Τα τελευταία χρόνια, εν μέσω της κρίσης, το νεοελληνικό έργο μοιάζει να κινείται σε νέες διαδρομές. Στις καλύτερες στιγμές του, φαίνεται να έχει απαγκιστρωθεί από την ηθογραφία, την αραχνιασμένη απεικόνιση της ελληνικής πραγματικότητας και την ήττα της Αριστεράς και να μιλά απενοχοποιημένα για νέα θέματα. Για όσα απασχολούν μια γενιά συγγραφέων που έζησαν την εφηβεία τους κάπου εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 ή αυτήν του ‘90. Τη γενιά των ανέμελων παιδιών της Μεταπολίτευσης, που η κρίση έκοψε τη ζωή τους στα δύο. Τη γενιά που αναγκάστηκε να ενηλικιωθεί απότομα σε ένα άγριο κοινωνικό τοπίο. Τη γενιά του θεάτρου της επινόησης, του μεταδραματικού θεάτρου, της ένδειας των μεγάλων έργων στην παγκόσμια δραματουργική σοδειά. Αλλά και την πιο κοσμοπολίτικη γενιά που ανέθρεψε το ελληνικό θέατρο μέσα από διαρκή ερεθίσματα κυρίως του Φεστιβάλ Αθηνών και της εξωστρέφειας των δημιουργών.

Καθόλου τυχαία, η εστίαση σημαντικών νέων νεοελληνικών έργων να περιστρέφεται γύρω από θεματικούς πυρήνες όπως η επώδυνη ενηλικίωση, η βία, η μοναξιά (πχ. Μια μέρα, όπως κάθε μέρα, σε ένα διαμέρισμα από τα χιλιάδες διαμερίσματα της Αθήνας… [1] της Λένας Κιτσοπούλου, Εθνικός Ελληνορώσων του Αντώνη Τσιοτσιόπουλου), η επιβίωση σε μια κοινωνία ένοχη (πχ. Άγριος σπόρος του Γιάννη Τσίρου), η διαχείριση της απώλειας (πχ. Γρανάδα του Γιάννη Καλαβριανού).

Ο ρεαλισμός αποτελεί το είδος στο οποίο εκφράζεται η πλειοψηφία των δημιουργών. Το τραγικό συνυπάρχει συχνά με το κωμικό. Ενώ σε στιγμές, αχνοφαίνεται και μια αγάπη για τον Τσέχοφ. Ωστόσο, ενώ η παραγωγή νέων έργων είναι εντυπωσιακά μεγάλη, τα καλά κείμενα ή όσα συνιστούν δυνάμει δυνατότητες, σπανίζουν. Εδώ θα εστιάσω σε ένα νέο-κείμενο πρόταση, τον Εθνικό Ελληνορώσων του Αντώνη Τσιοτσιόπουλου, που ανεβαίνει σε μια δυνατή παράσταση σε σκηνοθεσία του Γιώργου Παλούμπη στο Από Μηχανής Θέατρο και σε ένα εγχείρημα-χαμένη ευκαιρία, το Επαναστατικές μέθοδοι για τον καθαρισμό της πισίνας σας της Αλεξάνδρας Κ* σε σκηνοθεσία του Σαράντου-Γεώργιου Ζερβουλάκου, που παίζεται στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου.

