Χθες το βράδυ αποχαιρετήσαμε το «Αγόρι με τη Bαλίτσα». Ήταν μια γιορτή σαν αυτές που φτιάχνει στο σινεμά ο Φατίχ Ακίν, λίγο χαρούμενες και λίγο μελαγχολικές. Ο Ρ. φεύγει για την Ολλανδία, για να επανενωθεί με τους συγγενείς του. Τώρα που το γράφω αυτό, λίγο μαγκωμένα είναι η αλήθεια, τον φαντάζομαι να κοιτάζει από το αεροπλάνο τα χωράφια και τα γεωμετρικά σχήματα της Κάτω Χώρας όπου θα πάει για να σπουδάσει, αυτά τα τέλεια τακτοποιημένα χωράφια και σπίτια και χαμογελάω, σκέφτομαι ότι ο Ρ., αστεία –  αστεία, έχει διασχίσει το μισό άναρχο και άγριο πλανήτη, εκεί θα είναι σαν παιχνίδι και σίγουρα θα τα καταφέρει.

Για να πάρω την ιστορία από την αρχή, υπάρχει ένα έργο του σπουδαίου παιδαγωγού και συγγραφέα Μάικ Κένι, «Το Αγόρι με τη Βαλίτσα». Μιλά για έναν μικρό πρόσφυγα που διασχίζει τον κόσμο από τη χώρα του στην Ασία, με σκοπό να φτάσει τελικά στην Αγγλία. Τα περασμένα Χριστούγεννα, όταν εκδόθηκε το βιβλίο στην Ελλάδα, ενώ είχε γίνει παράσταση στο Πόρτα από τον Θωμά Μοσχόπουλο, η Ξένια Καλογεροπούλου που το μετέφρασε πρότεινε στον συγγραφέα να βάλουν και ένα ακόμη περιστατικό, το εξής: το αγόρι καταφέρνει και φτάνει στην Ειδομένη. Το αγόρι είναι εκεί,  μόνο του και μια οικογένεια δέχεται να τον κάνει «δικό της», για να αποκτήσει χαρτιά και να προχωρήσει.

Το αγόρι με τη βαλίτσα, εικονογράφηση Βασίλης Σελιμάς

Τον περασμένο χειμώνα, γνώρισα από τον συνάδελφο και εθελοντή στον ξενώνα, Γιώργο Νάστο, τη Δήμητρα Αδαμαντίδου, υπεύθυνη του Ξενώνα Μερίμνης Ανηλίκων και Νέων, που φιλοξενεί ασυνόδευτους ανήλικους πρόσφυγες με σκοπό να ενηλικιωθούν και να ζήσουν στην Ελλάδα, είτε να επανενωθούν με συγγενείς τους στην Ευρώπη. Κάποια από αυτά τα παιδιά, ήταν και οι πρωταγωνιστές της ιστορίας και του έργου των Rimini Protokoll στο φετινό Fast Forward Festival της Στέγης, ένας από αυτούς ήταν και ο Τζ. και με αυτή την ευκαιρία μου είπε και την ιστορία του που έγραψα εδώ.

Επειδή αυτή η δομή, ο Ξενώνας, είναι μικρή, «οικογενειακή», φιλοξενεί μόλις 17 αγόρια εφήβους, την τρέχουν τέσσερις γυναίκες με μεγάλη σοβαρότητα και έχει ένα πνεύμα ελευθερίας και πειθαρχίας πολύ τρυφερά δεμένο, δεν έχασα επαφή. Λίγο η περιέργεια, λίγο η έννοια, κάτι έμαθα από τις ιστορίες τους, πολύ άλλαξε ο τρόπος που σκέφτομαι. Επίσης δεν μπορώ ποτέ να ξεπεράσω την έκπληξη που μου δημιουργεί ο τρόπος που έφτασαν εδώ. Ποτέ. Μια μέρα η Δήμητρα μου έδειξε τον Ρ. και έτσι γνώρισα το αληθινό «Αγόρι με τη βαλίτσα».

