Ο Πόρος λαμπυρίζει στα πράσινα, η «Γαλήνη» στέκει ασάλευτη, η πόρτα μισάνοιχτη στο μικρό Αρχαιολογικό μουσείο του Πόρου, οι στίχοι του Σεφέρη από την υπαινικτική του Κίχλη παραμονεύουν.

– Τ᾿ ἀγάλματα εἶναι στο μουσεῖο.
– Ὄχι, σε κυνηγοῦν, πῶς δεν το βλέπεις;
θέλω να πῶ με τα σπασμένα μέλη τους,
με την ἀλλοτινή μορφή τους που δε γνώρισες
κι ὅμως την ξέρεις.

Γαλήνη

Έτσι βλέπεις. Αναζητώντας μια παλιά μορφή ή μια καινούργια που έγινε από το παλιό, όπως το σπίτι του ποιητή που βλέπεις από τα παράθυρα του μουσείου, όπως τα θραύσματα στις βιτρίνες. Η μυρωδιά του ξύλου στις παλιές προθήκες, η σκιά που κάνει τα επιτύμβια πιο ανάγλυφα, πιο μυστηριακά, γι’ αυτό τα μουσεία, τα μικρά, τα επαρχιακά είναι τόσο ποιητικά, γυρνάνε στα βασικά της τέχνης, επιστρέφουν στη μνήμη και την αναδημιουργούν μες από τα μικρά αρχαία χτενάκια, τα πήλινα παιδικά παιχνίδια, τα λαγήνια με τις πεταλίδες.

Έχει αίσθημα η μνήμη; Οι νεαροί επισκέπτες του μουσείου δίπλα μου, στέκονται και σκύβουν δίπλα σε μια επιτύμβια στήλη να θαυμάσουν μια κεφαλή της Υγείας σε χρώματα ασημένια και μπλε. Οι μνήμες μέσα στην παλαιά οικία του Αλέξανδρου Κορυζή, οι μνήμες του ζηλωτή της αρχαιολογίας Χρήστου Φουρνιάδη και η διάσωση των αρχαιοτήτων της Τροιζηνίας συναντούν την αμφιθυμία της μνήμης ενός από τους σημαντικότερους Έλληνες εικαστικούς του Κώστα Πανιάρα.

Η μνήμη, τα όρια που θέτει,  τα όρια που αναζητά ο καλλιτέχνης, η διάλυση και η ανακατασκευή της μέσα από την αρχέτυπη καλλιτεχνική δημιουργία, ο μηχανισμός της συνομιλίας των έργων μπαίνουν σε αυτόματη σχεδόν λειτουργία καθώς τα έργα του Πανιάρα, σαν πολύχρωμες φλόγες επάνω στα διαφανή βάθρα τους συνδέονται και απομακρύνονται ταξιδεύοντας στις εποχές και τα ερωτήματα που θέτει η τέχνη ξανά και ξανά, συνομιλώντας διακριτικά και έντονα με τα εκθέματα του αρχαιολογικού μουσείου.

Η κεφαλή της Υγείας, η Αφροδίτη της Μήλου, του Μποτιτσέλι, η Αφροδίτη της Ρόδου, η κεφαλή του Αλέξανδρου, τα έργα του Πανιάρα ανάμεσα στα εκθέματα, δηλώνουν την αμφισημία του παρελθόντος αλλά και τη διαχείριση του φορτίου της πολιτιστικής κληρονομιάς από έναν καλλιτέχνη που δεν έπαψε να σχολιάζει κριτικά τα ζητήματα της ελληνικότητας, της ταυτότητας, της μνήμης.