Ο Εθνικός Ελληνορώσων του Αντώνη Τσιοτσιόπουλου είναι ένα έργο που διεκδικεί επάξια τη θέση του ανάμεσα στα σημαντικότερα κείμενα της νεοελληνικής δραματουργίας της τελευταίας δεκαετίας. Μαζί με το Μια μέρα, όπως κάθε μέρα, σε ένα διαμέρισμα από τα χιλιάδες διαμερίσματα της Αθήνας… της Λένας Κιτσοπούλου θεωρώ ότι συνιστούν τα πιο αυθεντικά δείγματα μιας δραματουργίας εκρηκτικής, οργισμένης, ακατάτακτης, μιας δραματουργίας που βγαίνει μέσα από τα σπλάχνα, που μέσα από τη βία φωνάζει για τρυφερότητα, που η αθυροστομία της έχει κάτι αναπάντεχα ποιητικό, που η κραυγή της για τη σαπίλα έχει κάτι βαθιά ανθρώπινο. Πρόκειται για κείμενα που συν-διαμορφώνονται μέσα από τη θεατρική διαδικασία. Οι συγγραφείς τους εμπλέκονται ενεργά στο σκηνικό τους ανέβασμα (Ο Τσιοτσιόπουλος παίζει, η Κιτσοπούλου σκηνοθετεί και παίζει). Κι είναι και αυτό ένα σημείο, στο οποίο θα ήθελα να σταθώ: οι συγγραφείς αξιόλογων νέων νεοελληνικών έργων τα τελευταία χρόνια είναι συχνά σκηνοθέτες ή και ηθοποιοί -το ίδιο συμβαίνει και με τον Γιάννη Καλαβριανό, αλλά και με τον αδικοχαμένο Βαγγέλη Ρωμνιό (Χαρτοπόλεμος). Είναι τυχαίο γεγονός ή μια εξέλιξη-φυσική συνέχεια της μεγάλης επίδρασης του θεάτρου της επινόησης, όπου το κείμενο προκύπτει μέσα από τις δοκιμές; Σε κάθε περίπτωση είναι μια τάση που αξίζει να παρακολουθήσουμε.

Τι συμβαίνει, όμως, στον Eθνικό Ελληνορώσων; Το έργο είναι μια ιστορία για μια αντροπαρέα. Για έξι σαραντάρηδες που μαζεύονται ένα Σάββατο το μήνα, σε μια άκρη της Αθήνας, στο «Ελληνορώσων», για ένα μπασκετάκι. Το κάνουν όπως λένε «για να ξεσκουριάζουν». Αυτή τη φορά ένας νέος παίχτης θα αντικαταστήσει τον Σταύρο, έναν φίλο που έχασαν πρόσφατα. Μέσα από διαδοχικές ανατροπές και μια εντελώς αναπάντεχη πλοκή αποκαλύπτονται μυστικά μιας ζωής που λερώνουν για πάντα. Γιατί, όπως λέγεται, «η σκουριά με ένα μπασκετάκι δεν φεύγει»…

Η παράσταση του Γιώργου Παλούμπη, που έχει κάνει και τη δραματουργία (στην πραγματικότητα ήταν δίπλα στον συγγραφέα κατά τη διάρκεια της γραφής του κειμένου και τον τροφοδοτούσε με ιδέες), ξεκινά με μια στημένη μπάλα που περιμένει τους ηθοποιούς-παίχτες για να ξεκινήσει το παιχνίδι-θέατρο. Οι θεατές θα το παρακολουθήσουν μέσα από τα τρύπια συρματοπλέγματα του γηπέδου. Η ευφυέστατη νατουραλιστική συνθήκη να παίζουν οι ηθοποιοί μπροστά στα μάτια μας ένα μονό-μπασκετάκι ανεβάζει την αδρεναλίνη, δίνει εγρήγορση στους «παίχτες» και συμβάλλει καθοριστικά στην επίτευξη μιας μοναδικής σκηνικής χημείας. Κι ενώ ορισμένοι από τους ηθοποιούς έχουν τεχνικές δυσκολίες, η λειτουργία της ομάδας είναι τόσο ισχυρή, που τις καθιστά σχεδόν αόρατες. Το ολόψυχο δόσιμο όλων των ερμηνευτών στο εγχείρημα (Στάθης Σταμουλακάτος, Μάκης Παπαδημητράτος, Θάνος Αλεξίου, Κώστας Φυτίλης, Στέλιος Δημόπουλος και ο συγγραφέας Αντώνης Τσιοτσιόπουλος) συνιστά ένα ζωντανό δείγμα για νέους ηθοποιούς που προσπαθούν να συλλάβουν φράσεις όπως «είμαι ενεργός στο εδώ και το τώρα» ή «δουλειά συνόλου». Η παράσταση είναι εύφλεκτη, ένας ζωντανός οργανισμός-πυριτιδαποθήκη. Το κείμενο λιώνει στο στόμα των ηθοποιών, θυμίζοντας έντονα απομαγνητοφωνημένο λόγο. Μια γλώσσα αληθινή, ανεπιτήδευτη, ζωντανή απολύτως συμβατή με την προσωπικότητα του κάθε χαρακτήρα. Εδώ το σώμα δημιουργεί τον λόγο.