Ο Ρ. ήρθε από το Αφγανιστάν. Στο χωριό του, το δικό του ήταν το μόνο σπίτι που είχε κομπιούτερ, ο ίδιος ήξερε αγγλικά και δίδασκε και τα μικρότερα παιδιά, αν και ο ιμάμης τού έκανε παρατήρηση και τον μάλωνε. Μια μέρα ο Ρ. άφησε αυτή τη χώρα και με ένα ταξίδι που δεν μπορεί κανείς μας να φανταστεί, έφτασε στην Ειδομένη. Μια οικογένεια από τον ίδιο τόπο τον δήλωσε για «δικό της». Αλλά δεν μπόρεσε στη συνέχεια να τον πάρει μαζί της. Έτσι το αληθινό «Αγόρι με τη Βαλίτσα» έφτασε στην Αθήνα μόνο του, στο δρόμο, χωρίς χαρτιά. Ο Ρ. ήταν 15 χρονών όταν έφτασε στην πόρτα του Ξενώνα, γιατί ο δρόμος δεν ήταν το φυσικό μέρος που θα μπορούσε να ζήσει. Και επειδή πίστευε ότι του άξιζε μια καλύτερη μοίρα, την ίδια μέρα πήγε να δηλωθεί, έτρεξε ο ίδιος για τα χαρτιά του, ένας ανήλικος στις ουρές, σε λίγες μέρες είχε βρει ένα σπίτι, τον ξενώνα κι αυτό σημαίνει μια στέγη, ένα σχολείο και μια ιδιότυπη οικογένεια. Μέχρι το επόμενο βήμα.

Μια γιορτή αποχαιρετισμού για το αληθινό «Αγόρι με τη Βαλίτσα»

Ο Ρ. είναι ένα παιδί ανήσυχο, καθόλου δεν διαφέρει από τα δικά μας, τα δικά σας και με ένα ένστικτο δαιμονικό κατάλαβε αμέσως, από το τίποτα, πως αυτή ήταν η ευκαιρία του να προχωρήσει. Εκδήλωσε αμέσως την αγάπη του για την τεχνολογία και με τα καλά αγγλικά, ήταν ένα από τα δέκα παιδιά πρόσφυγες από τον ξενώνα που πήγαν στο Hackathlon της Στέγης, μια συν-διοργάνωση με την Αμερικανική Πρεσβεία και το ImpactHub. Και εκεί έγινε το μπαμ! Το θέμα της διοργάνωσης ήταν να προταθούν πρότζεκτ που θα βελτίωναν τη ζωή των προσφύγων στα camps. Οι έξυπνοι διοργανωτές κατάλαβαν ότι τα παιδιά που έχουν περάσει ήδη από αυτή την περιπέτεια μπορεί να παίξουν έναν οργανικό ρόλο. Ο Ρ. και οι υπόλοιποι πήραν ρόλο μιας άτυπης «κριτικής επιτροπής», καθώς οι πρόσφυγες είναι οι κατεξοχήν χρήστες αυτών των εφαρμογών. Τα παιδιά όχι μόνο ήξεραν, αλλά ένιωσαν για πρώτη φορά χρήσιμοι, η φωνή τους και η εμπειρία τους ακούστηκαν. Ύστερα, άλλαξαν όλα. Ο Ρ. άρχισε να παίρνει μέρος σε διαγωνισμούς ρομποτικής, έμαθε να γράφει κώδικα παρακολουθώντας σεμινάρια, πήγε σε κατασκήνωση ρομποτικής και με τα παιδιά του ξενώνα κέρδισαν στη Θεσσαλονίκη το δεύτερο βραβείο στον Πανελλήνιο διαγωνισμό της FLL (First Lego League). Μάλιστα, ζήτησε να μιλήσει και ανέβασε στη σκηνή τα «κορίτσια» του ξενώνα, την υπεύθυνη και την κοινωνική λειτουργό, για να τις ευχαριστήσει.