«Με το δημιουργικό του έργο ο Πανιάρας», λέει η επιμελήτρια της έκθεσης και ιδιοκτήτρια της γκαλερί Citronne του Πόρου, Τατιάνα Σπινάρη- Πολάλλη, «προσπαθεί να διαχειριστεί μια υπερμεγέθη πολιτισμική κληρονομιά, το φορτίο ενός μακρού παρελθόντος. Αφετηρία των έργων του είναι τα συχνά κακοποιημένα γύψινα αντίγραφα των συμβόλων της Αρχαιότητας, αφορμάται, όμως, ταυτόχρονα και από τα αυθεντικά αρχαιολογικά μουσειακά εκθέματα, επεμβαίνοντας αδιακρίτως και στα δύο: τα επιζωγραφίζει, τα διχοτομεί, τα πολλαπλασιάζει. Καθιστά σαφή, ευκρινή και αναγνωρίσιμη τη θεματική της ιστορικής μνήμης και τις συνέπειές της».

Στην έκθεση γίνεται απολύτως αντιληπτή η πρόθεση της συνομιλίας αλλά και οι πολλαπλές ταυτότητες των έργων. Σε έναν χώρο προβολής και δημιουργίας μνήμης μπροστά σε μια κεφαλή του Πανιάρα, επιχρωματισμένη ή ανασχηματισμένη, το έργο επιτελεί το σκοπό του ως αντικείμενο πολλαπλών και ανοιχτών ερμηνειών. Πέρα όμως από αυτό δημιουργεί αμφίθυμα και αμφίσημα συναισθήματα. Για την τέχνη, την ιστορία αλλά και για τον ίδιο μας τον εαυτό σε σχέση με την καταγωγή μας και την αυθεντικότητα της έκφρασης. Ο Πανιάρας κατορθώνει αληθινά μέσα από τον ιδιωτικό του ορισμό να μας κάνει να προσεγγίσουμε ατομικά την πραγματικότητα που εμπεριέχεται στα έργα του.

Αυτή ακριβώς η απελευθερωτική του προσέγγιση μας οδηγεί στον επόμενο σταθμό, στην Citronne, στο φιλόξενο χώρο μιας γκαλερί που έχει καταφέρει να μας εκπλήσσει ευχάριστα κάθε καλοκαίρι με τις εκθέσεις και τις θεματικές ενότητες που αναπτύσσει. Το ισόγειο του παλιού αρχοντικού, ο χώρος της γκαλερί πάνω στην παραλία μοσχοβολά λεβάντες και από τον εκτυφλωτικό ήλιο μέσα στη σκιά ολοπόρφυρα προβάλλουν τα έργα του Πανιάρα στο μεγάλο τοίχο.

Η έκθεση εδώ στη Citronne, αποτελεί ένα μέρος του αφιερώματος στον κορυφαίο Έλληνα εικαστικό και περιλαμβάνει κάτω από τον τίτλο «Όψεις της Μνήμης». Είναι η συνομιλία του Πανιάρα με τέσσερις εικαστικούς. Γιάννης Αδαμάκος, Τάσος Μαντζαβίνος, Άγγελος Παπαδημητρίου και Γιάννης Ψυχοπαίδης επεξεργάζονται την έννοια της μνήμης ο καθένας με τη διαφορετική προσωπική του οπτική και ερμηνεία. Τους συνδέουν και τους αλληλοσυμπληρώνουν οι διαφορές τους. Η αφετηρία, τα υλικά, τα μέσα, οι τεχνικές.

Ο άξονας της μνήμης γίνεται κέντρο της δημιουργίας τους και αφετηρία της ανάκλησης μιας έννοιας που απασχολεί την τέχνη δυναμικά από την εμφάνισή της πριν από χιλιάδες χρόνια μέχρι σήμερα. Η Τατιάνα Σπινάρη συνέδεσε πέντε εικαστικούς με ένα νήμα μνήμης κρατώντας ταυτόχρονα σε ένα αυτόνομο σχεδιασμό την προσωπικότητα και το ύφος κάθε καλλιτέχνη.