Η παράσταση αναδεικνύει τις αρετές του κειμένου και μαρκάρει, μέσα από ένα γρήγορο μοντάζ σκηνών, ορισμένες αδυναμίες του, όπως, για παράδειγμα, την επιλογή να μην αποκαλυφθεί η αιτία που ο ένας εκ των ηρώων, ο Νικόλας διεκδικεί τόσο πολύ στη δουλειά του τον νέο …συμπαίχτη, ακόμη κι αν αυτή συνδέεται με ένα εφηβικής προέλευσης καπρίτσιο. Η σκηνοθεσία εγκαθιδρύει από την πρώτη στιγμή ένα αίσθημα απειλής, πολλαπλασιάζει τον τραγικωμικό τόνο, καθώς κινείται σε ματζόρε και μινόρε κλίμακες ταυτόχρονα, υπογραμμίζει τη μοναξιά έξι ανθρώπων που έχουν απόλυτη ανάγκη να βρίσκονται με φίλους από τα παλιά (έτσι όπως συνέβη με πολλούς ανθρώπους μέσα στην κρίση) και καταφέρνει να μας κάνει να αγαπήσουμε έξι παλιόφιλους, που ενηλικιώνονται βίαια, επώδυνα και αναρχικά.

Στον αντίθετο πόλο, το εγχείρημα Επαναστατικές μέθοδοι για τον καθαρισμό της πισίνας σας χάνει το στοίχημα. Παρά το γεγονός ότι η θεματική εκκίνηση του έργου, η σύγκρουση δύο γενεών με αφορμή το θέμα της αξιοποίησης ενός ακινήτου, έχει αναμφίβολα δυναμική ως ιδέα. Το έργο της Αλεξάνδρας Κ* αφηγείται τη σύγκρουση ανάμεσα σε έναν πατέρα και τα δύο παιδιά του, καθώς η ιδιωτικοποίηση απειλεί το αυθαίρετο εξοχικό της οικογένειας. Τα παιδιά που βρίσκονται γύρω στα 30, συνθέτης ο γιος, σκηνοθέτις η κόρη, θέλουν να πωληθεί το ακίνητο για να χρησιμοποιήσουν τα λεφτά για την καριέρα τους. Ο πατέρας όμως αντιστέκεται. Κηρύσσει ως ανεξάρτητο κράτος τη βίλα του και στέφεται λαϊκός ήρωας ενάντια στο «κακό» κράτος και το ξένο κεφάλαιο. Το τέλος του έργου βρίσκει την οικογένεια να έχει γίνει ατραξιόν, παίζοντας μια θλιβερή παράσταση για τουρίστες μεγάλου ξενοδοχειακού συγκροτήματος.