Ο Ρ., έχοντας την αίσθηση του κοινού καλού, όταν έβρισκε παιδί στο δρόμο το συνόδευε να φτιάξει τα χαρτιά του, έκανε σεμινάριο διαμεσολαβητών, για να βοηθά άλλους πρόσφυγες. Πήγε στο πολυπολιτισμικό σχολείο, τα Σαββατοκύριακα πήγαινε στο πρόγραμμα ρομποτικής στο Impact Hub, ένας έφηβος ανοιχτός στο καινούργιο και στη γνώση, επειδή τον είχαν αποδεχτεί και τον είχαν αντιμετωπίσει ισότιμα. Καθώς αυτά τα παιδιά έχουν μια εμπειρία που εμείς θέλουμε δέκα ζωές για να την καταλάβουμε, η ιστορία του Ρ. που γράφω είναι για να καταλάβουμε ότι δεν χρειάζεται παρά μια μικρή ευκαιρία για να «απογειωθεί το σύστημα». Και λίγη καλοσύνη.

Ο Ρ. έμαθε καλά ελληνικά, όχι για να ζήσει στην Ελλάδα, γιατί ήξερε ότι από εδώ είναι περαστικός κι ας του προτάθηκε να πάει σε αμερικάνικο κολέγιο, αλλά για να μιλάει με τον κύριο Γιώργο, τον βραδινό φύλακα του ξενώνα, έναν ήρεμο, σοβαρό άνθρωπο, έναν «πατέρα» προσωρινό και για τους 17 έφηβους που φιλοξενούνται αυτή τη στιγμή.

Μια γιορτή αποχαιρετισμού για το αληθινό «Αγόρι με τη Βαλίτσα»

Ο Ρ. είναι 17 χρονών και τώρα που γράφω, ταξιδεύει μάλλον. Χθες το βράδυ μου έκαναν την τιμή να με καλέσουν στην αποχαιρετιστήρια γιορτή του. Ήταν οι φίλοι του, όλα τα παιδιά του ξενώνα που έτρεχαν να ετοιμάσουν τον γιορτινό μπουφέ, εθελοντές, κοινωνικοί λειτουργοί, φίλοι τους από την κατασκήνωση της ρομποτικής και λίγοι δικοί μας φίλοι. «Ήμουνα πολύ ενθουσιασμένος στην αρχή, αλλά όσο προχωρούν οι ώρες, λίγο φοβάμαι και στενοχωριέμαι που θα αφήσω αυτό το σπίτι, τα παιδιά, τη Δήμητρα, την Αγγελίνα», είπε στη φίλη μας τη Μαριάννα. Και έσβησε μια τούρτα που του έφτιαξαν με κεράκια, όσα οι μήνες που έμεινε στον ξενώνα. Και δεν σταμάτησε να τους έχει όλους αγκαλιά πριν αρχίσουν οι δύσκολοι αποχαιρετισμοί.

Τη γράφω την ιστορία γιατί δε θέλω να πάει χαμένη. Και θέλω να τη γράψω τώρα, που τη θυμάμαι καλά. Τη γράφω και για έναν άλλο λόγο. Αυτή η δομή και η δίδυμή της, με παιδιά πάνω από 18 που θα ζήσουν και θα εργαστούν στην Ελλάδα, πρέπει να μείνουν ζωντανές και ανοιχτές, γιατί απλώς μπορούμε να το κάνουμε και να τις συντηρήσουμε, στοιχίζουν λίγα χρήματα, θέλουν άλλα πράγματα, να δώσουμε γνώση και εμπειρία στα παιδιά, να τα εντάξουμε, αυτές οι δομές φτιάχνουν δυναμικό σε μια χώρα που το έχει ανάγκη.

Σε ένα μέλλον που πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται σαν γριά θεία, θα ήθελα να πάω μια μέρα με τη Δήμητρα στο Άμστερνταμ, να μας ξεναγήσει ο Ρ. και σε ένα πιο κοντινό μέλλον, αυτά τα παιδιά που θα αποφασίσουν να ζήσουν εδώ, ήδη κάποια εργάζονται σαν διαμεσολαβητές, θα ήθελα να τα δω να εργάζονται και να προκόβουν. Γιατί υπάρχει και χώρος και χρόνος. Και τους θέλουμε. Φτάνει να κάνουμε το πρώτο βήμα και να τους γνωρίσουμε. Καλό ταξίδι, Αγόρι.