθοποιοί διασπώνται, δε μπορούν να αφοσιωθούν στην ίδια τη δουλειά που αγαπούν.  Για να μπορεί κάποιος να πει «είμαι αφοσιωμένος εδώ και κάνω αυτό» πρέπει ή να έχει χρήματα από το σπίτι του ή να τον καλύπτει το θέατρο με τον μισθό του κανονικά, όχι υπερβολές, αλλά κάτι σταθερό, να πεις είμαι εκεί και τέρμα. Ας πούμε το πιο δύσκολο σήμερα είναι να οργανώσει κανείς πρόβα. Όλοι τρέχουν σε δυο και τρεις παραστάσεις. Και φυσικά δε μπορείς να δημιουργήσεις αν δεν είναι λυμένα τα βασικά, να μπορείς να φας και να πληρώσεις το νοίκι σου. Πάντα ήταν δύσκολα για τους ηθοποιούς, αλλά ήταν πιο εύκολη η ζωή.  Έπαιρναν λίγα, αλλά ήξεραν ότι θα τα πάρουν. Όλα σήμερα γίνονται λόγω της καλής μας καρδιάς, του πάθους και της ανάγκης να εκφραστούμε. Ως πότε θα αντέξουν οι άνθρωποι;

Μαριάννα Κάλμπαρη ©Δανάη Κωτσάκη

Πόσους ηθοποιούς βγάζετε κάθε χρόνο από τη Σχολή;
Είκοσι, αλλά το πιο αξιοσημείωτο είναι ότι δίνουν 800, πολύ περισσότεροι από τα προηγούμενα χρόνια. Γιατί λένε «ό,τι και να κάνω δε θα βρω δουλειά, ας κάνω αυτό που θέλω». Επίσης, το θέατρο φαίνεται είναι πιο εύκολο, δεν είναι χορός που ξεκινάς νωρίς ή μουσική που πρέπει να ξέρεις τη γλώσσα, που απαιτεί άλλη σπουδή.

Φέτος κάνατε crowdfunding με την Εθνική Τράπεζα και το Ίδρυμα Ωνάση, για να μαζέψετε χρήματα για την ανακαίνιση των σκηνών. Πώς πήγε αυτό;
Αυτό μας έσωσε κυριολεκτικά. Πήγε καλά, πιάσαμε το στόχο και κάναμε κάτι που δεν υπήρχε περίπτωση να κάνουμε με άλλο τρόπο. Γιατί και να μας περίσσευαν, από το ταμείο θα τα δίναμε στους ανθρώπους, αυτοί μας ενδιαφέρουν πρώτα. Αλλά με την ανακαίνιση των σκηνών έφτιαξε και το κέφι μας, σαν να ξεκινάμε αλλιώς, λίγο καλύτερα φέτος.

Μαριάννα Κάλμπαρη ©Δανάη Κωτσάκη

Τι σκέφτεστε για την επιβίωση του θεάτρου;
Θα μιλήσω όχι μόνο για το Τέχνης, αλλά και για τα υπόλοιπα θέατρα αυτού του είδους και για ομάδες και για όλους. Χωρίς επιχορηγήσεις και χορηγίες δε γίνεται να επιβιώσουμε. Πρέπει να βρει ο πολιτισμός τον τρόπο να επιβιώσει και αν δεν επιβιώσει ο πολιτισμός με τους όρους που κουβεντιάζουμε τόση ώρα, θα πεθάνει το θέατρο. Θα γίνονται όλα μόνο με εμπορικό κριτήριο. Η ιστορία, όμως, έχει αποδείξει ότι το θέατρο δημιουργεί νέα πράγματα, πρόσωπα, ιδέες τρόπους, νέα ρεύματα, μόνο όταν υπάρχει συσπείρωση και αφοσίωση, ένα μίνιμουμ συνθηκών για να μην υπάρχει μόνο το άγχος του ταμείου. Οι επιχορηγήσεις δεν πρέπει να ξεχαστούν γιατί θα δούμε την πλήρη παρακμή σε μερικά χρόνια. Και αν δε μπορούν να τις δώσουν, ας επαναφέρουν τα φοροαπαλλακτικά κίνητρα, ας ενθαρρύνουν την ιδιωτική χορηγία. Αν το θέατρο έχει αξία και σημασία και βρίσκεται στη θέση που υποστηρίζουμε ότι είναι, θα μας ψάχνουν οι εταιρείες. Αλλά ας μας βοηθήσουν ή καλύτερα ας μη μας εμποδίζουν να κάνουμε τη δουλειά μας.

Σχετικά άρθρα:
– Θέατρο Τέχνης ρεπερτόριο 2016 – 2017