Το έργο είναι δραματολογικά ακεντράριστο. Θίγει πάρα πολλά ζητήματα και δεν εμβαθύνει τελικά σε κανένα. Αναλώνεται σε μια σειρά από χιλιοειπωμένα κλισέ για την ταυτότητα του Νεοέλληνα και μένει στην επιφάνεια στη σκιαγράφηση των χαρακτήρων του, ιδιαίτερα των παιδιών. Έτσι, η σύγκρουση των γενεών μένει μετέωρη: τα παιδιά είναι δύο κακομαθημένα πλάσματα που η κρίση δεν έχει αφήσει κανένα αποτύπωμα πάνω τους. Τίποτα δεν μας πείθει για την αληθινή τους ανάγκη να αποκτήσουν ένα κεφάλαιο για να προχωρήσουν στη δουλειά και τη ζωή τους (εδώ δεν βοηθάει δραματουργικά η επιλογή να είναι καλλιτέχνες). Τίποτα δεν τους δίνει ειλικρινές επιχείρημα. Το γεγονός ότι ο πατέρας καταλήγει να είναι το πιο συμπαθητικό πρόσωπο στην ιστορία επιβεβαιώνει την ελλιπή ανάπτυξη των υπόλοιπων ηρώων και ακυρώνει μια σύγκρουση που θα μπορούσε να είναι επείγουσα. Έτσι, την αλήθεια αντικαθιστά η ευκολία. Και τη βύθιση σε ένα αυθεντικά τραγικωμικό σύμπαν αντικαθιστά η αναζήτηση της αβανταδόρικης ατάκας.

Η παράσταση αδυνατεί να παρέμβει στις αδυναμίες του έργου, καθώς δεν τολμά να στοχεύσει σε ένα θέμα και να προχωρήσει σε μια δεύτερη γραφή του κειμένου, κάτι το οποίο θα μπορούσε να είναι ερευνητικό ζητούμενο, ιδιαίτερα σε μια παραγωγή που ανεβαίνει στην Πειραματική σκηνή του Εθνικού. Η σκηνοθεσία δεν εστιάζει παρά μόνο στην παραγωγή διάσπαρτων σατιρικών σχολίων και αναμενόμενων συνταγών του μεταδραματικού θεάτρου. Ο μόνος που μετριάζει τις αρνητικές εντυπώσεις είναι ο ανθρώπινος Αντώνης Τάδε (πατέρας) του Μανώλη Μαυροματάκη, που, μέσα στη μούρλα και την κατάντια του, φέρει κάτι αληθινό.

Αυτές είναι ορισμένες πρώτες παρατηρήσεις για την περιπέτεια του νεοελληνικού έργου που είναι σε εξέλιξη. Θα την παρακολουθούμε. Και αναμένουμε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και τις δύο νέες σκηνοθετικές δουλειές του Γιώργου Παλούμπη που έχει συναντηθεί τόσο ωραία με την υπόθεση «νεοελληνικό έργο»: το Moonwalk του Γιωργή Τσουρή, που ανεβαίνει τον Μάρτιο του 2019 στο Απο Μηχανής (το κείμενο γράφεται αυτήν την περίοδο με τον ίδιο τρόπο όπως το Εθνικός Ελληνορώσων, με στενή συνεργασία, δηλαδή, του σκηνοθέτη στη συγγραφή) αλλά και τα Μελίσσια του Αλέξη Σταμάτη που ανεβαίνουν στο Εθνικό Θέατρο τον Μάιο του 2019.

[1] Μια μέρα, όπως κάθε μέρα, σε ένα διαμέρισμα από τα χιλιάδες διαμερίσματα της Αθήνας, αυτά με τα κουφώματα ασφαλείας και τους βολικούς καναπέδες τους, σε κατάσταση αμόκ. Ή η ανουσιότητα του να ζεις είναι ο πλήρης (και γοητευτικά ανοικονόμητος) τίτλος του έργου της Λένας Κιτσοπούλου.

Info παραστάσεων:

Εθνικός Ελληνορώσων | έως 2 Φεβρουαρίου | Από Μηχανής Θέατρο

Επαναστατικές μέθοδοι για τον καθαρισμό της πισίνα σας | 17 Οκτωβρίου – 18 Νοεμβρίου 2018 | Εθνικό Θέατρο – Πειραματική Σκηνή -1 – Αίθουσα «Κατίνα Παξινού»