Γιάννης Αδαμάκος

Ο Γιάννης Αδαμάκος στηρίζεται σε μια οπτική μνήμη με αφηρημένη εικαστική απεικόνιση. Για τον ζωγράφο οι μνήμες είναι προσωπικές και πηγάζουν από το ιδιωτικό του παρελθόν. Τις ανασύρει ως ίχνη για να δημιουργήσει μια δυσανάγνωστη αλλά τελικά φιλική εικόνα καθώς αντανακλά συχνά το συλλογικό υποσυνείδητο.

Ο Τάσος Μαντζαβίνος μέσα από παραμορφώσεις και μετασχηματισμούς μορφών και θρυλικών συμβόλων δημιουργεί έργα βιωματικής μνήμης. Οι αλλαγές των φαινομένων, τον εμπνέουν ώστε σε αυτή την έκθεση να παρουσιάσει μια νέα ενότητα μια τετραλογία γύρω από τη μνήμη, την οποία αντιλαμβάνεται ως προσωπική περιουσία.

Τάσος Μαντζαβίνος

Γιάννης Ψυχοπαίδης

Ο Γιάννης Ψυχοπαίδης επεξεργάζεται την αφηγηματική μνήμη. Για τον καλλιτέχνη η μνήμη ισούται με την ταυτότητα. Στα κολάζ που παρουσιάζει στην έκθεση τα θραύσματα των εμβληματικών αγαλμάτων συνδέονται με υλικά ξεβρασμένα από τη μνήμη του χρόνου, ένα κολάζ αντικειμένων που αφορούν την ιστορία και τον κατακερματισμό της.

Ο χρόνος λειαίνει τη μνήμη στα έργα του Ψυχοπαίδη, ο καλλιτέχνης αλέθει μέσα στο έργο του τα κινήματα της τέχνης ως μνήμη, ο θεατής καλείται να την ανασυνθέσει μέσα από τα θραύσματα και τα μισοσβησμένα κομμάτια της. Ο Ψυχοπαίδης ως σύγχρονος διανοητής σχολιάζει τη μνήμη της εικαστικής εμπειρίας.

Άγγελος Παπαδημητρίου

Από τον κήπο της γκαλερί φτάνει ο ήχος ενός παλιού τραγουδιού, όμως στον «κήπο» που έχει εγκαταστήσει ο Άγγελος Παπαδημητρίου δεν υπάρχει τίποτα το νοσταλγικό. Στα χέρια του καλλιτέχνη η περίφραξη του κήπου που έχει σχεδιάσει γίνεται από υλικά άλλων δεκαετιών, ένα εικονοστάσι μνήμης το οποίο θέλεις να επισκεφθείς αλλά δε θέλεις να ζήσεις για πάντα μέσα σε αυτό. Η μνήμη είναι και φυλακή, γι’ αυτό ο Άγγελος Παπαδημητρίου αφήνει τον αέρα να περνά τις πόρτες του «Κήπου», φτιαγμένου με υλικά που μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαλυθούν και να ξανασυντεθούν. Η εγκατεστημένη μνήμη που επικαλείται είναι μια ιδέα που μπορεί να διαμορφωθεί ξανά και ξανά, όπως και το βίντεο που τη συνοδεύει. Ο κήπος είναι ο παράδεισος της προσωρινότητας ή της προσωρινής ευτυχίας.

Αν υπάρχει κάτι που χαρακτηρίζει την έκθεση είναι η αίσθηση της ελευθερίας. Οι καλλιτέχνες συνομιλούν εν απουσία τους και αδέσμευτα. Και ακολουθούν πιστά με έναν τρόπο δε γνωρίζουν το «αφηρημένο εικαστικό ιδίωμα του Κώστα Πανιάρα, που αναζητά», όπως λέει η κ. Σπινάρη, «τη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας ελεύθερα, χωρίς να περιορίζεται από ρεαλιστικές δεσμεύσεις».

Info έκθεσης:

Όψεις της Μνήμης | 21 Ιουλίου – 30 Σεπτεμβρίου 2018 | Citronne Gallery